Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ - ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΘΕΙ Η ΜΑΧΗ - PHILIP SHERRARD 3

, Στην σύγχρονη εκοσμικευμένη κοινωνία μας τίποτε απ' αυτά δεν υπάρχει, και γι' αυτό το ερώτημα αν είναι δυνατό να παραχθεί εν τη απουσία της μια τέχνη που θα διαθέτει ποιότητα ιερότητας είναι πολύ υπαρκτό. Είναι εύκολο να πούμε πως είναι δυνατό μόνο υπό τον όρο πως ο καλλιτέχνης συνδέεται με μια από τις παραδοσιακές θρησκείες που σε πείσμα των πάντων επιβιώνουν στο σύγχρονο κόσμο, να αποδέχεται την υποταγή σ' αυτή, να εκτελεί τις πνευματικές της ασκήσεις και να υιοθετεί τις καθιερωμένες από αυτή καλλιτεχνικές μορφές και μεθόδους. Αλλά αναρωτιέται κανείς αν όλα αυτά είναι τόσο απλά. Ένας καλλιτέχνης εξ ορισμού πρέπει να χρησιμοποιήσει μια εικαστική, μουσική ή λεκτική γλώσσα. Αν πρόκειται η τέχνη του να λειτουργήσει, τότε θα πρέπει αυτή η γλώσσα να είναι ζωντανή, δυναμική, ριζωμένη στην εμπειρία και την ευαισθησία του ίδιου του καλλιτέχνη. Επιπλέον , θα πρέπει να είναι μια γλώσσα που να μπορεί να επικοινωνήσει, αν όχι καθολικά σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, τουλάχιστον με εκείνα τα τμήματά της με τα οποία ο καλλιτέχνης κατά κάποιο τρόπο ταυτίζεται. Ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να λειτουργήσει εν κενώ, άσχετος προς ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Το ένα του πόδι πρέπει να πατά στο νόμο του χρόνου και του τόπου, στον κόσμο της αλλαγής και της παροδικότητας.



Στην παραδοσιακή κοινωνία αυτή η γλώσσα του είναι εν πολλοίς δεδομένη. Του δίνεται στις μορφές και τα σύμβολα μιας θρησκείας που κυριαρχεί στο συγκεκριμένο του περίγυρο και που σημαδεύει όλες του τις ενέργειες. Φυσικά οι μορφές αυτές και τα σύμβολα μιας θρησκείας που κυριαρχεί στο συγκεκριμένο του περίγυρο και που σημαδεύει όλες του τις ενέργειες. Φυσικά οι μορφές αυτές και τα σύμβολα θα πρέπει να μετατραπούν σύμφωνα με την ιδιαίτερη ευαισθησία του και σε ανταπόκριση προς ορισμένες εσωτερικές ανάγκες της κοινωνίας που ζει στο χρόνο και στο χώρο. Αλλά οποιεσδήποτε τέτοιες αλλαγές θα πρέπει να υποτάσσονται στην κυρίαρχη συνοχή της παραδοσιακής γλώσσας την οποία χρησιμοποιεί - μια που μοιράζεται με τον περίγυρό του και μέσω της οποίας μπορεί συνεπώς να μεταδώσει σ΄αυτόν μ' ένα ζωντανό τρόπο κάποια γνώση της πνευματικής πραγματικότητας,

Στην κοινωνία μας ένας καλλιτέχνης μπορεί να θέλει να μεταδώσει μια κάποια γνώση της πνευματικής πραγματικότητας , αλλά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες θα πρέπει να ενεργήσει έχουν τώρα ριζικά αλλάξει. Πρώτα απ΄όλα δεν διαθέτει μια δεδομένη γλώσσα, όπως σε μια παραδοσιακή κοινωνία. Θα πρέπει να βρει τη δική του γλώσσα, τη δική του φωνή. Το να πούμε πως μπορεί να βρει αυτή τη γλώσσα στις μορφές και στα σύμβολα της θρησκείας που η κοινωνία του έχει απορρίψει, υπενθυμίζοντας τα έτσι σ΄αυτή την κοινωνία, είναι σαν να αγνοούμε την άλλη πλευρά του προβλήματος : το ότι είναι ριζωμένος δηλαδή σ΄ένα ιδιαίτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και πως χρησιμοποιεί μια γλώσσα με την οποία επικοινωνεί ζωντανά και δυναμικά μ' εκείνους στους οποίους προσπαθεί να μιλήσει και για τους οποίους η γλώσσα μιας παραδοσιακής θρησκείας έχει πάψει να λειτουργεί δημιουργικά. Γιατί το να αρνηθεί ένας καλλιτέχνης να εισέλθει στη ζώσα πραγματικότητα της εποχής και του τόπου του, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι βρομερά, τραγικά ή διεστραμμένα σ΄αυτή ή το να αρνηθεί να μιλήσει μια γλώσσα που καθρεφτίζει τη διάθεση και το πάθος της, είναι σαν να καταδικάζει την τέχνη του σε καχεξία (lifelessness) στειρότητα.





