Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

Γέροντα, νιώθω αγωνία, φόβο, για ό,τι μας περιμένει.


Φωτογραφία του χρήστη Εκκωφαντική Σιωπή.



- Αυτός ο φόβος μας βοηθάει νά γαντζωθούμε στον Χριστό.
Όχι ότι πρέπει νά χαίρεται κανείς γι” αυτήν την κατάσταση πού περιμένουμε, άλλα νά χαίρεται, γιατί θά άγωνισθή γιά τον Χριστό. Δηλαδή δέν θά περάσουμε μιά κατοχή ενός Χίτλερ ή ενός Μουσολίνι, άλλα θά δώσουμε εξετάσεις γιά τον Χριστό. Δέν είναι ότι θά έχουμε εμείς πολυβόλα, ατομικές βόμβες ανώτερες, και θά νικήσουμε.
Τώρα ό αγώνας θά είναι πνευματικός. Θά παλέψουμε μέ τον ίδιο τον διάβολο. Ό διάβολος όμως δέν έχει καμμιά εξουσία, αν δέν του δώσουμε εμείς εξουσία. Τί νά φοβηθούμε; Αν ήταν Χίτλερ ή Μουσολίνι, ήταν άλλο. Νά μήν υπάρχη φόβος.
Νά χαιρώμαστε πού ή μάχη είναι πνευματική. Έάν ζήτε μοναχικά, πατερικά, και… προσέχετε, θά δικαιούσθε την θεία επέμβαση σε κάθε επίθεση του εχθρού. Άν υπάρχουν άνθρωποι προσευχής, ταπεινοί, πού έχουν πόνο και αγάπη, είναι κεφάλαια πνευματικά, είναι «βάσεις» πνευματικές. Δυό-τρείς ψυχές νά υπάρχουν σε ένα μοναστήρι πού νά σκέφτωνται τον πόνο των άλλων και νά προσεύχωνται, είναι πνευματικό οχυρό. Καθηλώνουν τά πάντα.
Απόσπασμα από τις σελίδες 332 -336 του βιβλίου: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: «ΛΟΓΟΙ Β΄ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ» ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
https://www.facebook.com/ekkofantikisiopi/

Τα τελευταία συγκλονιστικά λόγια του Αγίου Λουκά του Ιατρού Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως Κριμαίας


(Ο Άγιος Λουκάς συνέχιζε να κηρύττει ανελλιπώς ως την Κυριακή της Τυρινής, οπότε έκανε και το τελευταίο του κήρυγμα)

Φωνή Αγίου Λουκά

«Παιδιά μου πολύ σας παρακαλώ!

Ντυθείτε με την πανοπλία που δίνει ο Θεός για να μπορέσετε να αντιμετωπίσετε τα τεχνάσματα του διαβόλου.

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο πονηρός είναι.

Δεν έχουμε να παλέψουμε με ανθρώπους αλλά με αρχές και εξουσίες, δηλαδή με πονηρά πνεύματα. Προσέξτε!

Τον διάβολο δεν τον συμφέρει να δεχτεί κανείς την ύπαρξή του, να σκέφτεται, και να αισθάνεται, ότι είναι κοντά στον άνθρωπο.

Ένας κρυφός και άγνωστος εχθρός είναι πιο επικίνδυνος από έναν ορατό εχθρό…

Ω, πόσο μεγάλος και τρομερός είναι ο στρατός των δαιμόνων!

Πόσο αμέτρητο είναι το μαύρο τους πλήθος.

Αμετάβλητα, ακούραστα μέρα και νύχτα επιδιώκουν να σπρώξουν όλους εμάς που πιστεύουμε στο όνομα του Χριστού, να μας παρασύρουν στο δρόμο της απιστίας, της κακίας και της ασέβειας!

Αυτοί οι αμέτρητοι εχθροί του Θεού έχουν βάλει ως μοναδικό τους σκοπό μέρα και νύχτα να επιδιώκουν την κατάστροφή μας.

Όμως, μη φοβάστε, πάρτε δύναμη από το όνομα του Ιησού».




https://oikohouse.wordpress.com
Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Πηγή: βίντεο στο youtube
Εικόνα από: missia.od.ua


yiorgosthalassis
https://amethystosbooks.blogspot.com/

Ο Όσιος Ισάακιος ο Έγκλειστος και η μεγάλη πειρασμική δοκιμασία του.


