Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο πιστός μαθητής Θωμάς (Ηρακλής Αθ. Φίλιος, Βαλκανιολόγος-θεολόγος)



ΘΩΜΑΣ: Ο (Α)ΠΙΣΤΟΣ ΠΙΣΤΟΣ
Ο απόστολος Θωμάς είναι γνωστός για την απιστία του. Μάλλον καλύτερα θα έλεγα για την πίστη του δια της αμφισβητήσεως. Επουδενί η στάση του αυτή μετά την Ανάσταση του Θεανθρώπου, δεν τον χαρακτηρίζει ως άπιστο. Και φυσικά δεν έχει καμία σχέση με όσους αναζητούν τον Θεό διά των αισθήσεων τους, και οι οποίοι απογοητευόμενοι, Τον αρνούνται.
Αν διαβάσεις κάποιος την υμνογραφία της Κυριακής του Θωμά, θα διαπιστώσει κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό. Η χρήση του όρου «Ἴδω» είναι διάχυτη στα τροπάρια του εσπερινού και του όρθρου της εορτής. Δεν είναι τυχαία μία τέτοια χρήση, καθώς ο Θωμάς ήθελε να δει για να πιστέψει. Έτσι, ομολογώντας ο ίδιος «Ἐάν Μή Ἴδω Ἐν Ταῖς Χερσίν Αὐτοῦ Τόν Τύπον Τῶν Ἥλων, Καί Βάλω Τόν Δάκτυλόν Μου Εἰς Τόν Τύπον Τῶν Ἥλων, Καί Βάλω Τήν Χεῖρά Μου Εἰς Τήν Πλευράν Αὐτοῦ, Οὐ Μή Πιστεύσω», μας δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που με τις αισθήσεις του και μόνο θα πίστευε στον αναστημένο Χριστό∙ συγκεκριμένα δια της αφής.
The-Incredulity-of-Saint-Thomas-1461_Duccio
Έχω την αίσθηση, και αυτό προδίδει η στάση του Θωμά, πως ο ίδιος κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ένας ιδεαλιστής. Ο πρόδρομος των Berkeley, Lock, Hume, καθώς σύμφωνα με τον εμπειρισμό των παραπάνω, αντιλαμβανόμαστε κάθε τι δια των αισθήσεων μας και κάθε τι υπάρχει ακριβώς επειδή οι αισθήσεις το επιβεβαιώνουν. Η γνώση λοιπόν του Θωμά ήρθε μέσα από τις αισθήσεις. Και όχι μόνο η γνώση. Προσέξτε, δεν είναι κακό να γνωρίζουμε και μέσα από τις αισθήσεις μας (εξάλλου οι εμπειριστές σπάνια ήταν άθεοι). Εκείνο που προκαλεί το κοινό αίσθημα στην περίπτωση του Θωμά είναι η επιβεβαίωση και απόλυτη πίστη στον αναστημένο Χριστό εξολοκλήρου δια της αφής. Ο Θωμάς αν δεν άγγιζε και οι πληγές του Σώματος του Χριστού δεν επιβεβαίωναν ότι πράγματι αυτό το πρόσωπο είναι ο Χριστός, δεν θα πίστευε. Αρκέστηκε στις αισθήσεις του, οι οποίες αποτέλεσαν το πλέον απόλυτο κριτήριο αντίληψης και θεώρησης του.
Το 1713 ο εμπειρικός φιλόσοφος George Berkeley έγραψε ένα έργο με τον τίτλο «Three Dialogues between Hylas and Philonous». Σ’ αυτό το έργο ο Berkeley δημιουργεί δύο χαρακτήρες. Τον Hylas (υλιστή) και τον Philonous (ο ίδιος ο Berkeley). Ο διάλογος αυτός χωρίζεται σε τρία τμήματα και σε όλη την εξέλιξη του κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη καθώς ξετυλίγονται κομμάτια που αφορούν την εμπειρική φιλοσοφία και τα αισθητά πράγματα. Συν βέβαια το γεγονός ότι ο διάλογος αυτός έχω την εντύπωση ότι μοιάζει στη δομή και στην εξελικτική (δια της μαιευτικής οδού) με τον διάλογο που εκτυλίσσεται στο «Κατά Μανιχαίων Διάλογος» του Ιωάννη Δαμασκηνού. Στο διάλογο του βιβλίου του Berkeley ως Σκεπτικιστής νοείται εκείνος που αμφιβάλλει για όλα και εκείνος που αρνείται την πραγματικότητα και την αλήθεια των πραγμάτων όπως θα μας πει ο Hylas (Πρώτος Διάλογος, 174). Ο Hylas ορίζει ως Αισθητά Πράγματα όσα μπορούν να αντιληφθούν με τις αισθήσεις μας. Εκείνο όμως που προκαλεί αίσθηση από τη μεριά του είναι ότι θα ήταν άτοπο να σκεφτεί ότι «Ο Θεός Και Η Αρετή Είναι Αισθητά Πράγματα, Έστω Και Αν Μπορούν Να Κοινοποιηθούν Και Να Υποδειχθούν Στον Νου Δια Μέσου Αισθητών Σημάτων, Με Τα Οποία Έχουν Μια Αυθαίρετη Συνάφεια» (Πρώτος Διάλογος, 174).
Η πίστη όμως δεν είναι άγγιγμα, γνώση, αφή, αίσθηση. Αυτό η δυτική σκέψη δεν θέλησε να το αντιληφθεί. Και γι’ αυτό η Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική Εκκλησία δεν έχει την εμπειρία της θεολογίας της ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Ο σχολαστικισμός στη Δύση έριξε τον Θεό στην κατηγορία του όντος. Ο Άνσελμος Καντερβουρίας για να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού αρκέστηκε στη γνώση, γι’ αυτό κι έλεγε «Πιστεύω Για Να Καταλάβω». Έτσι, επινόησε το οντολογικό επιχείρημα του Θεού καθώς μέσα από τις λογικές αιτίες (rationes necessariae)  ανήγαγε τον Θεό ως τέλειο, άρα και αποδείκνυε την ύπαρξη Του. Αυτή του η φιλοσοφική σκέψη επηρέασε αργότερα τον Καρτέσιο στην ανάπτυξη του τρίτου οντολογικού επιχειρήματος περί αποδείξεως του Θεού, στον Οποίο αποδίδονται όλες οι τελειότητες, μία εκ των οποίων η ύπαρξη, άρα ο Θεός υπάρχει. Αυτή ήταν η προσέγγιση της δυτικής σκέψης στο μυστήριο του Θεού. Μία σκέψη απογυμνωμένη από τα πνευματικά και γεγυμνασμένα αισθητήρια του ανθρώπου της Ανατολής, εμβαπτισμένη στη λογική αναγκαιότητα της υπάρξεως του Θεού  και στην αποδεικτική δια του λόγου.
Στην πατερική διδασκαλία και εν γένει στην παράδοση της Εκκλησίας της ορθόδοξης Ανατολής τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Θεός δεν αποδεικνύεται. Αν μπορούσε εξάλλου να αποδειχτεί δια του λόγου, θα ήταν ένας αισθησιοκρατικός Θεός και η αποκάλυψη θα έμοιαζε με ουτοπία. Τη στιγμή δε μάλιστα που η αποκάλυψη είναι η απόλυτη ένσαρκη κατάφαση Του στην ανθρωπότητα, την κτίση, την ιστορία. Αν ο Θεός ενέπιπτε σε λογικές αποδείξεις, θα αποτελούσε μέρος της κτίσης, μέρος της φύσεως των όντων, την οποία όμως, κι εδώ προσέξτε, ο Ίδιος δημιούργησε.
Στην ορθόδοξη θεολογία η προσέγγιση του Θεού, η σχέση με τον Θεό και η βίωση της κοινωνίας αυτής δεν είναι εννοιοκρατική αλλά καρδιακή. Και αυτό συμποσώνει με τον καλύτερο τρόπο ο Ιωάννης Δαμασκηνός που θα μας πει πως «Μόνοι Δέ Καθαροί Την Καρδίαν Τον Θεόν Ὄψονται». Βέβαια ο Συμεών Νέος Θεολόγος «σκανδαλίζει» καθώς μιλώντας για την Ανάσταση σε ένα λόγο του σημειώνει πως «Πολύ Λίγοι Όμως Είναι Αυτοί Που Τη Βλέπουν Καθαρά». Εξάλλου καταπώς συνεχίζει παρακάτω λέμε «Ἀνάστασιν Χριστού Θεασάμενοι». Θα Αναρωτηθεί Κάποιος Και Θα Πει: «Βλέπετε Η Ανάσταση;». Ο Ίδιος Ιερός Πατήρ Στη Συνέχεια Των Λόγων Του Εξηγεί Πως Αυτό Συντελείται Με Τα «Πνευματικά Μάτια». Ενώ Ο Θωμάς Με Τα Μάτια Του Σώματος «ψηλαφήσας καί ἰδών, ὡμολόγησέ σε εἶναι Θεόν» (στιχηρό ιδιόμελο εσπερινού εορτής).
«Αυτή Η Έλλαμψη Του Πνεύματος Δεν Είναι Μόνο Σαν Μια Αποκάλυψη Νοημάτων Και Φωτισμός Της Χάρης, Όπως Είπαμε, Αλλά Είναι Μια Βέβαιη Και Αδιάκοπη Έλλαμψη Υποστατικού Φωτός Μέσα Στις Ψυχές. Ο Θεός Που Είπε Να Λάμψει Φως Από Το Σκοτάδι, Αυτός Έλαμψε Μέσα Στις Καρδιές Μας… Επίσης Και Το Φως Που Έλαμψε Στον Μακάριο Παύλο Στο Δρόμο Της Δαμασκού(Πράξ. 9, 3), Με Το Οποίο Υψώθηκε Ως Τον Τρίτο Ουρανό Και Άκουσε Αλάλητα Μυστήρια, Δεν Ήταν Κάποιος Φωτισμός Νοημάτων Και Γνώσεως· Ήταν Υποστατική Μέσα Στην Ψυχή Έλλαμψη Της Δυνάμεως Του Αγαθού Πνεύματος. Την Υπερβολική Λαμπρότητα Αυτού Του Φωτός Δεν Μπόρεσαν Ν’ Αντέξουν Τα Σαρκικά Μάτια Και Τυφλώθηκαν(Πράξ. 9, 8). Με Αυτό Το Φως Αποκαλύπτεται Κάθε Γνώση Και Γνωστοποιείται Αληθινά Ο Θεός Στην Άξια Και Αγαπώμενη Από Αυτόν Ψυχή». (Μακαρίου Αιγυπτίου, Περί ἐλευθερίας νοός, Λόγος PG 34, 936D-937B).
ΣΧΟΛΙΟ: Σήμερα έχουμε παγιδευτεί στήν αποδεικτική πίστη τής αποτειχίσεως, στήν ανούσια καί ανώφελη τού παλαιού, όπως καί στόν αμερικάνικο πραγματισμό τού Ρωμανίδη. Καί αντιμετωπίζουμε στό άλλο άκρο τήν χάρυβδη τού οικουμενισμού. Ολα τά μασάει ο Κουταλιανός. Αδιαφορώντας γιά τόν σκοπό τών Αργοναυτών. Τό χρυσόμαλλο δέρας. Τήν αιώνια εξουσία. Πού προσπαθεί νά κλέψει τήν αιωνιότητα από τό δένδρο τής Ζωής. Σήμερα εμηνευτικές αρχές, a' priori αξιώματα, ερμηνεύουν ή προσαρμόζουν στίς άνομες καί άχαρες προθέσεις τους τόν Λόγο τού Κυρίου. Πότε μέ τήν οντολογία τού Προσώπου, πότε μέ τόν 15ο κανόνα τής πρωτοδευτέρας, πότε μέ τό αιώνιο καί θεόσδοτο ημερολόγιο, πότε μέ τόν υπότιτλο τής Φιλοκαλίας. Ξεχνώντας ότι τό χρυσόμαλλο δέρας, όπως καί ο νόμος τού Κρέοντος, σκοτώνει τά παιδιά μας, εγκαταλείποντάς τα χωρίς γονείς καί τήν ιερή αξιοπρέπεια τών νέων μας, εμποδίζοντας τήν αθανασία τής ψυχής, όπως ο Φαρισαίος εμποδίζει τήν είσοδο στήν Βασιλεία τών Ουρανών. Ο δρόμος τής Αθήνας πρός τήν Δημοκρατία πέρασε μέσα από τήν εξόντωση τών γιγάντων πού σάν τόν Γολιάθ αφάνιζαν τόν έσω τής καρδίας άνθρωπο, από τήν μεταμόρφωση τής δικαιοσύνης τού αίματος διά τού Ορέστη καί τήν σοφία τής Θεάς Αθηνάς, καί τήν εξόντωση τού ζωώδους ανθρώπου τής τυφλής καί άλογης επιθυμίας τού Ποσειδώνος, τήν παράδοση τής ψυχής στήν αναγέννηση τού Διόνυσου καί τόν έρωτα τής γνώσεως τής Διοτίμας καί τέλος από τήν απόρριψη τής μάταιης έμπνευσης τού Πήγασου η οποία ανεβάζει τόν φιλόδοξο ποιητή στά ύψη καί τόν γκρεμοτσακίζει στήν επιστροφή του καθιστώντας τον χειρότερο καί κάκιστο, όπως μάς φανέρωσε τό Συμπόσιο τών ποιητών τού Πλάτωνος. Σήμερα πρίν γίνουμε ακόμη Ελληνες καί χριστιανοί φιλοδοξούμε τήν μίμηση τών Αγίων φορτώνοντας τόν σταυρό μας στούς άλλους, πέφτοντας στήν έσχατη ύβρι εναντίον τού Αγίου Πνεύματος, ισάξιας μέ τήν μίμηση Χριστού τής αιρετικής Δύσης, η οποία ξεγύμνωσε τόν Κύριο διά τής ρομαντικής κενώσεως. 

Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Πέμπτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων

75. Ποιος άραγε είναι εκείνος ο οποίος, αν δεν έχει ένοικο το θείο λόγο στο βάθος της καρδιάς του, θα μπορέσει να αποφύγει τις κρυφές πανουργίες της υποκρισίας των δαιμόνων εναντίον μας; Πώς θα μπορέσει να σταθεί ολομόναχος με τον εαυτό του, χωρίς καμιά σχέση με αυτούς, και να οικοδομήσει το ναό του Κυρίου, όπως ο μέγας Ζοροβάβελ και ο Ιησούς και οι άρχοντες των φυλών, που φώναζαν ξεκάθαρα και με μεγάλη φωνή στους απατεώνες δαίμονες της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας και της ανθρωπαρέσκειας και της υποκρισίας: «Δεν θα οικοδομήσομε εμείς και σεις από κοινου το ναό στον Κύριο το Θεό μας· εμείς μόνοι μας θα οικοδομήσομε στον Κύριο του Ισραήλ»; Γιατί πρέπει να ξέρει ότι η σχέση με αυτούς επιφέρει την καταστροφή και τον αφανισμό όλης της οικοδομής και σωριάζει κάτω όλη τη χάρη της ευπρέπειας των θείων αφιερωμάτων.

76. Κανένας δεν μπορεί, αν έχει κάποιον από τους δαίμονες που είπαμε ως συνεργάτη στην αρετή, να οικοδομήσει ναό στον Κύριο. Γιατί δεν έχει σαν σκοπό των έργων του το Θεό, στον Οποίο ατενίζοντας τη φέρνει σε πέρας, αλλά το πάθος που μέσω αυτής προκαλεί.

77. Οι δαίμονες που μας πολεμούν με την έλλειψη, είναι αυτοί που διδάσκουν την πορνεία, τη μέθη, τη φιλαργυρία και το φθόνο. Εκείνοι που μας πολεμούν με την υπερβολή, είναι εκείνοι που διδάσκουν την οίηση, την κενοδοξία και την υπερηφάνεια, και μέσω των δεξιών μας παραδίνουν κρυφά στα αριστερά.

78. Στα πονηρά πνεύματα, τα οποία μας προσβάλλουν αοράτως με πλαστή πνευματική φιλία και κρυφά θέλουν να μας προκαλέσουν διά μέσου του αγαθού το θάνατο της αμαρτίας, και γι' αυτό μας λένε: «ας οικοδομήσομε μαζί σας το ναό του Κυρίου σας», μακάρι εμείς να απαντούσαμε πάντοτε: «Δε θα οικοδομήσομε εμείς και σεις από κοινού το ναό στον Κύριο το Θεό μας· εμείς μόνοι μας θα οικοδομήσομε στον Κύριο του Ισραήλ». Εμείς μόνοι μας, γιατί αφού ελευθερωθήκαμε και ξεφύγαμε από τα πονηρά πνεύματα που μας πολεμούν με την έλλειψη της αρετής, δεν θέλομε φουσκώνοντας με τις υπερβολές μας να ξαναπιαστούμε και να πέσομε μια πτώση πολύ χειρότερη από την πρώτη. Στην πρώτη είχαμε εύκολη ελπίδα επιστροφής μας, αφού συγχωρεθούμε λόγω της αδυναμίας μας· στη δεύτερη όμως, ή δεν έχομε καθόλου ελπίδα, ή θα είναι δύσκολη, γιατί γινόμαστε μισητοί με την υπε
ρηφάνειά μας και προσπαθώντας από το δεξιό να κάνομε κάτι ακόμη δεξιότερο. Και πάλι όμως δεν είμαστε μόνοι μας· έχομε τους αγίους αγγέλους βοηθούς στο καλό, ή μάλλον τον ίδιο το Θεό, που μας φανερώνει τον εαυτό Του με τα έργα της δικαιοσύνης και οικοδομεί εμάς ναό άγιο για τον εαυτό Του, ελεύθερο από κάθε πάθος.
Αμέθυστος 
https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Μπορούμε να γίνουμε άγιοι σήμερα;

Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Πολλές φορές ἀκοῦμε τούς χριστιανούς νά λένε: «Ἄν ζούσαμε κι’ ἐμεῖς στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί ἀξιωνόμασταν νά δοῦμε τό Χριστό, ὅπως Τόν εἶδαν ἐκεῖνοι, θά γινόμασταν ἅγιοι, ὅπως ἔγιναν κι’ αὐτοί».
Ὅσοι σκέφτονται ἔτσι, ξεχνοῦν ὅτι Ἐκεῖνος πού μιλοῦσε στόν καιρό τῶν ἀποστόλων, μιλάει καί τώρα. Ἴσως ὅμως καί πάλι νά πεῖ κάποιος: «Μά δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα νά δεῖ κανείς τό Χριστό μέ τά μάτια του, ὅπως Τόν εἶδαν οἱ ἀπόστολοι, καί ν’ ἀκούει μόνο τά λόγια Του ἀπό ἄλλους ἤ νά τά διαβάζει στή Γραφή, ὅπως ἐμεῖς σήμερα».

Κι’ ἐγώ ἀπαντῶ, ὅτι δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τό ἴδιο τό τότε καί τό τώρα. Ἀλλά τό τωρινό εἶναι πολύ μεγαλύτερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἔζησαν οἱ Ἀπόστολοι, κι’ εὐκολότερα μᾶς φέρνει στήν πίστη! Μήν παραξενεύεστε. Μόνο ἀκοῦστε με... 
Τότε ὁ Κύριός μας φαινόταν στούς ἀχάριστους Ἰουδαίους ὡς ἕνας πλάνος καί τιποτένιος ἄνθρωπος, ἐνῶ τώρα κηρύσσεται σέ μᾶς ὡς Θεός ἀληθινός. Τότε ἔτρωγε μέ τελῶνες καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τώρα ὅμως κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τρέφει ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τότε καταφρονιόταν κι’ ἀπό τούς πιό ἀσήμαντους ἀνθρώπους. Τώρα προσκυνεῖται ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί δοξάζει αὐτούς πού Τόν προσκυνοῦν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».