Αυτό δεν σημαίνει πως ο καλλιτέχνης θα πρέπει να στρατευθεί πολιτικά. Το να διακρίνει που και σε ποιες μορφές η φωνή της αιωνιότητας ομιλεί στους διασπασμένους τόνους ενός αποκληρωμένου χρόνου και τόπου, και το να εκφράσει αυτή τη φωνή , απαιτεί να στρατευθεί και να εκτεθεί σε ένα πολύ βαθύτερο πράγμα απ΄ότι στην απλή πολιτική. Απαιτεί μια σταθερή πίστη στην εσώτερη ύπαρξη του ανθρώπου και στη γλώσσα που πηγάζει γνήσια και όχι τεχνητά από την ψυχή του, όπως το δέντρο από την γη. Από την άποψη αυτή πρέπει να θυμηθούμε πως ο καλλιτέχνης όσο επιλέγει, άλλο τόσο είναι και σκεύος επιλογής: είναι ο κήρυκας, το όργανο - ακόμη και το θύμα - μιας δύναμης στην οποία θα πρέπει να υπακούει ως όρο για το τι είναι καλλιτέχνης. Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων πως ένα μεγάλο μέρος της προετοιμασίας για τη δουλειά του - η εσωτερική κυοφορία και ο τοκετός - κινείται σ΄ένα επίπεδο το οποίο δεν μπορεί συνειδητά να ελέγξει, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει ακριβώς το χαρακτήρα της δημιουργίας του ή τη μορφή που θα έχει ολοκληρωθεί , όπως μια μητέρα δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς τη φύση του παιδιού που πρόκειται να γεννήσει ή το σχήμα που αυτό θα έχει. Μ΄αυτή την έννοια ο καλλιτέχνης κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Το να διαλέξει να κάνει κάτι άλλο, όσο επιθυμητό κι αν είναι αυτό για άλλες εξωτερικές ή αντικειμενικές αιτίες, είναι σαν να σακατεύεται και να ηττάται ως καλλιτέχνης. Μ΄άλλα λόγια είναι αδύνατο σ΄έναν καλλιτέχνη να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την παραδοσιακή γλώσσα - ως συμβολισμό και ως μέθοδο -, όταν αυτή δε συνδέεται ζωντανά με τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο του.




Πράγματι το καθήκον που έχει ο καλλιτέχνης να μεταδώσει κάποια γνώση της πνευματικής πραγματικότητας σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία, ίσως απαιτεί τη χρήση μορφών και μεθόδων που είναι ειδικά μη παραδοσιακές από λειτουργική άποψη, καθόσον μόνο μέσα από τέτοιες μορφές ίσως μπορέσει να μεταδώσει στους θεατές ή αναγνώστες ή ακροατές του μια αληθινή και ζωντανή γνώση για το πως θα είναι η ζωή τους όταν αυτή συσταλεί σ΄ένα μη πνευματικό και παραδοσιακό επίπεδο. Ίσως πρέπει να τους ενημερώσει για την κόλαση μέσα στην οποία ζουν προβάλλοντας την πάνω στη συνείδησή τους με τις μορφές της τέχνης του. Κατ΄αυτόν τον τρόπο μια τέχνη, που εμφανίζεται ως η πιο αντιπαραδοσιακή στη μορφή και στη μέθοδο της , μπορεί εξίσου να διαθέτει ένα ιερό λειτούργημα ή τουλάχιστον μια πρόθεση ιερότητας: Η Έρημη Χώρα του T. S. Eliot αποδεικνύει ακριβώς αυτό. Πέρα απ΄αυτό όμως, οι κανόνες μιας παραδοσιακής λειτουργικής τέχνης σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία έχει ένα ιερό λειτούργημα ή όχι.

Συνεχίζεται...





Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

MORE AND MORE


Κάποτε στην Ζωγραφική εικονίζονταν τρεις τόποι. Ο τόπος του θανάτου, ο τόπος της γης και ο ανοιχτός ουρανός, ο τόπος του Θεού. Αυτοί οι τόποι αποτελούσαν μαζί και μία κλίμακα ανάβασης, ελπίδας, σωτηρίας. Μάλιστα ο Θεοτοκόπουλος χρησιμοποιούσε σχεδόν άλλη τεχνική για να αποδώσει τον ουράνιο θόλο, σαν να είναι από άλλο ζωγράφο. Κατηγορήθηκε ασφαλώς για αυτή του την "υπερβολή" από την Ιερά Εξέταση, η οποία θεωρούσε τους κανόνες της , "ουρανό".
Τα χρόνια πέρασαν, ο Θεοτοκόπουλος ξεχάστηκε και τον ανακάλυψαν ξανά οι Μοντέρνοι, οι οποίοι τον αγάπησαν ακριβώς λόγο αυτής της υπερβολής. Βέβαια πίστη πλέον δεν υπήρχε, και έτσι η υπερβολή αποτέλεσε μία ξέχωρη ποιότητα που μπορεί να εκφράσει κάθε είδους πόθο. Έτσι αποσυνδέοντας τη μορφή από το πρωτότυπο, έχουμε τον τρόπο, θα λέγαμε την "σάρκα" της ζωγραφικής, το πιο ανιαρό μέρος της διαδικασίας το οποίο συνήθως το εκτελούσαν οι βοηθοί. Μάλιστα λένε πως οι μεγάλοι μάστορες έβαζαν το τελευταίο, το λεπτότερο φως στα πρόσωπα.



Η ζωγραφική του Σεζάν είναι η ζωγραφική της αντανάκλασης, δηλαδή η αντανάκλαση του ένα χρώματος πάνω στο άλλο, η σχέση του ενός σχήματος με το άλλο, ουσιαστικά υιοθετεί μια λογική παζλ με επιχείρημα την φύση, αλλά βασικά ήθελε να την "ξαναφτιάξει" όχι να την αποκαλύψει, όπως οι παλιοί μάστορες. Το μυστήριο της φύσεως στους παλιούς ζωγράφους αναμένονταν,(γιατί περί αναμονής επρόκειτο, αυτός ήταν ο παλαιός τρόπος, η κατάλληλη ώρα), από την πηγή του φωτός, η πηγή φωτός για τον ζωγράφο που πίστευε ήταν ο τόπος του Θεού.
Στη Δύση βέβαια, το φως αυτό ομορφαίνει (δεν μεταμορφώνει) τα πρόσωπα που το πωθούσαν, από μακριά , ουσιαστικά είχε το χαρακτήρα φαντασιώσεως.
Η άπιαστη φαντασίωση, με τον Σεζάν γίνεται "περσικό" χαλί ποιοτήτων, σε έναν οριζόντιο κόσμο. Αυτή η ισομέρεια απόλαυσης έρχεται λυτρωτικά μετά την μοιρασιά ενοχής της Ιεράς Εξέτασης.
Το σκοτεινό ράσο της γριάς εξουσίας δεν έπαψε ποτέ να σκεπάζει την Δύση, είτε μέσο της μαύρης ενοχής, είτε μέσο της λευκής προθέσεως, ή χρωματιστής "απελευθερώσεως".





Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Η ΝΕΑ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑΣ

Οι θεοί τής ειδωλολατρείας ιδιαιτέρως στήν αρχαία Ελληνική εξέλιξή τους, αποδόθηκαν τέλεια σάν αγάλματα. Δηλαδή σάν αρχετυπικά όντα χωρίς ψυχή, δηλ χωρίς τήν πνοή ζωής πού προσέφερε ο Θεός καί ο άνθρωπος αρνήθηκε. Σήμερα αναβιώνει η ειδωλολατρεία δηλ. η κατασκευή αγαλμάτων μέ τό λίφτινγκ τών αστέρων τού Χόλλυγουντ.








Σέ μερικές φωτογραφίες η διαφορά ανάμεσα στό πρίν καί στό μετά φαίνεται ξεκάθαρα από τήν απουσία ακόμη καί τής ζωϊκής ψυχής, όχι μόνο τής αληθινής, η οποία δίνει τουλάχιστον μιά φρεσκάδα.


 Οι μεγάλοι ασκητές τής Ορθοδοξίας περιέγραψαν ακριβώς τό γεγονός όσο παράξενο κι άν φαίνεται:

Ευάγριος. Περί διακρίσεως παθών καί λογισμών. Φιλοκαλία τόμος 1ος. παρ.10. "Τόν δαίμονα τής αναισθησίας τόν φέρνουν λογισμοί κενοδοξίας πού πολυκαίρισαν στήν ψυχή. Μόνο μέ τό θάνατο καί τίς ασθένειες καί τά βάσανα τών άλλων εξορίζεται ο δαίμονας αυτός γιατί η ψυχή συγκινείται καί κατανύγεται σιγά-σιγά καί έρχεται σέ συμπάθεια καί διαλύεται τό πέτρωμα τής ψυχής."
Δέν είναι τυχαίο λοιπόν πού η σημερινή επιστήμη καί τεχνολογία προσπαθεί νά εξορίσει από τίς συνειδήσεις τόν θάνατο καί από τά πρόσωπα τήν φθορά.
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΔΙΟΤΙ Ο ΕΥΑΓΡΙΟΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ :
"Διότι άν δέν υπήρχε ο θάνατος δέν θά σωζόταν κανένας άνθρωπος"
Σήμερα εκτός τών κοσμικών καταλαμβάνονται από τόν δαίμονα αυτόν καί οι ορθόδοξοι χρυσοστόλιστοι επίσκοποι. Η ΨΕΥΤΙΚΗ ΔΟΞΑ, ΠΟΥ ΣΒΥΝΕΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΛΑΒΕΙΑ, πού τάχα ομολογεί τόν Θεό, τίς εντολές Του όμως δέν τίς γνωρίζει.
Δέν είναι τυχαίο ότι στόν ειδωλολατρικό κόσμο τήν ΨΥΧΗ ανακάλυψε ο Σωκράτης καί ότι η φιλοσοφία ήταν μιά κατασκευή ψυχής.