ΟΣΙΟΣ ΙΣΑΑΚΙΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ
Δεν είναι δυνατό ν' αποφύγει ο άνθρωπος τους πειρασμούς. Εάν ο πονηρός τόλμησε να πειράξει στην έρημο τον ίδιο τον Κύριο, πολύ περισσότερο τους δούλους Του. Αυτό όμως γίνεται κατά παραχώρηση Θεού. Γιατί όπως το χρυσάφι δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά και καθαρίζεται και λαμπικάρετε και αστράφτει, έτσι και ο πιστός άνθρωπος, που δοκιμάζεται μέσα στη φωτιά των πειρασμών, θα λάμψη τελικά σαν τον ήλιο μπροστά στο Θεό με τα καλά του έργα, ενώ ο εχθρός που σπέρνει τους πειρασμούς θα παραδοθεί στο αιώνιο πυρ.
Μια μεγάλη πειρασμική δοκιμασία πέρασε και ο όσιος πατέρας μας Ισαάκιος ο έγκλειστος. 
Ο όσιος Ισαάκιος, που το κοσμικό του επώνυμο ήταν Τοροπτσάνιν, ασκούσε το εμπόριο και είχε αποκτήσει πολλά πλούτη. 
Κάποτε όμως η αγαθή του διάνοια σκέφτηκε ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα...». Μοίρασε τότε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ήρθε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, ποθώντας ν' αφιερωθεί στον Κύριο. 
  Ο όσιος Αντώνιος, αφού δοκίμασε την αγάπη του στο Θεό και το ζήλο του για το μοναχικό βίο, τον κούρεψε μοναχό. Από τότε ο ιερός Ισαάκιος, φλεγόμενος από θείο έρωτα, άρχισε μια σκληρή ασκητική ζωή. Με την ευλογία του οσίου Αντωνίου κλείστηκε στο βάθος του σπηλαίου, στο πιο σκοτεινό και ανάερο κελί. Ήταν υγρό, αποπνικτικό και τόσο στενό, που έμοιαζε μάλλον με φρικώδη υπόγειο τάφο παρά με μοναχικό κελί. 
Θέλοντας επίσης να ταλαιπωρήσει και ν' ασκήσει το σώμα του, έβγαλε το τρίχινο πουκάμισο που φορούσαν όλοι οι αδελφοί. Ζήτησε να του αγοράσουν μια κατσίκα. Όταν του την έφεραν, την έγδαρε και φόρεσε το τομάρι της, έτσι όπως ήταν, νωπό και ακατέργαστο, και τ' άφησε να στεγνώσει πάνω στο σώμα του! Μ' αυτό το «ένδυμα» κλείστηκε ο όσιος μέσα στην κατασκότεινη υπόγεια τρύπα του, έχτισε την είσοδο της και παραδόθηκε στα χέρια του Θεού. 

 Προσευχόταν αδιάλειπτα στον Κύριο με δάκρυα, χωρίς να γνωρίζει πότε ήταν νύχτα και πότε μέρα. Στρώμα δεν είχε και ποτέ δεν ξάπλωνε για ύπνο. Κοιμόταν ελάχιστα, καθισμένος σ' ένα κούτσουρο. Έτρωγε μόνο μέρα παρά μέρα λίγο πρόσφορο, κι έπινε λίγο νερό που του έφερνε ο ίδιος ο όσιος Αντώνιος, ο μόνος που άλλαζε μαζί του μερικές κουβέντες. Την τροφή του την έδινε από μια μικρή θυρίδα, απ' όπου μόλις χωρούσε να περάσει το χέρι. 

Ο όσιος Ισαάκιος πέρασε επτά χρόνια σ' αυτή τη σκληρή άσκηση. Αλίμονο όμως! Η καρδιά του δεν έμεινε εντελώς καθαρή από την κενοδοξία. Κάποια ίχνη του δαιμονικού αυτού πάθους μόλυναν τη συνείδησή του. Κι έτσι τον βρήκε μεγάλη συμφορά. Κάποια νύχτα, όταν ο μακάριος έκανε τις συνηθισμένες του μετάνοιες κι έλεγε τους ψαλμούς του μεσονυκτικού, ένιωσε μεγάλη κόπωση και αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Έσβησε το κερί και κάθισε. Και να! Έξαφνα το σκοτάδι του κελιού διαλύθηκε. Έλαμψε «φως μέγα»! Τι φως ήταν εκείνο! Δυνατό κι εκτυφλωτικό σαν του ήλιου! Ο όσιος αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του, ανίκανος να κοιτάξει ελεύθερα. Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν δυο πανέμορφοι νέοι με λαμπερά πρόσωπα. 
— Ισαάκιε, είπαν στον όσιο, είμαστε άγγελοι και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε πως, να! έρχεται σε σένα ο Χριστός μαζί με τους άλλους αγγέλους τ' ουρανού. 

Ταλαίπωρε άνθρωπε του Θεού! Που να ήξερες ότι είχες μπροστά σου δαίμονες, που ήρθαν για να σε πλανήσουν! Ξέχασες ότι ο σατανάς μπορεί να «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» και «οι διάκονοι αυτού ως διάκονοι δικαιοσύνης»!... 

  Σήκωσε λοιπόν ο όσιος τα μάτια του με δυσκολία, και Τι βλέπει! Πλήθος δαιμόνων, που εκείνος τους πέρασε για αγγέλους, με πρόσωπα αστραφτερά, κι ανάμεσα τους κάποιον που έλαμπε περισσότερο από τους άλλους, εκπέμποντας φωτεινές ακτίνες.
 - Ισαάκιε! πρόσταξαν οι δαίμονες. Να ο Χριστός! Πέσε να τον προσκύνησης! Ανίκανος να διακρίνει τη δαιμονική πλεκτάνη ο μακάριος, ξέχασε να επικαλεσθεί τη βοήθεια του Κυρίου ή να κάνη το σημείο του σταυρού, που κατατροπώνει τους δαίμονες. Έπεσε λοιπόν ο δυστυχής και προσκύνησε το διάβολο σαν Χριστό! Αυτοστιγμεί οι δαίμονες ξέσπασαν σε τρομακτικές νικητήριες ιαχές, κραυγάζοντας θριαμβευτικά: 
—Δικός μας είσαι, Ισαάκιε! Δικός μας! 