Τότε Τόν θεωροῦσαν σάν ἕναν ἄνθρωπο φθαρτό καί θνητό, πού ἔτρωγε καί ἔπινε καί κοιμόταν καί κοπίαζε καί ἵδρωνε καί γενικά, ἔκανε ὅλα τ’ ἀνθρώπινα. Τότε λοιπόν, καί ὄχι τώρα, ἦταν παράξενο καί δύσκολο ν’ ἀναγνωρίσει κανείς ὡς Θεό Ἐκεῖνον, πού εἶχε αὐτά τά ταπεινά καί ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Γι’ αὐτό καί τόν Πέτρο, πού εἶπε «σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», τόν μακάρισε ὁ Χριστός, λέγοντας: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ Μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».


Ὅποιος λοιπόν δέν ὑπακούει μέ πίστη καί ταπείνωση στό Χριστό, πού μιλάει καί τώρα μεσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του, ὅποιος ἀμφισβητεῖ ἤ ἀπορρίπτει ὅσα εἶπε καί ἔκανε τότε ὁ Χριστός, ἐκεῖνος, ἔστω κι ἄν ἔβλεπε τόν ἴδιο τόν Κύριο νά θαυματουργεῖ καί Τόν ἄκουγε νά διδάσκει, θά ὀλιγοπιστοῦσε.
Τί λέω; Ὄχι μόνο θά ὀλιγοπιστοῦσε, ἀλλά φοβᾶμαι πώς θά γινόταν τελείως ἄπιστος καί θά βλασφημοῦσε τό Χριστό, νομίζοντάς Τον σάν ἀντίθετο ἤ μάγο ἤ τσαρλατάνο, καί ὄχι ἀληθινό Θεό...

Ἄλλοι πάλι λένε: «Ἄν ζούσαμε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων Πατέρων, θ’ ἀγωνιζόμασταν περισσότερο, γιατί, βλέποντας τήν καλή πολιτεία καί τούς ἀγῶνες τους, θά τούς μιμούμασταν. Ἐνῶ τώρα, πού ζοῦμε μαζί μέ ὀκνηρούς καί χλιαρούς καί ἁμαρτωλούς, χωρίς νά τό θέλουμε παρασυρόμαστε μαζί τους στήν ἀπώλεια». Ὅσοι ὅμως τά λένε αὐτά, ξεχνοῦν ὅτι ἐμεῖς βρισκόμαστε σέ λιμάνι ἀσφαλέστερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἦταν οἱ ἅγιοι Πατέρες. 
Γιατί στήν ἐποχή τους ὑπῆρχαν πολλές καί φοβερές αἱρέσεις – φοβερότερες ἀπό τίς σημερινές – καί πολλοί «ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆται», πού πέτυχαν νά πλανέψουν πολλούς ἀνθρώπους καί νά καταστρέψουν τίς ψυχές τους. Αὐτό πού σᾶς λέω, μπορεῖτε νά τό διαπιστώσετε λ.χ. ἀπό τούς βίους τῶν μεγάλων ὁσίων Ἀντωνίου, Εὐθυμίου καί Σάββα, πού ἀγωνίστηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους. Καί ποῦ νά διηγηθῶ τί ἔγινε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων πατέρων Βασιλείου καί Χρυσοστόμου, πού ἦταν γεμάτη ἀπό ζιζάνια τοῦ πονηροῦ;

Βέβαια, ὄχι μόνο τότε, ἀλλά καί τώρα ἔχουμε ν’ ἀντιμετωπίσουμε φοβερά δεινά μέ τούς αἱρετικούς. Πολλοί λύκοι καί πολλά φίδια ζοῦν ἀνάμεσά μας. Ὅμως δέν ἔχουν καμμιά ἐξουσία πάνω μας, γιατί βρίσκονται κρυμμένοι στό σκοτάδι τῆς πονηρίας καί δέν βλάπτουν παρά μόνο ὅσους θεληματικά τούς ἀκολουθοῦν καί αὐτοπροαίρετα βαδίζουν στό δρόμο τῆς καταστροφῆς τους. Ἐκείνους πού βαδίζουν στό φῶς τῶν θείων Γραφῶν καί πορεύονται στή στράτα τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, δέν τολμοῦν νά τούς ἀντιμετωπίσουν, ἀλλά, βλέποντάς τους νά περνᾶνε, ἀπομακρύνονται σάν ἀπό φωτιά.


Ἴσως ὅμως ἀναρωτηθεῖτε: ποιούς αἱρετικούς ἐννοῶ; Μήπως τούς Ἀρειανούς, τούς Εὐνομιανούς, τούς Σαβελλιανούς, τούς Ἀπολλιναριστές ἤ τούς Διοσκουρίτες; Ὄχι, δέν ἐννοῶ αὐτούς, τούς ἀσεβεῖς καί ἄθεους, πού, ζώντας στό σκοτάδι, ἀφανίστηκαν ἀπό τήν πνευματική λάμψη τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν θεόπνευστων συγγραμάτων τους. 


Αἱρετικούς ὀνομάζω ἐδῶ ἐκείνους πού λένε, πώς ἄν ἤμασταν στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων, θά μπορούσαμε νά φυλάξουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά γίνουμε ἅγιοι, ἐνῶ σήμερα ὄχι. 
Αὐτοί πού κάνουν τέτοιες σκέψεις, τολμώντας μάλιστα καί νά τίς διαδίδουν, δέν ἔχουν πέσει μόνο σέ μιά αἵρεση , ἀλλά σ’ ὅλες τίς αἱρέσεις μαζί. Γιατί ὅποιος ἰσχυρίζεται αὐτό τό πράγμα – ὅτι δηλαδή θά ἁγίαζε ἄν ζοῦσε στήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων – ἀνατρέπει ὅλες τίς ἱερές Γραφές καί τά συγγράμματα τῶν Πατέρων. 
Ἄν δηλαδή πιστεύουμε, ὅτι σήμερα εἶναι ἀδύνατο νά πραγματοποιηθοῦν ὅσα ὁρίζει ὁ Θεός, τότε ὅλοι οἱ ἅγιοι, τόσο τοῦ παλαιοῦ καιροῦ ὅσο καί τῶν ἡμέρων μας, πῶς τά κατόρθωσαν;
Καί πῶς ἔγραψαν τόσα πολλά ἀπό τήν πείρα τῆς χριστομίμητης ζωῆς τους, γιά νά νουθετοῦν κι’ ἐμᾶς; Πιστεύοντας λοιπόν καί διακηρύσσοντας τέτοιες πλανεμένες ἀπόψεις, πού διαψεύδονται ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων καί τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο τούς ἑαυτούς μας ὁδηγοῦμε στήν ἀπώλεια, μά καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων τίς ψυχές σπέρνουμε τά ζιζάνια τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς λιποψυχίας. 
Ἔτσι μοιάζουμε στούς Φαρισαίους, στούς ὁποίους εἶπε φοβερά λόγια:«Οὐαί ὑμῖν, ὁδηγοί τυφλοί… ὅτι κλείετε τήν Βασιλείαν τῶν Οὐράνων ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γάρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τούς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν».


Ἄς μή γελιόμαστε. Κι ἄς μήν παίρνουμε στό λαιμό μας καί ἄλλες ψυχές, «πλανῶντες καί πλανώμενοι». 
Μποροῦμε καί σήμερα καί πάντα νά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους στήν προαίρεση, τήν προθυμία, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη.
Γιατί καί οἱ ἅγιοι σάν κι’ ἐμᾶς ἦταν, ἀλλά ἄφηναν τή ζωή τους νά ὁδηγηθεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. 
Ἄς συντριβοῦμε κι’ ἄς χύσουμε καυτά δάκρυα μετάνοιας, γιά νά μαλακώσει ἡ σκληρή, ἡ πέτρινη καρδιά μας. Ἔτσι θά καθαρθοῦμε, ἔτσι θά μοιάσουμε στούς ἁγίους.
Τά δάκρυα αὐτά, πού θά χύσουμε μέ κόπο καί πόνο καί βία, δέν εἶναι πικρά, ἀλλά γλυκά σάν τό μέλι. Ἔτσι τά κάνει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. 
Καί μή μοῦ πεῖτε πώς ὁρισμένοι ἄνθρωποι ἔχουν φυσική ἰδιοσυγκρασία τόσο ψυχρή καί σκληρή, πού δέν μποροῦν νά βγάλουν δάκρυα. Τά δάκρυα εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος, ἐμεῖς βάζουμε τήν προαίρεση καί τή βία.

Ἑπομένως, μ’ αὐτή τήν προϋπόθεση, ὅλοι μποροῦν νά συντριβοῦν καί νά κλάψουν. «Πάντες δάκρυα πάντες κάθαρσιν, πάντες ἀνάβασιν καί τό τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαι», λέει τό θεόπνευστο στόμα τοῦ Θεολόγου Γρηγόριου. Πῶς λέτε τότε ἐσεῖς, ὅτι μερικοί εἶναι ἀπό τή φύση τους σκληροί, καί δέν μποροῦν νά ἔρθουν σέ κατάνυξη, νά πενθήσουν καί νά κλάψουν γιά τίς ἁμαρτίες τους;


Γιά νά καταλάβετε ὅτι εἶναι φυσικό νά κλαίει κάθε ἄνθρωπος, θυμηθεῖτε τά βρέφη, πού μόλις βγοῦν ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας τους, ἀρχίζουν νά κλαῖνε. Κι ἄν δέν κλάψουν, σημαίνει πώς δέν εἶναι ζωντανά. Εἶναι λοιπόν τά δάκρυα φυσικά στόν ἄνθρωπο. Φυσικά καί ἀπαραίτητα.


Ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Στουδίτης ἔλεγε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἄν θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά περάσει τή ζωή του μέ πένθος καί κλάμα, κι’ αὐτά νά τόν συνοδεύουν μέχρι νά πεθάνει. Καί ὅπως τό φαγητό εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά ζήσει τό σῶμα μας, ἔτσι καί τά δάκρυα τῆς μετάνοιας εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ψυχή μας. Ἐκεῖνος πού δέν κλαίει κάθε μέρα – δέν λέω κάθε ὥρα, γιά νά μήν κουραστεῖτε ὑπερβολικά -, ἀφήνει τήν ψυχή του νά πεθάνει ἀπό πείνα καί νά χαθεῖ αἰώνια.


Ἀφοῦ λοιπόν εἶναι φυσικά στόν ἄνθρωπο τά δάκρυα καί τό πένθος, ἄς μήν ἀρνηθοῦμε αὐτό τό καλό της φύσεως. Ἄς ἀποβάλουμε κάθε κακία καί πονηρία καί σκληρότητα, καί ἄς καλλιεργήσουμε μέ προθυμία τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἄς φυλάξουμε τό πένθος μέ προσοχή, σάν ἐντολή τοῦ Κυρίου, μέ τήν ταπείνωση, μέ τήν ἁπλότητα, μέ τήν ἀκακία τῆς ψυχῆς μέ τήν ὑπομονή στούς πειρασμούς, μέ τή συνεχῆ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, προπαντός ὅμως μέ τή συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τή βίωση βαρειᾶς ἐνοχῆς ἀπέναντι στόν Κύριο.


Ὅποιός λοιπόν εἶναι ὀκνηρός καί ἀμελής καί δέν νοιάζεται γιά τή σωτηρία του, ἄς μή λέει πώς εἶναι ἀδύνατο νά σωθεῖ κανείς σήμερα, γιατί ἔτσι κλείνει τήν πόρτα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐράνων καί σέ ἀλλούς ἀνθρώπους. Καί ἡ εὐθύνη του γι’ αὐτό εἶναι ἀνυπολόγιστη. Φυσικά αὐτός, ἀφοῦ θεωρεῖ ἀδύνατη τή σωτηρία, θεωρεῖ ἀδύνατο – ἤ μᾶλλον – περιττό – καί τό πένθος.
Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς καί χριστιανοί, πού πιστεύουν στή σωτηρία ἀλλά ἀπορρίπτουν τό πένθος. Σ’ αὐτούς τονίζω τοῦτο: Ὅποιος λέει πώς εἶναι ἀδύνατο ἤ περιττό νά πενθεῖ καί νά κλαίει κανείς, αὐτός δέν πρόκειται νά καθαρθεῖ. Καί χωρίς κάθαρση, κανένας δέν θά σωθεῖ καί δέν θά δεῖ τόν Κύριο.

Ὅσοι πενθοῦν, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί καί θά παρακληθοῦν:«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται». Ὅσοι δέν πενθοῦν, ἔχουν πέσει στή χειρότερη ἀπ’ ὅλες τίς αἱρέσεις: Νομίζουν ὅτι ἡ σωτηρία μπορεῖ ν’ ἀποκτηθεῖ μόνο μέ τά ἐξωτερικά σχήματα τῆς εὐσέβειας. Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι θά παρασταθοῦμε ὅλοι στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ «Γυμνοί καί τετραχηλισμένοι (ὁλοφάνεροι)», γιά νά πάρει ὁ καθένας μας τό μισθό του σύμφωνα μέ τά ἀλάθητα κριτήρια Ἐκείνου, ὄχι τά δικά μας.


Ἀφοῦ λοιπόν θά βρεθοῦμε γυμνοί μπροστά στόν Θεό, γιατί σκεπάζουμε τό σῶμα μας μέ πολυτελεῖς στολές, μέ λαμπρά ἐνδύματα καί μέ ὡραῖα ὑποδήματα;


Γιατί τρέχουμε νά προϋπαντήσουμε τούς ἄρχοντες;


Γιατί μᾶς ἀρέσει νά μᾶς χαιρετοῦν;


Γιατί ἐπιδιώκουμε τίς πρωτοκαθεδρίες στά ἐπίσημα γεύματα;


Γιατί ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία καί ὁ ἀκόρεστος πόθος νά ἐξουσιάζουμε;


Γιατί τά ὡραῖα σπίτια καί οἱ ὑπηρέτες, πού μᾶς ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἄλλους;


Γιατί τά ἄκαιρα γέλια καί οἱ ἄπρεπες συζητήσεις;…


Γυμνοί, μπροστά στό μεγάλο Κριτήριο!


Ποῦ τότε τό καλό ὄνομα καί ἡ ἁγιοσύνη, πού νομίζουμε πώς ἔχουμε;


Ποῦ οἱ κόλακες καί οἱ ἀνήξεροι, πού μᾶς ὀνομάζουν ἁγίους;


Ποῦ οἱ ὑψηλές θέσεις καί οἱ μεγάλες ἰδέες γιά τόν ἑαυτό μας;


Ποῦ οἱ συγγενικοί δεσμοί;


Ποῦ ἡ δόξα τῶν ἀρχόντων;


Ποῦ ἡ σοφία τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου;


Ποῦ ἡ πεποίθηση πώς εἴμαστε καλύτεροι ἀπό τούς ἄλλους ενω δεν είμαστε ΤΙΠΟΤΑ;

Ποῦ ἡ γλώσσα καί οἱ ρητορεῖες, πού τρέχουν σάν πηγή; «Ποῦ σοφός, ποῦ γραμματεύς, ποῦ συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου;». Τί φόβος καί τρόμος τήν ὥρα ἐκείνη!


Γι’ αὐτό μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού ταπεινωμένος καί συντριμμένος, πενθεῖ καί κλαίει νύχτα καί μέρα μπροστά στόν Θεό. Αὐτός θά καθήσει ὁλόλαμπρος στά δεξιά Του. 
Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος, πού ἀκούει τά λόγια τοῦ Κυρίου καί δέν περνάει ἀνώφελα τή ζωή του, ἀλλά βρίσκεται συνεχῶς σέ κατάσταση μετανοίας. Αὐτός θά ἐλεηθεῖ καί θά ἀπολαύσει στή μέλλουσα ζωή τά ἀνεκλάλητα ἀγαθά τῆς Οὐράνιας Βασιλείας. Αὐτός θά γίνει ἅγιος!



πηγή (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ – “ΟΜΟΛΟΓΙΑ”)
https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Ο Άγιος Παΐσιος Διώχνει Τις Φοβίες