Αμέθυστος

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ - ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΘΕΙ Η ΜΑΧΗ - PHILIP SHERRARD 2




 

Με λίγα λόγια, η μάχη κατά πρώτο δεν πρέπει διόλου να διεξαχθεί στο αποκαλούμενο πολιτιστικό μέτωπο διότι ενεργώντας έτσι αναπόφευκτα εμπλεκόμαστε και θέτουμε σε κίνηση τη διεργασία του εκφυλισμού που επιθυμούμε να αποφύγουμε. Πράγματι η μόνη θετική ενέργεια που ίσως απομένει τώρα στον καλλιτέχνη είναι να αποσυρθεί από την πολιτισμική μάχη, όχι όμως στην απελπισία ή σε κάποια χαβούζα αλλά στη σιωπή ή σ΄αυτό που ο Yeats έχει αποκαλέσει "το δικό μας σκοτάδι", σ αυτό το χάος ή άβυσσο των προμορφικών δυνατοτήτων στο οποίο θα μπορέσει να γνωρίσει τις προκαλλιτεχνικές (καθόσον αφανέρωτες) πηγές πνευματικής ενέργειας από τις οποίες ο κόσμος μας συνεχώς αποξενώνεται. Ίσως χρειαστεί να απαρνηθεί ολόκληρη την τέχνη με την σύγχρονη σημασία της και να ξαναβαπτισθεί στα ύδατα της καλλιτεχνικής αποφατικότητας - στα ύδατα που είναι η fons et origo της ύπαρξης του. Αυτό που χρειάζεται μ' άλλα λόγια είναι μια απόταξη από την οποία ξεπήδησε μια Αγία Σοφία και μια Μητρόπολη Σαρτρ, η εκκλησιαστική μουσική και οι εικόνες, και μέσω της οποίας γεννήθηκε αυτό το πνευματικό κεφάλαιο το οποίο η τέχνη και η ζωή του μεταμαεσαιωνικού κόσμου μας πρώτα εκμεταλλεύτηκε, κατόπι σπατάλησε και τελικά εξάντλησε.

Όμως κι αν ακόμη μια τέτοια απόταξη βρίσκεται πάνω από τις δυνάμεις του, ο καλλιτέχνης πρέπει τουλάχιστον να παρατήσει την πεποίθηση πως με τα όπλα που τον έχει εξοπλίσει ο ουμανιστικός και επιστημονικός πολιτισμός μπορεί να κάνει οτιδήποτε που να μην χειροτερεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Θα πρέπει να παραιτηθεί όχι εν ονόματι του πολιτισμού του (από τον οποίο έτσι κι αλλιώς έχει νικηθεί και στον οποίο έτσι κι αλλιώς είναι αδύνατο να ζήσει δημιουργικά με κανονικό τρόπο), αλλά εν ονόματι αυτών των πνευματικών πραγματικοτήτων, που είναι πολύ παραπάνω από την ψυχοφυσική πραγματικότητα, τις οποίες έχουμε τόσο παραμελήσει και αρνηθεί. Γιατί αν δεν μπορέσει να το κάνει αυτό - αν δεν μπορέσει να ξαναβρεί αυτές τις πραγματικότητες και να τις ενεργοποιήσει στη δική του ζωή - δε θα μπορέσει να μεταφέρει στη τέχνη του αυτή την ιερή ποιότητα, που υπερβαίνει το ψυχοφυσικό επίπεδο και που είναι η μόνη που μπορεί να μας βοηθήσει να πραγματώσουμε εκείνες τις αξίες που είναι ικανές αν όχι να εκτοπίσουν, τουλάχιστον όμως να καταγγείλουν, τις αξίες που κυριαρχούν στο σημερινό αποιεροποιημένο κόσμο.