Ύστερα άρπαξαν τον όσιο, τον έβαλαν να καθίσει χάμω και μαζεύτηκαν γύρω του. Μεμιάς το κελί γέμισε ασφυκτικά με δαίμονες. Τότε ο υποτιθέμενος Χριστός πρόσταξε: 
— Πάρτε τα όργανα! Πιάστε τα τύμπανα! Παίξτε πανηγυρικά! Και ο Ισαάκιος να μας χορέψει! 
 Εμφανίστηκαν αμέσως πολυάριθμοι δαίμονες με μουσικά όργανα και άρχισαν να παίζουν μια μουσική εκκωφαντική και ανατριχιαστική, αληθινά δαιμονική. Την ίδια στιγμή άλλοι δαίμονες σήκωσαν τον όσιο και τον ανάγκασαν να χορέψει μαζί τους στον τρελό ρυθμό της μουσικής. Ο χορός εκείνος κράτησε πολλές ώρες. Τόσες ώρες κράτησε και ο εμπαιγμός του οσίου από τους δαίμονες. Αφού τον παίδεψαν έτσι βάναυσα, τον παράτησαν κάτω μισοπεθαμένο κι εξαφανίστηκαν. Είχε φτάσει ήδη το πρωί. 

 Ο όσιος Αντώνιος ήρθε στο παραθυράκι του μικρού κελιού, φέρνοντας όπως πάντα λίγο πρόσφορο και νερό. 
—Ευλόγησον, πάτερ Ισαάκιε, είπε χαμηλόφωνα. Δεν πήρε απάντηση. 
- Πάτερ Ισαάκιε, ευλόγησον! είπε πάλι πιο δυνατά. 
Σιγή. Ο όσιος Αντώνιος επανέλαβε δύο-τρεις φορές ακόμα το χαιρετισμό. Από το κελλάκι όμως δεν ακουγόταν το παραμικρό. Νόμισε τότε ότι ο Ισαάκιος είχε παραδώσει το πνεύμα του στον Κύριο. Ειδοποίησε να έρθουν ο όσιος Θεοδόσιος και οι αδελφοί από το μοναστήρι. Πράγματι, σε λίγο ήρθαν οι πατέρες, άνοιξαν την είσοδο της σπηλιάς και τράβηξαν τον όσιο, νομίζοντας πως ήταν νεκρός. Όταν όμως τον έβγαλαν έξω διαπίστωσαν ότι ζούσε ακόμη. Μόλις που ανέπνεε. Το σώμα του ήταν ξυλιασμένο, ανίκανο να κάνη την παραμικρή κίνηση. Το στόμα μισάνοιχτο. Τα μάτια γουρλωμένα και το βλέμμα απλανές. Σύντομα κατάλαβαν ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, να μιλήσει ή να κατανοήσει οτιδήποτε. Ο όσιος Αντώνιος δεν άργησε να καταλάβει πως ο έγκλειστος μοναχός είχε δεχτή δαιμονική επίθεση. Από κείνη τη στιγμή τον πήρε στο μοναχικό του κελί και τον υπηρετούσε με κόπο πολύ. Κι όταν αναγκάστηκε να φυγή από το Κίεβο, διωγμένος από τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, τη φροντίδα του δαιμονόπληκτου αδελφού ανέλαβαν ο άγιος Θεοδόσιος και οι άλλοι πατέρες. Τον πήραν στη μονή των Σπηλαίων και μέρα-νύχτα αγωνίζονταν να τον ανακουφίσουν και να τον συνεφέρουν. 
  Ο δυστυχής Ισαάκιος ήταν πράγματι σε κακό χάλι. Διαλυμένος ψυχικά και σωματικά, κουφός και άλαλος, όχι μόνο να σηκωθεί δεν μπορούσε, αλλά ούτε να γυρίσει πάνω στην κλίνη. Έμενε συνεχώς ξαπλωμένος και ακίνητος, ώσπου πλήγιασε και σκουλήκιασε. Κι ας τον καθάριζε ακούραστα και με αγάπη κάθε μέρα ο ίδιος ο όσιος Θεοδόσιος. Κι ας τον έπλεναν οι αδελφοί. Ούτε τροφή μπορούσε να πάρει. Με χίλιες δυσκολίες κατόρθωναν να χώσουν από το μισάνοιχτο στόμα μέχρι το λαρύγγι του λίγη υγρή τροφή, που την κατάπινε με πολύ κόπο. Αυτή η κατάσταση κράτησε δυο χρόνια. Ο όσιος Θεοδόσιος προσευχόταν καθημερινά από πάνω του και με δάκρυα παρακαλούσε τον πολυεύσπλαχνο Θεό να λυπηθεί το δούλο Του και να τον λυτρώσει από την κυριαρχία των δαιμόνων.
 Ώσπου μια μέρα, μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο της ταλαιπωρίας του, ο Ισαάκιος μίλησε! Ζήτησε ψιθυριστά να τον σηκώσουν και να τον στήσουν όρθιο. Τον σήκωσαν. Δεν μπόρεσε όμως να σταθεί. Έπεσε κάτω και περπατούσε με τα τέσσερα, σαν μωρό παιδί. Σιγά-σιγά έδειξε σημάδια βελτιώσεως. Στην εκκλησία όμως δεν πήγαινε. Τον οδήγησαν αρκετές φορές με τη βία. Και με τον καιρό άρχισε να πηγαίνει μόνος του. Το ίδιο και στην τράπεζα. Καθόταν ξέχωρα από τους αδελφούς και δεν επικοινωνούσε με κανένα. Έβαζαν ψωμί μπροστά του, μα δεν το άγγιζε. Του το 'βαζαν στα χέρια και τον ανάγκαζαν να το φάει, πότε με παρακλήσεις πότε με επιτιμήσεις. 
Κάποτε όμως ο όσιος Θεοδόσιος, θέλοντας να τον λυτρώσει από τη δαιμονική επήρεια, είπε αυστηρά:
 — Αφήστε το ψωμί μπροστά του, όχι στα χέρια! Να φάει μόνος του! Για μια βδομάδα ο όσιος Ισαάκιος δεν έφαγε τίποτα. Κατόπιν όμως, βλέποντας τους άλλους να τρώνε, έπιασε κι εκείνος το ψωμί και έφαγε. Αυτή ήταν η αρχή για την οριστική απαλλαγή του από τα δαιμονικά δεσμά. 