Άγιος Παΐσιος

Χθες το απόγευμα ανέφερε στην πνευματική μας σύναξη ο Δημήτρης Γ., φιλότιμος Ιεροψάλτης από επαρχία της Β.Ελλάδος, ένα συγκλονιστικό γεγονός που βίωσε από τον Άγιο Παΐσιο, ένα βράδυ μέσα στο κελί της Παναγούδας.
Ήταν νέος 21 χρονών (1987) όταν βρισκόταν υπό κατάληψη πνεύματος γενικής φοβίας-κλειστοφοβίας,ανασφάλειας κ.α. με τρομερές κρίσεις πανικού.
Τότε τον συμβούλεψε ο πνευματικός του π.Χρήστος να επισκεφθεί τον Γέροντα Παϊσιο στο Άγιον Όρος , με την ελπίδα να τον βοηθήσει.
Ήταν 24 Ιουνίου το δειλινό όταν έφτασε στην αυλή της Παναγούδας. Η πόρτα από συρματόπλεγμα όμως ήταν κλειστή και επάνω της καρφιτσωμένο ένα χαρτί που έγραφε ο Γερ.Παϊσιος:
«Γράψτε μου τα θέματά σας.Πιο πολύ θα σας βοηθήσω με την προσευχή παρά με τα λόγια.»
Τότε ο Δημήτρης πήρε ένα χαρτάκι και έγραψε απλά
«Θέλω να σας δώ»
Το πέταξε μέσα στην αυλή και κατηφόρισε απογοητευμένος προς το μονοπάτι των Ιβήρων.
Δεν απομακρύνθηκε όμως 20 μέτρα και ακούει μία ισχνή φωνή από πίσω του
-Έ Δημήτρη έλα εδώ. Πέρνα από την πίσω πόρτα να πάρεις και ένα λουκούμι που σου αρέσουν.
Γύρισε λοιπόν ο Δημήτρης στην Παναγούδα,πήρε την ευχή του όπου και τον ρωτά ο Άγ.Παϊσιος:
-Καλώς τον Δημήτρη !Ο π.Χρήστος σε έστειλε;
Αμέσως μπήκαν στον Δημήτρη λογισμοί αμφιβολίας
-Μπα, μήπως είναι κανένας Μάγος; που ξέρει εμένα και τον πνευματικό μου;
Διαβάζοντας όμως ο Αγ.Παίσιος τον λογισμό του, του απαντάει:
Δεν είμαι Μάγος ευλογημένη ψυχή, άλλωστε εδώ στο περιβόλι της Παναγίας δεν χωρούν οι Μαγείες, αναφέροντάς του παράλληλα πολλά παραδείγματα Αγίων που από την τέχνη της Μαγείας επέστρεψαν στον Χριστό.
-Σήμερα θα κοιμηθείς εδώ στο κελί.
-Όχι Πάτερ δεν μπορώ, φοβάμαι! με πιάνει πανικός.
-΄Τί φοβάσαι ευλογημένε; και που να πας τώρα; σε λίγο νυχτώνει, έχουν κλείσει και τα Μοναστήρια, θα σε φάνε τα αγρίμια.
-Θέλοντας και μη λοιπόν εισήλθε στην Παναγούδα , προσκύνησε το κατανυκτικότατο Εκκλησάκι και τον έβαλε ο Γέροντας στο κελί(αριστερά όπως μπαίνουμε) για να ξεκουραστεί.
Μόλις όμως πήρε να βραδιάζει ακούστηκαν δυνατές φωνές μέσα από την Παναγούδα που έφταναν μακριά στο δάσος .
Είχε καταλάβει τον Δημήτρη κρίση πανικού, κρύος ιδρώτας νοιώθοντας πως χάνεται και φωνάζοντας σπαρακτικά πεθαίνω…πεθαίνω..!
Αμέσως άρχισε να σπάει τα πάντα μέσα στο κελί.δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Έσπασε το μεταλλικό ράντσο,τα ράφια …ακόμη και το τζάμι του παραθύρου ματώνοντας το χέρι του (ακόμη υπάρχει το σημάδι) ,όπως και το κούφωμα και το κάγκελο από το παραθύρι , κάνοντας μεγάλη ζημιά στο κελί.
Εκείνη την ώρα ο Γερ.Παϊσιος όπως μας ανέφερε ο Δημητρης,όχι μόνο δεν οργίστηκε που του έσπαζε το κελί, άλλωστε το περίμενε κάτι τέτοιο,αλλά στεκόνταν υπομονετικά στον διάδρομο και προσευχόνταν στον Χριστό και διώχνοντας τους μισάνθρωπους δαίμονες.
«πνεύμα πλάνης, πνεύμα πονηρίας…εξέλθετε…»
Κατά τα χαράματα πήρε τον Δημήτρη ένα ανάλαφρος ύπνος και σηκώθηκε στις 10 (κοσμική ώρα) χάνοντας έτσι και την εωθινή ακολουθία.
Ανοίγει τότε αμήχανος την πόρτα και αμέσως βρίσκει τον Αγ.Παίσιο απέναντί του .Έρχεται ο Γέροντας κοντά του γαλήνιος και τον ρωτά:
Για να δούμε Δημήτρη τι μας έκανε εδώ το ταγκαλάκι; και μπήκε στο κατεστραμένο κελάκι.
Ήταν μεγάλη η ντροπή του Δημήτρη από τον χαλασμό που έκανε και λέει στον Γέροντα
-Χίλια συγνώμη Πάτερ, ευλογείτε, Τι χρωστάω;
-Τι χρωστάς ευλογημένε;
-Εμ τι , εδώ γίνανε ζημιές, πρέπει να πληρωθούνε.
-Εδώ Δημήτρη δεν παιρνούν τα χρήματα αλλά οι προσευχές,σταυρώνοντάς τον στο κεφάλι.
Όλο αυτό το έπαθες διότι δεν κοινωνάς κάθε Κυριακή .Γι’αυτό και οι φοβίες σου και η ταραχή σου.
Αφού νηστεύεις , κάνεις τον πνευματικό σου αγώνα, απέχεις από βαριές αμαρτίες, είσαι κάθε μέρα στην Εκκλησία και υμνείς Τον Θεός , γιατί κοινωνάς 3 φορές μόνο τον χρόνο;
Να τώρα θα σε στείλω να πας στην Παναγία στο «Άξιον Εστίν» στο Πρωτάτο , να δεις κάτι που σου αρέσει,πήγαινε να δείς και να κοινωνήσεις.
Πορεύτηκε κατόπιν ήρεμος και ανάλαφρος ,με τον επίδεσμο στο δεξί του χέρι από το κόψιμο που έκανε , προς την Εκκλησία του Πρωτάτου και με πολύ χαρά μαθαίνει ότι το βράδι έχει αγρυπνία, όπου και θα κοινωνούσε.
Τώρα ο Δημήτρης ,όχι μόνο ξεπέρασε τις φοβίες και τις ανασφάλειές του αλλά θα λέγαμε πως πήγε και στο άλλο άκρο βαδίζοντας απτόητος καθημερινά πάνω από 40 χιλιόμετρα μέσα στα περιβόλια, πολλές φορές μάλιστα και μεσάνυχτα, για να επισκέπτεται Εκκλησίες σε διάφορα χωριά της περιοχής του προκειμένου να ψάλλει ή να συμμετάσχει σε αγιογραφικούς κύκλους.
Κάποτε μάλιστα, όταν είχε ήδη θεραπευθεί με τις προσευχές του Αγίου Παϊσίου, έκανε κάθε ημέρα 72 χιλιόμετρα μέσα στο σκοτάδι, σε 40λειτουργο για ένα συμμαθητή του που είχε πεθάνει σε τροχαίο.
Την 39η το βράδυ ονειρεύτηκε τον φίλο του , ο Δημήτρης όπου τον ρωτά
-Τι να σου προσφέρω Δημήτρη για όλο αυτό ,όπου έκανες για μένα ;
Τι να προσφέρουμε όμως και μείς στον Ι.Χριστό και στους Αγίους Του όπου καθημερινά μας καταδιώκουν με την αγάπη τους για να μας ευεργετήσουν για το κάθε τι στην ζωή μας;
«Τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου»
(Ψαλμ.κβ΄-6)
π.Διονύσιος Ταμπάκης
Ι.Ν.Γενεσίου Της Θετόκου (Παναγούδα) Ναυπλίου.
2015
http://www.orthodoxia.online/2017/01/31/%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%90%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CE%B5%CF%82/

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ


Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ
 
Η Εκκλησία μας κάθε χρόνο γιορτάζει, την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος, την εορτή της Ζωοδόχου ή Ζωηφόρου Πηγής. Η εορτή αυτή καθιερώθηκε ως εξής. Στη Κων/πολη, τον 5ο αιώνα, ανευρέθη υπό του βασιλέως Λέοντος Α΄ του Θρακός (457-474), του επικαλουμένου Μακέ(λ)λη, αγίασμα της Παναγίας, πλησίον του οποίου ο βασιλεύς έκτισε μεγαλοπρεπέστατο ναό αφιερωμένο στη Ζωοδόχο ή Ζωηφόρο Πηγή, δηλαδή την Παναγία μας. Η Παναγία μας ονομάζεται έτσι, γιατί δέχθηκε μέσα στα σπλάχνα της τον χορηγό και εξουσιαστή της ζωής τον Χριστό. Έτσι για το αγίασμα που ανέβλυζε συνεχώς και παρείχε ιάσεις δίπλα στο ναό δεν μπορούσε να υπάρξει καλύτερο όνομα. Τα εγκαίνια του ναού αυτού ετελέσθησαν την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος και έκτοτε καθιερώθηκε να γιορτάζει η Εκκλησία μας τη μνήμη των εγκαινίων αυτού του ναού κάθε χρόνο την ίδια μέρα.

Ο ναός αυτός υπέστη κατά καιρούς διάφορες καταστροφές από σεισμούς και επιδρομές εχθρών, με μεγαλύτερη καταστροφή κατά την τουρκοκρατία, οπότε κατεδαφίσθη ολοσχερώς. Ανοικοδομήθηκε και πάλι το 1833-1834 (εντός 15 μηνών) επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄ και πατριάρχου Κωνσταντίου του Α΄. Είναι ο γνωστός ναός της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλή. Ο περιηγητής Gerlach (1576) αναφέρει για πρώτη φορά τους θρυλικούς ιχθύς εκ των οποίων προήλθε και η τουρκική ονομασία Μπαλουκλή (Θ.Η.Ε. 5,1242).

Έτσι την Παναγία μας, που την τιμάμε όλη την διάρκεια της Σαρακοστής με την ακολουθία των Χαιρετισμών, την τιμάμε και αμέσως μετά την ανάσταση με τη γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής. Θα λέγαμε ότι η γιορτή αυτή είναι και η πρώτη θεομητορική γιορτή μετά την ανάσταση του Χριστού. Και η γιορτή αυτή δεν είναι τόσο η ανάμνηση του σπουδαίου αυτού γεγονότος, της ευρέσεως δηλαδή του αγιάσματος της Παναγίας μας και της ανεγέρσεως του ναού, όσο ένας πανηγυρισμός και μία υπενθύμιση της ζωντανής πραγματικότητας, ότι η Παναγία μας -κατ’ άνθρωπον- είναι η πηγή της ζωής. Ότι ο Χριστός είναι η αληθινή ζωή. Ότι ο Χριστός μας είναι ο χορηγός της ζωής.

Λέγει ο Μωυσής στο Δευτερονόμιο (8,3)· «Ο Θεός σας ταλαιπώρησε, σας άφησε και πεινάσατε και μετά σας έστειλε το μάννα, που δεν το ξέρανε οι πατέρες σας. Και το έκανε αυτό για να αντιληφθείτε «ότι ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι τω εκπορευομένω δια στόματος Θεού». Δηλαδή ο άνθρωπος ζει θαυματουργικά ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν τα υλικά εφόδια, όταν το θέλει ο Θεός. Έτσι οι Ισραηλίτες ενώ πέρασαν σαράντα χρόνια πεζοπορώντας στην έρημο, εν τούτοις, τα ρούχα τους και τα παπούτσια τους δεν πάλιωσαν και δεν φθάρθηκαν, τα δε πόδια τους δεν πιάσανε κάλους (Δευτ. 8,4). Το ρητό αυτό του Δευτερονομίου το ανέφερε ο Χριστός στους πειρασμούς του, όταν ο διάβολος του είπε να κάνει τις πέτρες ψωμιά. Ο Χριστός ως άνθρωπος, όπως και ο Μωυσής και ο Ηλίας, έζησαν σαράντα μερόνυχτα χωρίς τροφή με τη δύναμη του Θεού. Εδώ είναι και το νόημα της νηστείας. Λέμε· «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς κρέας και χωρίς γάλα και τις άλλες αρτύσιμες τροφές». Κι όμως απαιτεί η Εκκλησία μας να νηστεύσουμε, για να μας διδάξει ότι ο Θεός δίνει ζωή· όχι οι τροφές αυτές καθ’ εαυτές. Συνήθως εμείς νομίζουμε πως οι ανάλογες θερμίδες που λαμβάνουμε καθημερινά αυτές μας συντηρούν στη ζωή. Επίσης νομίζουμε ότι η υλική τροφή έχει ζωτικές ουσίες από μόνη της και συνεπώς έχει τη δύναμη να μας ζωοποιεί. Ενώ στην πραγματικότητα ακόμη και οι τροφές μας συντηρούν, διότι υπάρχει η θεία ενέργεια μέσα σ’ αυτές. Η τροφή από μόνη της δεν έχει ζωή και δεν μπορεί να δώσει ζωή.