Ας υποθέσουμε όμως πως ένας καλλιτέχνης σήμερα θέλει να φτιάξει ένα έργο αυτού του είδους, θα μπορούσε να το κάνει? Μπορεί να γνωρίσει τόσο καλά την πνευματική πραγματικότητα, ώστε να μπορέσει να ποτίσει την τέχνη μ΄αυτή? Η τέχνη που διαθέτει μια ποιότητα ιερότητας είναι μια τέχνη που καθρεφτίζει τη θαυματουργική παρουσία του πνευματικού κόσμου. Είναι η ηχώ του ουρανού πάνω στη γη, είναι αυτή που μεταμορφώνει την ύλη στην οποία είναι σαρκωμένη, χαρίζοντας της υπερφυσική ομορφιά, απομακρύνοντας την αδιαφάνεια της, και κάνοντας τη σύμβολο ενός υψηλότερου επιπέδου πραγματικότητας. Μ' αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως φορέας που υπενθυμίζει στον άνθρωπο την πνευματική του καταγωγή και τον βοηθά στην προσπάθεια του να επιστρέψει σ' αυτή. Προϋποθέτει όμως από την πλευρά του καλλιτέχνη αυτ΄που αποκαλέσαμε μεταφυσική θέαση του σύμπαντος, το να βλέπει δηλαδή πως η πραγματικότητα πηγάζει από το θεό και πως διαθέτει μια ιεραρχική - τουτέστι πνευματική, ψυχική και  υλική - δομή. Προϋποθέτει επίσης την εισβολή του ανώτερου επιπέδου - του πνευματικού επιπέδου - στα ψυχικά και φυσικά πεδία της ύπαρξής του, επειδή ειδάλλως δε θα μπορέσει να μεταφέρει στο υλικό της τέχνης του αυτή τη φωτεινάδα, χωρίς την οποία δεν μπορεί να αποκληθεί ιερή.




Σε μια κοινωνία που η μεταφυσική θέαση των πραγμάτων είναι ο κανόνας και που όλα τα μέλη της λίγο ή πολύ συμμετέχουν στη Θρησκεία, στην οποία διαφυλάσσεται αυτή η  θέαση, σκοπός της οποίας είναι να αφυπνίσει τη γνώση γι΄αυτή σε κάθε άτομο, είναι αρκετά σαφές πως ο  καλλιτέχνης μπορεί να επιτύχει μια προσωπική εμπειρία της πνευματικής πραγματικότητας, και να αποθέσει έτσι στην τέχνη του μια ποιότητα ιερότητας. Επιπλέον, οι εικόνες και τα σύμβολα που χρησιμοποιεί στην τέχνη του, καθώς και η μέθοδος σύμφωνα με την οποία εργάζεται, είναι αυτές που έχουν είδη καθιερωθεί στην ιδιαίτερη θρησκεία του, και η αποτελεσματικότητα τους στη δημιουργία ιερής τέχνης είναι καλά δοκιμασμένη. Σε μια τέτοια παραδοσιακή κοινωνία λοιπόν η τέχνη του θα είναι οπωσδήποτε μια λειτουργική τέχνη, σχεδιασμένη να λειτουργεί σ' ένα πλαίσιο λειτουργικής και τελετουργικής παρουσίας, σ' ένα πλαίσιο προσευχής, άσκησης και θεωρίας.

Συνεχίζεται..







Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ- ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΘΕΙ Η ΜΑΧΗ- PHILIP SHERRARD



Πάει περισσότερο από τέταρτο του αιώνα από τότε που ο μακαρίτης Herbert Read δημοσίευσε ένα κείμενο που ίσως αποτελεί τις τελευταίες του σκέψεις για τη θέση των τεχνών μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Ήταν ένα άρθρο το οποίο είχε τιτλοφορήσει "Διαθήκη". Από πολλές απόψεις είναι ένα ερεθιστικό και διεργετικό άρθρο. Ο Read τρέφει πολύ λίγες ελπίδες για τις τέχνες. Μάλιστα μέχρι του σημείου να λέει πώς , "οι τέχνες  δίνουν μια χαμένη μάχη μέσα στον τεχνολογικό μας πολιτισμό". Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως αν και η μάχη δείχνει να χάνεται ή έχει κιόλας χαθεί, θα πρέπει παρ' όλα αυτά οι καλλιτέχνες να στρατευθούν σε αυτή τη μάχη. Ειδάλλως "θα αποτραβηχτούμε στην απελπισία, στη σιωπή ή σε κάποια χωματερή". Σ' ένα άλλο σημείο γίνεται ακόμη αυστηρότερος "κάθε συγγραφέας που αποτραβιέται σε ένα νησί του Αιγαίου... εισέρχεται σε μια μυστηριώδη διεργασία εκφυλισμού. Δεν πρόκειται απαραίτητα για εκφυλισμό της φυσικής κατάστασης. ¨Εχει να κάνει με τις τύψεις που γεννιούνται από την εγκατάλειψη της πρώτης γραμμής το μέτωπο των διηρημένων και αλλοτριωμένων κοινωνιών μας". Σκληρές κουβέντες και μάλιστα για κάποιον που έχει "αποσυρθεί" σε ένα αγιοπελλαγίτικο νησί. ¨Οχι όμως και ψεύτικες κατ' ανάγκη εξ' αιτίας αυτού. Αυτό όμως που το άρθρο δεν καταφέρνει να πει είναι το γιατί οι τέχνες δίνουν μια χαμένη μάχη. Σίγουρα αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα και μέχρι να απαντηθεί πράγματι να πούμε ποιος μάχεται στη γραμμή του μετώπου και ποιος όχι. Σ' αυτό το ερώτημα θα πρέπει να προσπαθήσει να απαντήσει χωριστά κάθε καλλιτέχνης. ¨Οσα δε ακολουθούν είναι η δική μου προσπάθεια να ορίσω σύντομα τη θέση μου όσον αφορά το θέμα αυτό.