 Μετά την κοίμηση του οσίου Θεοδοσίου, στην αρχή της ηγουμενίας του οσίου Στεφάνου, ο μακάριος Ισαάκιος ξαναβρήκε εντελώς τον εαυτό του, απελευθερωμένος πια από τις αλυσίδες του πονηρού. 
Τότε, με την έγκριση του ηγουμένου Στεφάνου, ο όσιος ρίχτηκε πάλι σε σκληρή άσκηση, όχι όμως τώρα στο σκοτεινό κελί, απομονωμένος και ανυπεράσπιστος, αλλά μέσα στο μοναστήρι, περιφρουρημένος από την παρουσία και τη στήριξη του ηγουμένου και των αδελφών. Διδαγμένος τώρα από το πάθημα του, απευθυνόταν στον πονηρό και του έλεγε: 
— Ω διάβολε, εσύ που με πλάνησες όταν ήμουν μόνος στο σπήλαιο! Από δω και πέρα δεν θ' αγωνιστώ πια μόνος και έγκλειστος. Θα σε πολεμήσω μέσα εδώ, στο μοναστήρι μου και θα σε νικήσω με τη χάρη του Θεού και τις ευχές των αδελφών! Φόρεσε, όπως όλοι, το τρίχινο ένδυμα και με ζήλο επιδόθηκε στα κοινοβιακά έργα. Εργαζόταν υπάκουα κάτω από τις εντολές όλων των αδελφών διακονητών. Πρώτος πήγαινε στο διακόνημα, πρώτος και στην εκκλησία. Όρθιος και αμετακίνητος στεκόταν μέσα στο ναό μέχρι το τέλος των ακολουθιών. Φορούσε κάτι τρύπια παλιοπάπουτσα χειμώνα-καλοκαίρι. Στις μεγάλες χειμωνιάτικες παγωνιές, τα μισόγυμνα πόδια του ξύλιαζαν πάνω στις κρύες πέτρες του δαπέδου της εκκλησίας. Ο όσιος όμως, δεν έκανε την παραμικρή κίνηση μέχρι την απόλυση. Μετά την πρωινή ακολουθία πήγαινε στο μαγειρείο, άναβε τη φωτιά, έφερνε νερό κι έκανε όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για το μαγείρεμα. Όταν έρχονταν οι μάγειροι, τα εύρισκαν όλα έτοιμα.