Αν παρατηρήσουμε με προσοχή τα δελτία ειδήσεων των μέσων ενημερώσεως ή διαβάσουμε πολιτικά και στρατιωτικά περιοδικά, θα διαπιστώσουμε ότι συνεχώς μιλάνε για «ζωτικά εδάφη» ή «για ζωτικά συμφέροντα» ή για «ζωτικές ανάγκες». Και τα λέμε αυτά, διότι έχει απομακρυνθεί ο άνθρωπος από την αλήθεια του ευαγγελίου τόσο, ώστε να πιστεύει ότι τα εδάφη που έχουν πετρέλαιο ή ουράνιο ή πολύτιμα μεταλλεύματα, ή τα υλικά συμφέροντα που έχει σε διαφόρους τομείς αυτά είναι που του χορηγούν ζωή. Και, χάριν αυτής της υλικής ζωής που νομίζει ότι αυτά του χορηγούν, κάνει πολέμους αιματηρότατους, καταστρέφει οικολογικά τον πλανήτη μας, καταστρέφει τον πολιτισμό μας, βυθίζει στο πένθος και στον πόνο μεγάλα τμήματα της γης. Κι ενώ κάθε κράτος διώκει απηνώς τους ληστές, δολοφόνους, τρομοκράτες που βρίσκονται στην επικράτεια του, εν τούτοις, σε κρατικό επίπεδο εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους με τους εκτός νόμου ευρισκομένους πολίτες του. Να η κατάντια που φθάνουμε, λόγω της ειδωλολατρίας μας και της αλλοτριώσεως μας από το Θεό.

Εκτός όμως από την υλική ζωή που παρέχει ο Θεός, την παροδική και θνητή, παρέχει και την αιώνια, την άφθαρτη, την ουράνια. Η ζωή η επί γης έχει μικρή αξία αυτή καθ’ εαυτή. Η ζωή η αιώνια έχει την αιώνια αξία. Δεν μας έπλασε ο Θεός για να ζούμε εξήντα ή εβδομήντα ή περισσότερα ή λιγώτερα χρόνια. Είμαστε λογικά όντα αθάνατα. Σε τρία- τέσσερα εκατομμύρια είδη ζώων, μόνο ο άνθρωπος έχει λογική, συνείδηση, πολιτισμό, πόθο αιωνιότητας. Μόνο ο άνθρωπος τα έχει αυτά, γιατί μόνο ο άνθρωπος πλάστηκε γι’ αυτό το σκοπό.

Στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, στο 6ο κεφάλαιο, ο Χριστός, αφού τον αναζήτησαν οι Εβραίοι για να τον συναντήσουν, μετά το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχυλίων, τους είπε· «με ζητάτε όχι γιατί είδατε θαύματα, αλλά γιατί φάγατε από τους άρτους και χορτάσατε. Τα ενδιαφέροντά σας είναι κυρίως υλικά. Μη ενδιαφέρεσθε όμως αποκλειστικά και μόνο για την τροφή που φθείρεται, αλλά κυρίως να ενδιαφέρεσθε για την τροφή που μένει άφθαρτη και σας χαρίζει την αιώνια ζωή και την οποία τροφή θα σας δώσει ο υιός του ανθρώπου». Μετά απ’ αυτή τη σύσταση και επειδή τον προκάλεσαν οι Εβραίοι να κάνει ένα θαύμα παρόμοιο με το θαύμα που έκανε ο Μωυσής, όταν τους έδιδε το μάννα από τον ουρανό, ο Χριστός τους είπε ότι ο Μωυσής τους έδωσε τον άρτο από τον ουρανό, αλλά ο πατέρας μου σας δίδει αυτή τη στιγμή τον άρτο από τον ουρανό αλλά τον αληθινό άρτο». Το μάννα ήταν μεν τροφή από τον ουρανό αλλά υλική. Διατηρούσε μόνο την βιολογική ζωή. Ο αληθινός άρτος δίνει την αιώνια ζωή.

Μετά την αποκάλυψη αυτή, ο Χριστός είπε πολύ βαρυσήμαντα αλλά και πολύ ακατανόητα και παράδοξα λόγια. «Ο πατέρας μου δίνει τον άρτον τον εκ του ουρανού, τον άρτο τον αληθινό, αυτόν που δίνει ζωή στον κόσμο». Και όταν του είπαν οι Εβραίοι να τους δώσει απ’ αυτό τον άρτο, εκείνος τους αποκάλυψε ότι· «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής», δηλαδή ο άρτος που δίνει ζωή. «Αυτός που έρχεται κοντά μου δεν θα πεινάσει, κι αυτός που πιστεύει σε μένα δεν θα διψάσει ποτέ». Άρχισαν να γογγύζουν οι Εβραίοι, γιατί ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό του «άρτο ζωής». Όταν τους χόρτασε υλικά με θαύμα, δεν γόγγυσαν και τον θεωρούσαν προφήτη και ήθελαν να τον κάνουν βασιλιά. Τώρα όμως που αντιλαμβάνονται ότι χάνουν το υλικό φαγοπότι γογγύζουν. Να ποια είναι τα κύρια ενδιαφέροντα των ανθρώπων.

Ο Χριστός όμως το επανάλαβε ξανά και τους είπε ότι οι πατέρες τους φάγανε στην έρημο το μάννα, που το θεωρούσαν άρτο ουράνιο, αλλά πεθάνανε. Ενώ ο άρτος αυτός, που είναι ο εαυτός του, όποιος τον τρώγει δεν πεθαίνει. Άρα προσέξτε· σας ελευθερώνω από τον θάνατο· μην έχετε το νου σας όλο στην φθαρτή ζωή και τροφή. «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων», δηλαδή ο ζωντανός άρτος, «ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε ον εγώ δώσω, η σάρξ μου εστίν, ην εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα…ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ». Με τα λόγια αυτά ο Χριστός αποκαλύπτει ότι την αληθινή και αιώνια ζωή την αποκτά κανείς με τη συμμετοχή του στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας.


Να λοιπόν το μήνυμα της γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής. Μας υπενθυμίζει, για άλλη μια φορά, ότι η Παναγία μας γέννησε τον Χριστό, ο οποίος είναι η ζωή και ο χορηγός της ζωής. Ο χορηγός υλικής και πνευματικής ζωής, θνητής και αθανάτου, φθαρτής και αφθάρτου. Και ότι με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας μπορούμε και εμείς να ενωθούμε με το Χριστό και ν’ αποκτήσουμε ζωή αιώνια, αληθινή, ευτυχισμένη.

 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

http://www.pigizois.net/pmeletios
https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Η ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΞΕΡΙΖΩΜΑ ΤΗΣ ΦΩΛΙΑΣ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ - ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ


ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 

Λόγος Πέμπτος

Περί άκρας και εκτεταμένης βίας της καρδιακής ευχής, έξ ής γεννάται μέν ό δριμύς πόνος έσω είς τόν άνθρωπον, εκ δέ του πόνου γεννώνται τά αένναα δάκρυα καί εκ τούτων προέρχεται η θυμηδία και η παράκλησις του Αγίου Πνεύματος είς τήν ψυχήν. ’Έτι δέ καί περί του πώς πτύει τινάς αίμα, έως ου νά έξορίση από τήν καρδίαν του τόν σατανάν μέ όλα του τά τάγματα.