Οτιδήποτε μπορεί να πει κάποιος για τα έργα τέχνης, το σίγουρο είναι πως δεν είναι ούτε αυτογέννητα ούτε αυτόνομα. Γεννιούνται από ζωντανούς άνδρες και γυναίκες ή τουλάχιστον μέσα απ΄αυτούς. Από την άποψη αυτή παίρνουν το χρώμα, σαν να λέμε, των ανθρώπων που τα γεννούν. Αντανακλούν το τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων, την συνειδησιακή τους κατάσταση, την ποιότητα της ύπαρξής τους. Ο τρόπος αυτός ζωής μπορεί να είναι πλούσιος ή φτωχός, όμορφος ή άσχημος, σημαντικός ή ασήμαντος, ανθρώπινος ή απάνθρωπος, τα έργα τέχνης που προέρχονται από αυτόν θα είναι κατ΄εικόνα των συγκεκριμένων γονέων τους. Μ΄άλλα λόγια τα έργα τέχνης πάντοτε ακολουθούν, ή πηγάζουν από τον τρόπο ζωής (ή την κατάσταση της συνείδησης ή την ποιότητα της ύπαρξης) εκείνων που είναι υπεύθυνοι γι΄αυτά. Η ζωή και η ύπαρξη προηγούνται της έκφρασής τους μέσο καλλιτεχνικών μορφών, και όχι το αντίθετο. Μία πνευματική ή ιερή τέχνη - η τέχνη ας πούμε του Βυζαντίου και της Μεσαιωνικής Ευρώπης- προϋποθέτει έναν τρόπο ζωής επικεντρωμένο στη γνώση και την εμπειρία- ή μάλλον σε μία γνώση που είναι εμπειρία- πνευματικών πραγματικοτήτων. Προϋποθέτει μία μεταφυσική θέα του σύμπαντος, σύμφωνα με την οποία η πραγματικότητα προέρχεται από το Θεό σε διαδοχικά επίπεδα - επίπεδα που μπορούν να συνοψιστούν στο πνευματικό, στο ψυχικό και στο φυσικό.

¨Οταν χάνεται αυτό το όραμα των πραγμάτων, η τέχνη παύει να έχει ένα πνευματικό ή ιερό περιεχόμενο. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως οι καλλιτέχνες δεν ζουν πλέον μια ζωή στην οποία το πρωταρχικό τους μέλημα είναι η εμπειρία της πνευματικής πραγματικότητας. Σημαίνει πως ζουν μία ζωή στην οποία τώρα καθοριστικοί παράγοντες γίνονται οι ατομικές ψυχικές - και κυρίως συναισθηματικές - δραστηριότητες, ή οι ατομικές αντιδράσεις στις αισθήσεις ή και ο συνδυασμός των δύο. Κατά συνέπεια αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους και τον κόσμο που ζούνε ως αυθύπαρκτες πραγματικότητες, ανεξάρτητες από το Θεό. Η δυτική τέχνη των τελευταίων λίγων αιώνων είναι κατά το μέγιστο μ΄ερος της, αντανάκλαση αυτού του τρόπου θέασης των πραγμάτων. Είναι το αρχείο όλων όσων συμβαίνουν όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να ζει ως να ήταν μια αυτεξούσια ψυχή και αίσθηση και ως εάν το σύμπαν να μην ήταν πολυδιάρθρωτο αλλά περιορισμένο σε καθαρά ψυχολογικές και φυσικές διαστάσεις.