 Μια φορά ένας από τους μαγείρους, Ισαάκ στο όνομα, θέλησε να πειράξει το μακάριο και του είπε: 
— Πάτερ Ισαάκιε! Να, εκεί στο δέντρο κάθισε ένας κόρακας. Πήγαινε, πιάσ' τον και φέρ' τον εδώ! Εκείνος έβαλε βαθιά μετάνοια, βγήκε έξω, σκαρφάλωσε στο δέντρο κι έπιασε τον κόρακα χωρίς δυσκολία. Το πουλί, κατά παραχώρηση Θεού, δεν τρόμαξε ούτε προσπάθησε να πετάξει. Άφησε τον όσιο να το πιάσει στ' ασκητικά χέρια του και να το φέρει στο μαγειρείο. Έμειναν σαν αποσβολωμένοι οι μάγειροι σαν είδαν τ' αποτελέσματα της απλότητας και της υπακοής του αγίου. Ενημέρωσαν τον ηγούμενο και τους αδελφούς, που από τότε άρχισαν να τον τιμούν σαν χαρισματούχο. Ο θείος Ισαάκιος όμως, για ν' αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων και μια δεύτερη πτώση σε δαιμονική παγίδα, άρχισε να παριστάνει το σάλο. Έλεγε λόγια παράξενα, έκανε τρέλες και προξενούσε ζημιές άλλοτε στους αδελφούς και άλλοτε στους περαστικούς κοσμικούς, με αποτέλεσμα να δέχεται ονειδισμούς, πειράγματα και ραπίσματα. 
 Καταφύγιό του ήταν το σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, άδειο τώρα μετά την κοίμησή του. Εκεί προσευχόταν νύχτα και μέρα γυμνός, υπομένοντας τη βασανιστική παγωνιά. Μια νύχτα ο μακάριος άναψε την παλιά, τρύπια ξυλόσομπα του σπηλαίου. Αυτή όμως κάποια στιγμή φούντωσε κι άρχισε να βγάζει μεγάλες φλόγες από τις ρωγμές. Τότε ο όσιος, μην έχοντας άλλο μέσο για να καταστείλει τη φωτιά, άνοιξε το καπάκι της σόμπας και πάτησε μέσα, πάνω στ' αναμμένα ξύλα, με τα γυμνά του πόδια. Στεκόταν εκεί αρκετή ώρα, μέχρι που η φωτιά έσβησε. Ωστόσο εκείνος δεν είχε υποστεί το παραμικρό έγκαυμα. Πολλά παρόμοια θαυμάσια επετέλεσε ο όσιος, που μετά τον εμπαιγμό του από τους δαίμονες, είχε γίνει με τη χάρη του Θεού χλευαστής τους. Πολλές φορές εμφανίστηκαν οι δαίμονες και προσπάθησαν να τον τρομάξουν, φωνάζοντας: 
- Είσαι δικός μας, Ισαάκιε! Είσαι δικός μας, γιατί προσκύνησες τον άρχοντα μας! Εκείνος όμως τους απαντούσε θαρρετά:
 —Ο άρχοντας σας είναι ο Βεελζεβούλ, που δεν έχει δύναμη περισσότερη από μια μύγα. Γι` αυτό και δεν τον φοβάμαι, όπως δεν φοβάμαι κι εσάς τα μυγάκια, τους δούλους του. Με απατήσατε μια φορά, γιατί δεν γνώριζα τις πονηριές και τις πλεκτάνες σας. Τώρα όμως, με τη δύναμη του Κυρίου μου Ιησού Χριστού και με τις ευχές των οσίων πατέρων μου Αντωνίου και Θεοδοσίου, δεν θα με νικήσετε πια. Θα νικηθείτε και θα σκορπίσετε σαν μύγες! 
Και λέγοντας αυτά ο όσιος σχημάτιζε το σημείο του σταυρού πάνω στο σώμα του κι έδιωχνε τους δαίμονες, που έφευγαν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένα σκυλιά. Όμως δεν το έβαζαν κάτω. Ξανάρχονταν αργότερα με την ίδια κακία και περισσότερη αγριότητα. Τις νύχτες μαζεύονταν έξω από το κελί του οσίου και δημιουργούσαν τρομακτικούς θορύβους. Τσίριζαν, κραύγαζαν, χτυπούσαν σιδερικά, απειλούσαν... 
— Ισαάκιεεεε! φώναζαν. Θα κατασκάψουμε το σπήλαιο και θα σε θάψουμε ζωντανό! 
— Φύγε από δω, καταραμένε!, έλεγαν άλλοι. Θα σε παραχώσουμε μέσα στη γη! Ο όσιος όμως με ηρεμία και παρρησία τους απαντούσε: 
—Αν ήσασταν άνθρωποι του Θεού θα περπατούσατε στο φως της ημέρας, «ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία». Επειδή όμως υπηρετείτε το σκοτεινό διάβολο, γι' αυτό περπατάτε στο σκοτάδι της νύχτας, όπως ο αρχηγός σας, ο κοσμοκράτορας του σκότους, που «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί και ουκ οίδε που υπάγει, ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». 

Τέτοια και άλλα παρόμοια έλεγε ο μακάριος Ισαάκιος στους δαίμονες, κάνοντας πάντοτε το σημείο του τιμίου σταυρού. Αμέσως οι δαίμονες εξαφανίζονταν σαν καπνός. Άλλοτε έπαιρναν τη μορφή αγρίων ζώων. Μετασχηματίζονταν σε αρκούδες, λύκους, λιοντάρια ή άλλα αρπακτικά θηρία και ορμούσαν με μουγκρητά και ουρλιαχτά εναντίον του, τάχα για να τον κατασπαράξουν. Άλλοτε πάλι έρχονταν κατά εκατοντάδες σαν φίδια, βατράχια, ποντίκια και άλλα ερπετά ή τρωκτικά, σφυρίζοντας απαίσια. Σ' όλες τις περιπτώσεις όμως οι δαιμονικές φαντασίες διαλύονταν με την επίκληση του ονόματος του Χριστού και με το σημείο του σταυρού. Και τα πονηρά πνεύματα έφευγαν έντρομα, ξεφωνίζοντας:
 - Αχ, Ισαάκιε, μας νίκησες! Μας νίκησες! 
- Δεν σας νίκησα εγώ, αλλά ο παντοδύναμος Κύριός μου! απαντούσε ο όσιος. Εμένα με νικήσατε, τότε που μου φανερωθήκατε με τη μορφή των αγγέλων και του Κυρίου. Αλλά να! Τώρα εμφανίζεστε έτσι που σας ταιριάζει, με τη μορφή ακάθαρτων ζώων, αφού κι εσείς είστε ακάθαρτοι! 
Τρία χρόνια πολέμησε έτσι σκληρά με τους δαίμονες ο θειότατος Ισαάκιος. Μετά δεν τόλμησαν να τον ξαναπειράξουν, ηττημένοι πια από τη χάρη του Θεού, που αναπαυόταν στο βιαστή και πνευματέμφορο δούλο Του. 
Από τότε εγκαταστάθηκε πάλι στο μοναχικό του σπήλαιο, περιμένοντας το τέλος του με μεγαλύτερη ακόμη άσκηση — νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Σε λίγο καιρό όμως ασθένησε. Είχε έρθει η ώρα της κλήσεώς του από τον Κύριο, στις αιώνιες μονές του Πατρός. Οι αδελφοί τον μετέφεραν στο μοναστήρι. 