Ευλόγησον πάτερ

Ω μοναχέ, όπου πραγματεύεσαι την ατίμητον και ουράνιον πραγματείαν της σωτηρίας διά μέσου τών θείων καί φωτεινών σου δακρύων! Όταν στερήσαι ταυτα τά σωτήρια καί άγια δάκρυα καί είναι η διάνοιά σου τετυφλωμένη καί κατασυννεφιασμένη από κάποιαν παχυτάτην ομίχλην τής αναισθησίας, η οποία περιχύνεται επάνω εις τήν ψυχήν σου καί κρατεί τόν νούν σου έν σκότει καί σκιά θανάτου κρατημένον καί δεδεμένον, όταν, λέγω, πάσχης ταύτα, μή γυρεύης άλλην θεραπείαν είς τήν ψυχήν σου, μήτε άλλο μέσον διά τού οποίου ημπορείς νά αποβάλης από τήν διάνοιάν σου τήν παχυτάτην εκείνην αντάραν της αναισθησίας καί νά ελευθερώσεις τον σκλαβωμένον σου νουν από τά δεσμά της ψυχικής σου τυφλώσεως, παρά γύρευε, όσον δύνασαι, νά εύρης τά δάκρυα, οπού τά στερείσαι. Διότι μόνον τών δα­κρύων έργον είναι νά λαμπρύνουν την διάνοιάν σου, νά φωτίσουν την ψυχήν σου, νά διεγείρουν τήν καρδίαν σου καί νά τήν θερμάνουν είς τήν θείαν εργασίαν καί νά υπο­τάξουν τό σώμα σου είς τά θελήματα της ψυχής σου.Αυτά τά δάκρυα προέρχονται μέν καί γεννώνται από πολλάς καί διαφόρους αρετάς, πλήν κατ’ εξαίρετον τρό­πον προέρχονται ευθύς - ευθύς καί βρύουν εν τω άμα αεννάως από τήν υπερβολικήν βίαν της καρδιακής ευχής. Διό­τι η καρδιακή ευχή, όταν λέγεται βιαίως, δεν βάνει αργοπορίαν είς το να τα γέννηση είς τό σώμα καί να τα δώση είς τήν ψυχήν διά νά πλυθη με ταύτα καί λευκανθη υ­πέρ τήν χιόνα. «Πλυνείς με, λέγει, καί υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι».Αλλά ίσως μου αποκρίνεσαι καί μου λέγεις· εγώ πολλάκις εβίασα τήν καρδίαν μου μέ τήν ευχήν καί πο­σώς δεν είδα δάκρυον. Ναι! σέ πιστεύω ότι εβίασες τήν καρδίαν σου μέ τήν ευχήν, αλλά πόσον τήν εβίασες δέν μου λέγεις. Διότι βία από βίαν διαφέρει, καθώς διαφέ­ρει αρετή από αρετήν, τέχνη από τέχνην, ζώον από ζώον, καί άνθρωπος από άνθρωπον.Όταν δέ βιάζης τήν καρδίαν μέ τήν ευχήν, ανίσως δέν σου έρχεται τό δάκρυον, ήξευρε ότι δέν εφθασας μέ τήν βίαν σου έως είς τόν πόνον της καρδίας σου καί έως είς τήν πληγήν της καρδίας σου, ώστε οπού νά σέ πονή εκεί οπού λέγεται η ευχή μέ κάποιαν άκραν δριμύτητα του πόνου, ωσάν νά εκατάκοψεν εκείνο τό μέρος του στήθους σου καμμία κοπτερή μάχαιρα καί διά τούτο δέν είδες τό δάκρυον. Διότι όση διαφορά είναι είς ένα άνθρωπον, όστις προσεύχεται από τό βάθος της καρδίας, έως είς άλλον ε­να, όστις δέν προσεύχεται από τό βάθος της καρδίας, τό­ση διαφορά είναι και εις εκείνον, όστις προσεύχεται με πόνον της καρδίας και λέγει την ευχήν από το κέντρον του πόνου, έως εις εκείνον, όστις προσεύχεται μέν μόνον με την καρδίαν από καρδίας, όμως δίχως πόνον καρδίας, δίχως πληγήν καρδίας και δίχως τήν εσωτερικήν μάχαιραν του στήθους (ό αναγινώσκων νοείτω, ό αναγινώσκει, και ό δυνάμενος χωρείν, χωρείτω. Ου πάντες γάρ χωρούσι τό λεγόμενον τούτο, μάρτυς ό οφθαλμός του Θεού, ό βλέπων τα κρυπτά και ό έτάζων καρδίας καί νεφρούς, ου ψεύδομαι). Διότι πόνος της καρδίας είναι εκεί όπου είναι ή εσωτερική άκρα βία της ευχής, η όποια κόπτει έσωθεν τό στήθος του άγωνιστου εις μέρη - εις μέρη, ωσάν με μάχαιραν κοπτερήν.Τούτο λοιπόν είναι εκείνο όπου γεννά εν τω άμα τήν κατάνυξιν. Καί άλλοτε μέν χύνονται κρουνηδόν τα δά­κρυα και βρέχεται όχι μόνον τό πρόσωπον του ανθρώπου, άλλα καί τα φορέματά του καί τό έδαφος της γης, άλλο­τε δε πάλιν βρέχονται από τα δάκρυα μόνον τά όμματα, καί άλλοτε, καθώς δροσίζεται η επιφάνεια της γης τήν άνοιξιν από τήν δρόσον του ουρανού έν καιρώ της νυκτός, τοιουτοτρόπως δροσίζεται η διάνοια καί η καρδία έσωθεν. Άλλα πάλιν, αφού παύσουν τά δάκρυα, ανίσως στέ­κεται έτι ό πόνος σου έσω σου δριμύς καί η πληγή σου νεκρά, δίχως νά καταπραΰνη η δριμύτης του πόνου σου καθόλου καί δίχως νά ύγιάνη η πληγή σου καί δίχως νά αναλάβη η καρδία σου έν τω άμα, πάλιν ημπορείς νά ξαναφέρης τά δάκρυά σου, όταν θέλης. Διότι ή πηγή από τήν οποίαν βρύουν καί χύνονται είναι ανοικτή καί δεν εσφαλίσθη. Βρύει ακόμη καί δεν εστέρεψεν.Άλλοτε δε πάλιν τά άνανεώνεις με τήν ιδίαν έμπονον ευχήν, διότι λέγοντας πάλιν τήν ευχήν μέ βίαν καί μέ πόνον καί μέ προσοχήν, γνωρίζεις καί εσύ ο ίδιος ότι μα­ζί μέ τήν ευχήν εξέρχονται τά δάκρυα από τον ίδιον τό­πον, από τον όποιον εξέρχεται καί η ευχή. Διότι έν τω άμα όπου βιάζεις τήν καρδίαν σου μέ τήν ευχήν, κατανύγεται έσω σου η καρδία καί οι οφθαλμοί σου.Άλλοτε πάλιν, όταν είναι νέος ό πόνος της καρδίας σου, ανανεώνεις τήν κατάνυξιν μέ τήν θεωρίαν του νοός σου. Διότι ώντας έτι ο νους σου καθαρώτατος, λαμπικαρώτατος καί υψηλότατος, εκτείνεται είς τά ουράνια κάλ­λη, εις τά άφθαρτα ποιήματα, είς τά νοητά τάγματα, είς τήν δοξολογίαν του Θεού, είς τήν προσκύνησιν του Κτί­στου σου, είς τον θαυμασμόν τών ποιημάτων Αυτού, είς τήν έκπληξιν τής μεγαλοσύνης Του καί είς τό ακατανόητον τής θεότητος.

Αυτά μελετώντας μέ κάποιαν ζωηρότητα ό καθαρώ­τατος καί αθόλωτος νους γλυκαίνεται αρρήτως. Γλυκαινόμενος δέ ανανεώνει τήν κατάνυξιν είς τήν καρδίαν σου καί χύνουν οί οφθαλμοί σου δάκρυα, όχι όλιγώτερα από τά πρώτα, διότι τότε, πίπτοντας προύμητα, εσύ ό πραγμα­τευόμενος τήν σωτηρίαν σου διά μέσου τών δακρύων, δέν σηκώνεσαι εκείθεν έως νά χορτάσης κλαίοντας καί εως ού νά σέ σηκώση αοράτως ο άγιος άγγελος τής πνευματικής παρακλήσεως καί ευφροσύνης.

Μετά δέ τήν χύσιν τών δακρύων, φεύγει η αναισθη­σία τής ψυχής σου, εξορίζεται η απελπισία τής σωτηρίας σου, φυγαδεύεται η ανευλάβεια από λόγου σου, χάνεται η αμέλεια, διαλύεται η ολιγοπιστία της καρδίας σου καί η διάνοιά σου, τόσον φαίνεται καθαρή (καί είναι τή αλη­θεία), ωσάν φαίνεται καθαρός ο ουρανός μετά την κατάπαυσιν τής βροχής.Ταύτα δέ τά δάκρυα σου τά εχάρισεν ό Θεός διά μικρήν σου παρηγορίαν, πρός αρραβώνα τής ουρανίου βα­σιλείας, επειδή καί έσυ Του έθυσίασες, όχι θυσίαν ολοκαυ­τωμάτων, όπου δέν τήν θέλει, καθώς λέγει· «ολοκαυτώμα­τα ούκ ευδοκήσεις», αλλά Του εθυσίασες θυσίαν τής καρ­δίας σου, θυσίαν του εαυτού σου, θυσίαν του πνεύματός σου· «θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον». Διότι ό δριμύς πόνος, όπου σέ κυριεύει έσω είς τό στήθος σου καί τό αίμα, οπού πτύεις από την καρδίαν σου διά τήν βίαν της καρδιακής ευχής, λογίζονται ενώπιον του Θεού ώσαν ευπρόσδεκτος θυσία.Άλλά διατί εγινεν ό πόνος είς τό κέντρον του στή­θους σου και όχι αλλού πούποτε; Και διατί εκατάκοψεν εκεί η ευχή εσωθεν είς μέρη - είς μέρη τό στήθος σου, ώ­σαν νά ήτον καμμία κοπτερή μάχαιρα; Και διατί πτύεις αίμα, ποτέ μέν κατάμαυρον και ψυχρόν, ποτέ δέ κόκκινον και ζεστόν; Τούτο σου ηκολούθησεν αγαπητέ, διατί είς αυτό τό μέρος του στήθους σου επάλευσε και επολέμησε δυνατά η χαριτωμένη ευχή μέ τόν διάβολον και μέ τούς υπηρέτας του διά τήν λύτρωσιν και διά τήν σωτηρίαν της ψυχής σου. Διότι είς αυτά τά μέρη η δίστομος μάχαιρα του ονόματος του Χριστου ευρούσα τόν σατανάν αναπαυμένον μέ τά στρατεύματά του, τόν εκατάκοψε μεληδόν και αυτόν καί τά στρατεύματά του· και οχι μόνον τόν εκατάκοψε, αλλά και τόν εκατάκαυσε, διότι τό όνομα του Θεου είναι όχι μόνον δίστομος μάχαιρα κατά του διαβό­λου, κατά τής αμαρτίας λέγω, αλλά είναι ακόμη και πύρ καταναλίσκον.

Εκεί πρώτα εβασίλευεν ο σατανάς μέ επτά άρχον­τας, διότι επτά είναι τά θανάσιμα αμαρτήματα, αλλά, αφού εισήλθεν εκεί η νοητή ρομφαία του ονόματος του Χριστού και αφού επροχώρησεν έως εκεί η βία της καρδια­κής σου ευχής, εφοβήθη ευθύς ο δείλαιος καί δειλός εκεί­νος τύραννος βασιλεύς. Λέγομεν εφοβήθη ό διάβολος νά μή τόν κατασφάξη καί νά μή τόν κατακαύση τό φοβερόν καί άστεκτον όνομα του Θεού, καί αύτόν καί τά στρατεύ­ματά του· διά τούτο είσηλθεν είς τά εσώτερα μέρη τού στήθους καί ετράβηξεν εμπροστά του κάποιον μπερτέν, διά νά μή φανή πώς είναι εκεί κρυμμένος.