Μια τιμή πρέπει να πληρωθεί για το κάθε τι : η επιλογή συνεπάγεται κάποια διαγραφή. Αν διαλέξω να ζήσω σαν να μπορούσα να ήμουν ανθρώπινος, ταυτιζόμενος όμως μόνο με τις ψυχοφυσικές μου πτυχές, τότε αφαιρώ από τη ζωή μου και συνεπώς την τέχνη μου οτιδήποτε ξεπερνά το ψυχοφυσικό, οτιδήποτε είναι πνευματικό και ικανό να προικίσει εμένα και την τέχνη μου με μια πνευματική και ιερή ποιότητα. Καταδικάζομαι να ζήσω σ' έναν κόσμο και να δημιουργήσω έναν κόσμο, ο οποίος όλο και περισσότερο θα αντανακλά την ιδέα που έχω τώρα για τον εαυτό μου, την ιδέα αυτού που κρατώ τώρα για το τι είναι πραγματικό, εφικτό και σπουδαίο, ένα κόσμο που θα αντανακλά όλο και περισσότερο τους κανόνες μιας βέβηλης στάσης και την ολοκληρωτικά υλιστική αίσθηση ζωής που την συνοδεύει. Τελικές συνέπειες αυτής της επιλογής, που ανοίχθηκαν σε κοινοτική κλίμακα και αγκάλιασαν ολόκληρη την δυτική κοινωνία, είναι ο σύγχρονος τεχνολογικός κόσμος: ένας κόσμος ο οποίος αφενός εκπροσωπεί την τελική αντικειμενική ενσωμάτωση των κανόνων της υλιστικής σκέψης και λογικής στις ατελείωτες εκμηδενιστικές, τεχνικές και μηχανικές διαδικασίες, και αφετέρου χαρακτηρίζεται από μια αναζήτηση όλο και πιο δυνατών διεργετικων και βίαιων μορφών συναισθηματικών ή σωματικών εντυπώσεων. Ένας τέτοιος κόσμος είναι όντος μία reductio ad absurdum ενός τρόπου Ζωής βασισμένου πάνω στην ιδέα πως ο άνθρωπος συντίθεται από ψυχή και σώμα και τίποτε περισσότερο.




Αν σύμφωνα με τον τρόπο που διαβάζουμε την πρόσφατη ιστορία μας αναρωτηθούμε τώρα γιατί οι τέχνες δίνουν μια χαμένη μάχη στον τεχνολογικό μας πολιτισμό ή γιατί την έχουν κιόλας χάσει, η απάντηση θα είναι παρόμοια μ' αυτήν που δόθηκε σε μιαν άλλη ευκαιρία, δηλαδή πως ο διάβολος δεν μπορεί να διώξει τον διάβολο. Μια τέχνη που η ίδια είναι προϊόν του ίδιου ακριβώς τρόπου και αίσθησης ζωής μ' αυτόν που έχει παράγει αυτόν τον πολιτισμό, δεν έχει την δύναμη να εμποδίσει ή να ελέγξει ή τέλος πάντων να επαναπροσανατολίσει την ανάπτυξη του κόσμου του οποίου είναι τμήμα: θα ηττηθεί ευθύς εξ αρχής. Καλλιτέχνες που ο τρόπος ζωής τους δεν περιλαμβάνει την εμπειρία της πνευματικής πραγματικότητας ή τουλάχιστον την αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας, και που η τέχνη ως εκ τούτου είναι προϊόν των ατομικών και υποκειμενικών νοητικών, συναισθηματικών ή αισθησιακών ενεργειών και προκαταλήψεων τους, αυταπατώνται απλώς αν ισχυρίζονται πως βρίσκονται στην προκεχωρημένη γραμμή της πολιτιστικής μάχης ενάντια στην κυριαρχία των μηχανών, στη διαφθορά του γούστου, στην απέραντη απανθρωπιά που τυποποιεί τις σύγχρονες κοινωνίες: είναι υποχείριοι και θύματα και όργανα αυτών ακριβώς των επιδράσεων που έχουν σχηματίσει αυτές τις κοινωνίες, όποια χειρονομία αποδοκιμασίας ή κραυγή αγανάκτησης κι αν απευθύνουν εναντίον τους.

Η πικρή αλήθεια είναι πως οι καλλιτέχνες και τα έργα τέχνης που έχουν διαμορφώσει την τοπική κουλτούρα του Ευρωπαϊκού και Αμερικάνικου κόσμου - αυτήν την κουλτούρα υπέρ της οποίας, σύμφωνα με τον Herbert Read, πρέπει να πολεμήσουμε - είναι εν πολλοίς τα κύρια στοιχεία αυτής ακριβώς της διάσπασης και αποξένωσης που γίνεται τώρα όλο και πιο φανερή. Δεν υπάρχει καμία τέχνη που να μπορεί να αντισταθεί, πολύ περισσότερο δε να εμποδίσει τη θριαμβευτική πορεία του τεχνολογικού μας πολιτισμού, σε οποιαδήποτε νέμεση κι αν μας οδηγεί, εκτός απ' αυτή που πηγάζει από έναν τρόπο ζωής που το όραμα και η θεμελιώδης του εμπειρία υπερβαίνουν τις φυσικές και υλιστικές κατηγορίες των οποίων αυτός ο πολιτισμός είναι η τελική τερατώδης προβολή. Και δεν μπορεί να υπάρξει καμιά τέχνη που να φανερώνει ένα τέτοιο όραμα και μια τέτοια εμπειρία - καμιά τέχνη που να διαθέτει κάποια ιερή ποιότητα - αν δεν υπάρξουν καλλιτέχνες που θα έχουν ανακαλύψει ξανά έναν τρόπο ζωής στον οποίο θα είναι δυνατή η πραγματοποίησή της.