Σε οκτώ μέρες αναχώρησε ειρηνικά για τη χώρα των ζώντων. Ό ηγούμενος Ιωάννης και οι αδελφοί, κήδεψαν με μεγάλη τιμή το σώμα του στον υπόγειο τόπο όπου αναπαύονται τα σεπτά λείψανα και των άλλων αγίων ασκητών της Λαύρας. Έτσι ο καλός στρατιώτης του Χριστού, αν και νικήθηκε αρχικά από τον πανούργο εχθρό της σωτηρίας μας, μετά αναδείχθηκε νικητής και κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου
 Έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου.
https://proskynitis.blogspot.com/2016/06/blog-post_34.html

Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς






*****
Ο άγιος Παναγής γεννήθηκε το 1801 στην Κεφαλληνία από ευγενή οικογένεια, ενώ από μικρό παιδί φανέρωσε ζωηρή ευφυΐα και μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση των ιερών βιβλίων. Όταν πέθανε ο πατέρας του υποχρεώθηκε να αναλάβει την προστασία της μητέρας του και της αδελφής του και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Σύντομα όμως παραιτήθηκε για να αποφύγει συμβιβασμούς υπό την πίεση των Αρχών της αγγλικής κατοχής , ως προς την πίστη του και τα πατριωτικά του αισθήματα, και άσκησε το επάγγελμά του ιδιωτικά, μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο εγκαταλείποντας την οικογένειά του και την σταδιοδρομία του και γινόμενος μοναχός στην Μονή της Παναγίας των Βλαχερνών στην νήσο Δίο. 
Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στο Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί την ασκητική βιοτή που διήγε σε όλη του την ζωή, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα πέντε ετών και έκτοτε αφιερώθηκε ολόκληρος στην υπηρεσία της Εκκλησίας, με την καθημερινή σχεδόν τέλεση της θείας Λειτουργίας, με το κήρυγμα και κυρίως με το παράδειγμα των ευαγγελικών αρετών του. Στεκόταν στην εκκλησία ως στύλος προσευχής, και όταν έβγαινε το έκανε για να μοιράσει ελεημοσύνες, να επισκεφθεί δεινοπαθούντες ή να φέρει πίσω στο ποίμνιο παραστρατημένες ψυχές. Αρνήθηκε πάντα να διορισθεί σε κάποια ενορία, προκειμένου να αποφύγει τους βιοτικούς περισπασμούς και τις πιέσεις των κατακτητών, και εγκαταστάθηκε στο μονύδριο του Αγίου Σπυρίδωνος, απ’ όπου για πενήντα χρόνια μοίραζε σε όλο τον λαό της Κεφαλληνίας τους θησαυρούς που έκρυβε στην καρδιά του. 
 
Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Γερασίμου και του αγίουΆνθιμου του Τυφλούο παπα-Μπασιάς δίδασκε και διέδιδε την χάρη του Θεού στον λαό, δίχως ωστόσο να εγκαταλείπει το ερημητήριό του. Πήγαινε επίσης να λειτουργήσει σε όλα τα εξωκκλήσια που ήσαν διεσπαρμένα γύρω από το Ληξούρι, όπου μόλις γινόταν γνωστή η έλευσή του συναζόταν πλήθος πιστών. Είχε πουλήσει τα υπάρχοντα της οικογένειάς του και μοίραζε όλους τους πόρους του στους πτωχούς που θεωρούσε παιδιά του. Όταν ερχόταν στην πόλη, τον ακολουθούσε πάντα ένα σμάρι φτωχών γυναικών στις όποιες έδινε ό,τι είχε και δεν είχε, σε σημείο που να στερείται ο ίδιος τροφής. Ως νέος άγιος Νικόλαος, γνώριζε ποιά οικογένεια είχε ιδιαίτερη ανάγκη και παρενέβαινε για να την στηρίξει ή να στερεώσει την πίστη της στον Θεό. Η αγάπη του για τον πλησίον ήταν ανάμεικτη μάλιστα με τόλμη και συχνά έμπαινε σε ένα μαγαζί, άνοιγε το ταμείο και έπαιρνε ό,τι έκρινε αναγκαίο για τις ελεημοσύνες του. Μία ήμερα, ένας φούρναρης αρνήθηκε να τού δώσει αυτό που ζητούσε και η ζύμη του έμενε λιπανάβατη. 
Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές. Σε εκείνους που επρόκειτο να πεθάνουν σύντομα με βίαιο τρόπο συνέστηνε να πάνε να εξομολογηθούν ή προειδοποιούσε με υπαινιγμούς όσους έμελλαν να διαπράξουν κάποιο σοβαρό αμάρτημα. Μία βροχερή νύχτα, συναντώντας στον δρόμο κάποιον που πήγαινε να αμαρτήσει, τού φώναξε: «Αμαρτία, αμαρτία, γύρισε σπίτι σου!» 
 
Μιαν άλλη φορά, μία μάνα που μόλις είχε χάσει τους δυο γιους της τον ένα πίσω άπό τον άλλο, έπεσε σε απόγνωση και εξεγέρθηκε κατά του Θεού. Ο άγιος ιερέας έτρεξε στο σπίτι της και καθώς εκείνη αρνιόταν να τού ανοίξει βρίζοντας τον, άνοιξε την πόρτα κάνοντας το σημείο του σταυρού. Όταν μπήκε στην σάλα, όπου βρίσκονταν τα πορτραίτα των δυο πεθαμένων, τα πρόσωπα ζωντάνεψαν και βγάζοντας πιστόλι αλληλοσκοτώθηκαν. Ο άγιος Παναγής αποκάλυψε τότε στην μητέρα τους ότι είχαν ερωτευθεί την ίδια γυναίκα και θα πέθαιναν με τον τρόπο αυτό αν δεν παρενέβαινε ο Θεός να αποτρέψει ένα μεγαλύτερο κακό. Μιαν άλλη φορά πάλι, μπήκε σε ένα σπίτι όπου έβραζε το τσουκάλι γιατί περίμεναν επισκέψεις και το αναποδογύρισε, επειδή είχε προηγουμένως προσέλθει ένας φτωχός και τον είχαν διώξει με άδεια χέρια. 
Αυτά όμως τα άφθονα χαρίσματα του Θεού δεν δόθηκαν στον παπα-Μπασιά δίχως να τον ταλαιπωρεί «σκόλοψ τη σαρκί» (=βάσανο, η φράση από τον απόστολο Παύλο, που ήταν σοβαρά ασθενής, βλ. Β’ Κορ. 12, 7). [...]
 
Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές.Δέκα περίπου χρόνια μετά την χειροτονία του προσβλήθηκε από νευρασθένεια η οποία τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: έβγαζε κραυγές, ξύριζε τα γένια και τα μαλλιά του, πετούσε έξω ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όταν συνήλθε μετά από έξι μήνες, απέδωσε την ασθένεια στις αμαρτίες του ["Νεκρός": κάποιοι όμως λένε πως ήταν ένας σαλός, όπως αναφέρεται πιο κάτω, δηλ. πως το έκανε επίτηδες, για να μην τον θεωρούν άγιοι και τον τιμούν]. Εν συνεχεία παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε δύο ή τρία χρόνια και προς το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο. Τελικά έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Δεν στερήθηκε ωστόσο τα χαρίσματα της προορατικότητος και ανακούφισης των ψυχών, ενώ ο λαός δεν έχασε επ’ ουδενί την αγάπη και την αφοσίωση του σ’ αυτόν. Απεναντίας, όλοι όσοι υπέφεραν από τα βάσανα και τις θλίψεις της ζωής ή βρίσκονταν σε δυσκολίες γνώριζαν πως η πόρτα του δωματίου του ήταν πάντα ανοικτή και ο άγιος ιερέας δεν έπαυσε να είναι ο πόλος έλξης και το κέντρο του εκκλησιαστικού βίου της Κεφαλληνίας.
Είχε αποκτήσει τόσο κύρος, ώστε συχνά παρενέβαινε δραστήρια για να διορθώσει τις αδικίες ή να επιτιμήσει τους υπεύθυνους για ανήθικες πράξεις και πάντα εισακουόταν ως η φωνή Θεού.
Αφού σήκωσε με υπομονή και ευχαριστίες στον Θεό τον σταυρό της μακράς και ταπεινωτικής του ασθένειας —την οποία ορισμένοι θεωρούσαν ένα είδος «δια Χριστόν σαλότητος»— ο άγιος Παναγής ¨κοιμήθηκε" στις 7 Ιουνίου 1888. Για δύο ημέρες και δύο νύχτες οι πιστοί προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμα του και η τιμή του δεν έπαυσε να αυξάνει αυθόρμητα, όχι μόνο στην Κεφαλληνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως μετά την ανακομιδή των λειψάνων του το 1976.
 