Συνεχίζεται...



Τρίτη 3 Μαΐου 2011

ΤΟ Χ


Σαν πέτρες ξέχωρες, σαν βουνά χωρισμένα, σαν σκίσιμο, άνοιγμα.
Μόνο ο πάσχων ζει αυτό τον χωρισμό. Ολόκληρος σχίζεται, κόπτεται στη μέση.
Ούτε κόλαση, ούτε παράδεισος, παρά μονάχα ένα βαθύ ρήγμα, αποκαλυπτόμενη η γύμνια του.
Εκεί ο τυφλός ζητά το φως του.
Ο λόγος του ανθρώπου γεννάται στην απορία, είναι αίτημα και ζήτημα ζωής.
Ο βαθύτερος τόπος.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

H ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ


Ξεκινούν ανασκαφές για τα... οστά της Μόνα Λίζα

 

Ανασκαφές σε μοναστήρι στη Φλωρεντία θα ξεκινήσουν σύντομα Ιταλοί ερευνητές με σκοπό να ανακαλύψουν τα οστά γυναίκας της Αναγέννησης, που πιστεύεται ότι ήταν το μοντέλο για την Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Αν επιτύχουν η έρευνα μπορεί να πιστοποιήσει την ταυτότητα της γυναίκας που εικονίζεται στο αριστούργημα του Λεονάρντο ντα Βίντσι -ένα μυστήριο που έχει απασχολήσει ειδικούς και εραστές της τέχνης επί αιώνες και έχει οδηγήσει σε αμέτρητες θεωρίες.

Στόχος είναι ο εντοπισμός του λειψάνου της Λίζα Γκεραρντίνι, συζύγου ενός πλούσιου εμπόρου μεταξιού ονόματι Φραντσέσκο ντελ Τζιοκόντο. Η παράδοση έχει συνδέσει την Γκεραρντίνι με τον πίνακα, που είναι γνωστός στα ιταλικά ως «Λα Τζιοκόντα». Ο Τζιόρτζιο Βαζάρι, καλλιτέχνης και βιογράφος του 16ου αιώνα, έγραψε ότι ο Λεονάρντο ζωγράφισε ένα πορτρέτο της γυναίκας του Τζιοκόντο.

Η Γκεραρντίνι γεννήθηκε το 1479. Πριν από λίγα χρόνια, ερασιτέχνης Ιταλός ιστορικός ανακοίνωσε ότι βρήκε το πιστοποιητικό θανάτου, που δείχνει ότι η Γκεραρντίνι πέθανε στις 15 Ιουλίου του 1542 και ετάφη στη μονή της Αγίας Ούρσουλας, στο κέντρο της Φλωρεντίας. Εκεί θα αρχίσουν οι ανασκαφές σύντομα δήλωσε ο Σιλβάνο Βιντσέτι, ερευνητής ιστορικός και επικεφαλής της ομάδας.
  • Δοκιμασμένες τεχνικές
Οι ερευνητές έχουν ήδη ανασυγκροτήσει το πρόσωπο κάποιων Ιταλών καλλιτεχνών βάσει κρανίων τους. Πέρυσι ανακοίνωσαν ότι ταυτοποίησαν οστά του Καραβάτζιο και ότι ανακάλυψαν μια πιθανή αιτία θανάτου, 400 χρόνια αφότου ο μεγάλος καλλιτέχνης πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Αν εντοπιστούν οστά της Γκεραρντίνι, οι ερευνητές θα τα χρονολογήσουν με τη μέθοδο του άνθρακα και θα συγκρίνουν το DNA με αυτό από τα οστά των παιδιών της Γκεραρντίνι, κάποια από τα οποία είναι θαμμένα σε μια βασιλική (εκκλησία), επίσης στη Φλωρεντία.

Τέλος, αν βρεθούν θραύσματα από το κρανίο της σε σχετικά καλή κατάσταση, οι ερευνητές θα επιχειρήσουν να ανασυγκροτήσουν το πρόσωπό της.

Πηγή arts

 


ΣΧΟΛΙΟ.
Οι επιστήμονες, θα αποδείξουν τον μύθο, θα ενσαρκώσουν με κόκαλα το Αρχέτυπο.
Θα το γεμίσουν με κερί, και αναγεννημένο, θα βγει για δημόσιο προσκύνημα στο μουσείο.