Γιατί είναι πολύτιμος ο π. Παναγής, ο άγιος; Γιατί ακόμα και τα κόκαλά του μιλάνε για την συνάντηση που είχε, για την χάρη, την ζωή για αυτό που φεύγει μέσα από τα χέρια μας και συμβαίνει όταν εμείς δεν είμαστε… Μας κάνει και σκεφτόμαστε τους λάθους στόχους μας και κυρίως μας έμαθε ότι η πίστη είναι ένας χορός που τον μαθαίνει κανείς χορεύοντας… Αλλοιώς μπορεί να τα συζητά για χρόνια πολλά στις τηλεοράσεις και στα πάνεl την ώρα που η ζωή του χάνεται, ανεπιστρεπτί για πάντα.
https://trelogiannis.blogspot.com/2013/06/blog-post_8969.html?spref=fb

Ο άνθρωπος της μεγάλης πίστης - Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς




 Ο Θεός ενεργεί από τα έσω του ανθρώπου με δύο τρόπους: βοηθώντας ή κυριεύοντας. Βοηθώντας ο Θεός ενεργεί στον άνθρωπο της μεσαίας ή αδύναμης πίστης, ο οποίος θυμάται τον Θεό που και που και μόνο μερικώς τηρεί τις Εντολές Του. Ο Θεός δεν τον εγκαταλείπει, αφού και αυτός δεν εγκαταλείπει εντελώς τον Θεό. Τον άνθρωπο όμως της μεγάλης πίστης, ο οποίος άνοιξε την πόρτα της ψυχής πλατιά για τον Δημιουργό του κυριολεκτικά τον κυριεύει ο Θεός. Τέτοιος άνθρωπος δεν βασίζεται καθόλου στον εαυτό του αλλά για όλα βασίζεται μόνο στον Ύψιστο.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

https://amethystosbooks.blogspot.com/

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Θα σε μάθω να προσεύχεσαι!



(Οσίου Γέροντος παπα-Ευφραιμ Κατουνακιώτου λόγοι)
.....Θα σου δείξω εγώ πώς να προσεύχεσαι, και μου λες αν μπορείς ή όχι.
Ακούμπησε το εργόχειρό του δίπλα, σηκώθηκε, τίναξε τα ξυλαράκια απ’ την ποδιά του, και ψηλός, λευκογένειος, ιεροπρεπής πλησίασε τον νιπτήρα λέγοντας:
– Είναι πρωί και σηκώθηκες από τον ύπνο.
Άνοιξε ο Γέροντας το νερό και άρχισε με απλές κινήσεις να πλένει τα χέρια και το πρόσωπό του επαναλαμβάνοντας γλυκά και παρακλητικά, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Πλησίασε την πετσέτα και σκουπίστηκε συνεχίζοντας και την ευχή. Μετά στράφηκε με το φωτεινό του πρόσωπο στον νέο και ρώτησε επιτακτικά:
– Αυτό μπορείς να το κάνεις;
Πηγή : Ενοριακή ζωή

– Ε, μπορώ, Γέροντα, ομολόγησε αφοπλισμένος εκείνος.
– Πρόσεχε, όμως, συνέχισε ο Γέροντας. Θα το κάνεις κάθε μέρα. Όχι μια ναι, μια όχι. Διότι, όπως γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, «μεγάλη η δύναμις της μικράς πολιτείας της αεί γινομένης» (Έχει μεγάλη δύναμη η μικρή προσπάθεια, που γίνεται όμως πάντοτε. Αββά Ισαάκ, Λόγος 73)

– Και κάτι ακόμη, πρόσθεσε ο Γέροντας, αφού ξανακάθισε στο εργόχειρο κι ετοιμαζόταν ν’ αρχίσει.
– Στην αίθουσα που δικάζεις υπάρχει καμιά εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας;
– Υπάρχει.
– Λοιπόν, πριν αρχίσεις να δικάζεις, θα στραφείς και θα πεις: «Χριστέ μου, φώτισέ με να μην αδικήσω κάποιον απ’ αυτούς τους ανθρώπους».
Και αμέσως κοφτά: – Μπορείς;
– Ε, εντάξει, μπορώ, Γέροντα.
– Αμ, δεν σου είπα να γίνεις δικηγόρος, για να μιλήσεις με τον Θεό, τελείωσε χαμογελώντας πειρακτικά.
Και σε άλλους όμως που προφασίζονταν οικογενειακά βάρη, πολλές ασχολίες και άλλα, έλεγε επανειλημμένως: «Εάν εγώ μέσα στην ησυχία των Κατουνακίων λέω εκατό ευχές τη μέρα και σεις μέσα στην τύρβη της πόλεως και τις υποχρεώσεις της εργασίας και της οικογένειας λέτε τρεις ευχές, είμαστε ίσα». Τον ρωτούσαμε, μήπως είναι πολύ λίγη αυτή η προσευχή ακόμη και για τους κοσμικούς. Και μας έλεγε περίπου τα εξής: «Εάν ο άνθρωπος συνηθίσει να λέει κάθε μέρα, έστω από λίγο, όσο μπορεί, αλλά κάθε μέρα την ευχή, η καρδιά του σιγά-σιγά γλυκαίνεται και περιμένει πότε θα έρθει εκείνη η ώρα. Και όταν γλυκαθεί η καρδιά, από μόνος του κανείς ζητάει περισσότερο».

https://amethystosbooks.blogspot.com/