Αυτός δέ ό μπερτές είς τόν όποιον οπίσω κρύπτεται ό διάβολος είναι καί εύρίσκεται είς τά εσωτερικά μέρη του στήθους. Λέγομεν αυτός ό μπερτές είναι νοητόν τίποτες και αίσθητόν τίποτε, καθώς καί το ξύλον τής γνώσεως, από τού όποιου τον καρπόν έφαγεν ό Αδάμ, γροικάται αισθητόν τίποτε και νοητόν τίποτε. Καί καθώς ο άνθρω­πος είναι αισθητός καί νοητός, ομοίως καί καθώς ό Παράδεισος γροικάται τρόπον τινά αισθητός καί νοητός, τοιουτοτρόπως είναι καί ούτος ο μπερτές νοητόν τίποτε καί αίσθητόν τίποτε· Καί νοητόν μέν τίποτες είναι αυτός ό μπερτές, διότι αυτός είναι όλη ή δύναμις τού σατανά. Σού κυριεύει τά βοσκήματα της καρδίας ανεπαισθήτως. Αίσθητόν δέ τίποτε πάλιν φαίνεται νά είναι, διότι, όταν τον επιτυχής μέ τήν έσωτερικήν καρδιακήν ευχήν καί προ­σοχήν, αισθάνεσαι καί έσυ μόνος σου ότι ευρήκεν η έ­σω σου ευχή τον τόπον τού διαβόλου, τήν φωλεάν τού σα­τανά, τήν κατοικίαν τού Βεελζεβούλ, τον θρόνον τού εω­σφόρου καί τήν πόλιν τών δαιμόνων. Τό όποιον δεν θέ­λει ποτέ νά τό νοήση ό άνθρωπος, διά νά μή ζητηση τήν ευχήν καί διωχθη εκείθεν, καθώς λέγει ο Σιναΐτης Γρηγόριος καί άλλοι νηπτικοί Πατέρες. Καί ανίσως δεν εί­ναι αίσθητόν τίποτες εκείνος ό μπερτές, εκείνος ο σελτζιτές (σελτζιτές καί μπερντές = αδιαπέραστες όφθαλμικώς κουρτίνες. Οί λέξεις είναι τουρκικές.) τού σατανά, πώς είναι δυνατόν νά τον αίσθανθης ότι τον έπέτυχεν η έσω σου ευχή; Τούτο δέ νά τό είπη τινας κοινότερα θεωρείται τοιουτοτρόπως.

Όταν εσύ, ώ άνθρωπε, ερευνάς τά βάθη τού εαυ­τού σου μέ τήν δύναμιν καί μέ τήν σοφίαν καί μέ τήν κρίσιν της νοεράς προσευχής, τότε ευρίσκεις τόσον τον έσω άνθρωπον τού εαυτού σου, όσον καί τον εξω, ότι εί­ναι όλος ζυμωμένος μέ τά πάθη καί ότι κλίνει πάντοτε είς τά θελήματα τού διαβόλου, ανίσως δέν τον εμποδίζης μέ τον φόβον τού Θεού καί δέν τον χαλινώνης μέ τήν ένθυμησιν της φρικτης κολάσεως. Διότι, όσον πλη­σιάζεις είς τον Θεόν μέ τήν εργασίαν τών άγιων Του εν­τολών, τόσον βλέπεις τον εαυτόν σου απομεμακρυσμένον άπο τον Θεόν (Είναι χαρακτηριστικόν τής αγιότητος τών Πατέρων μας, ότι όσον έπλησίαζαν ώς καθαροί τόν καθαρώτατον Κύριον, τόσον αισθάνονταν τήν μικρότητα τής ανθρωπίνης φύσεως. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι έν προκειμένω η σχετική κατήχησις του Αββά Δωροθέου. Αύτή είναι «τό συντετριμμένον πνεύμα» και ή θεία ταπείνωσις.) καί, όσον καθαρίζεται ή καρδία σου μέ την ευχήν καί φωτίζεται η διάνοιά σου άπο τά αένναα δά­κρυα, τόσον σου φαίνεται ότι είσαι άμαρτωλός καί άσω­τος.

Αλλά διατί, προτού νά καθαρισθη η καρδία σου καί νά φωτισθη ή διάνοιά σου, δέν έβλεπες τοιούτον τον εαυ­τόν σου; Καί πρώτα μέν δέν εβλεπες τον εαυτόν σου τοιούτον, διότι δέν ήξευρες τί πράγμα είναι οί άγγελοι καί αυτός ό Θεός καί ό Παράδεισος. Τώρα όμως όπού τά έθεώρησεν οποσούν η καρδία σου, κατά τήν καθαρότητά της, καί τά είδεν η διάνοιά σου, κατά τήν φώτησίν της, βλέπεις τον εαυτόν σου τοιούτον άχρηστον καί άσωτον, διότι έβεβαιώθης, οποίαν άκραν καθαρότητα είχαν οί θεί­οι άγγελοι καί οποίαν ακατανόητον καί ανέκφραστον ω­ραιότητα καί καθαρότητα έχει ό Κύριος.

Διά τούτο λοιπόν έλεγε καί ό ευλογημένος εκείνος Πατήρ, ό ουράνιος μάλλον ή επίγειος, ό άσαρκος μάλλον ή μέ σώμα, ό Συμεών λέγω ό Μεταφραστής «Ήδη δέ καί έν τοίς έργοις διεπραξάμην πορνείαν, μοιχείαν, υπε­ρηφάνειαν, άλαζονείαν, λοιδορίαν, βλασφημίαν, άργολογίαν, βρασμόν γέλωτος, μέθην, γαστριμαργίαν, αδηφαγίαν, μίσος, φθόνον, φιλαργυρίαν, φιλοχρηματίαν, πλεονεξίαν, φιλαυτίαν, φιλοδοξίαν, άρπαγήν, αδικίαν, αισχρο­κέρδειαν, ζηλοτυπίαν, καταλαλιάν, παρανομίαν, πάσαν μου αισθησιν καί πάν μέλος εμίανα, έφθειρα, ηχρείωσα, εργαστήριον γενόμενος καθόλου του διαβόλου». Διότι τίς είναι όστις δέν μετέχει από όλα ταύτα ολίγον ή πολύ; Βέ­βαια όλοι μας μετέχομεν από ταύτα, ώς σώμα φορούντες καί ώς τον κόσμον οικούντες καί ώς έκ του διαβόλου πλανώμενοι.

Διά τούτο λοιπόν λέγομεν ότι εκείνος ό μπερτές εί­ναι τό αγγείον της πονηριάς του διαβόλου, εκείνος είναι τό θησαυροφυλάκιόν του, διότι εκεί ό σατανάς εχει μαζωμένα όλα τά σπέρματα τής πονηριάς. Εκείθεν πηγά­ζει ή πορνεία, εκείθεν πηγάζει η ακρασία, εκείθεν πηγά­ζει η ασωτεία, εκείθεν πηγάζει και βρύει η αρρενομανία, εκείθεν βρύει η φιλαργυρία, η πλεονεξία, η αισχροκέρδεια, η αρπαγή, η αδικία, εκείθεν εξέρχεται η φιληδονία, η υ­περηφάνεια, η οίησις, η ανθρωπαρέσκεια, εκείθεν κατά­γεται τό μίσος, η έχθρα, ό φθόνος, η κατάκρισις, εκείθεν βρύει η κατάχρησις, η καύχησις, η κακή επιθυμία, η βλα­σφημία, καί συντόμως ειπείν, εκείθεν πηγάζουν όλαι αί κακίαι, ωσάν ωπό καμμίαν βρωμεράν καί δυσώδη πηγήν. Τούτο δέ φανερώνει καί έκείνο όπου λέγει ό Κύριος είς τό ίερόν Αυτού Ευαγγέλιον «έκ της καρδίας τού ανθρώ­που έξέρχονται πορνείαι, φόνοι, βλασφημίαι, κακείνα κοι­νοί τον άνθρωπον», ήγουν, όταν τινάς δέν επιμελήται νά καθαρίση έσωθεν την καρδίαν του, ήτοι τον εσω άνθρω­πον, τότε γίνεται η καρδία του, λέγομεν, γίνεται ό εσω άνθρωπος καθολικόν κατοικητήριον καί δοχείον του σα­τανά, από τό όποιον βρύουν καί εξέρχονται όλα τά κακά, τά όποια μολύνουν τον άνθρωπον, ήτοι κολάζουν τήν ψυ­χήν του ανθρώπου.

Είδες λοιπόν, αγαπητέ, ότι όλα τά κακά εξέρχον­ται άπό τήν καρδίαν, όπου έγινεν φωλεά καί κατοικία του σατανά; Εκεί εχει ό σατανάς θησαυρισμένα όλα τά πο­νηρά σπέρματα της πονηριάς του καί όλα τά φθοροποιά εφευρέματα της πανουργίας του καί κακίας, επάνω είς τά όποια αναπαύεται αυτός, ωσάν είς κανένα μαλακόν καί πολύτιμον αυτού στρώμα. Αλλ’ όμως, αφού φθάση η ευ­χή εως είς εκείνην τήν κατοικίαν του σατανά καί τήν σπαράξη καί τήν ταράξη δυνατά, ταράττεται ευθύς καί συγχύζεται ό σατανάς μέ τους πονηρούς του άγγέλους, ωσάν ταράζονται καί θυμώνονται αί σφήκες, όταν ταράξης τήν φωλεάν αυτών.

Άλλα έσύ, ώ Μοναχέ, όπου Χάριτι Θεού έφθασες και επροχώρησες τήν εύχήν της καρδίας σου εως εκεί κον­τά, σέ παρακαλώ, διά τήν αγάπην της ψυχής σου καί σέ παρακινώ, βάλε όλην σου την δύναμιν είς τήν εύχήν της καρδίας σου, διά νά ξεσχίσης εκείνον τόν μπερτέν του σα­τανά. Διότι εκείνος ό μπερτές είναι τό χειρόγραφον του διαβόλου, εκείνος είναι τό κατάστιχον της αμαρτίας, εκεί­νος είναι η έγγραφος ομολογία του εωσφόρου, είς τήν οποίαν έχει ο διάβολος γεγραμμένας όλας τάς αμαρτίας.

Ανίσως όμως ήθελες ξεσχίσει τούτον τόν νοητόν καί αίσθητόν μπερτέν του διαβόλου καί του εαυτού σου μέ τήν βίαν της καρδιακής σου ευχής, εξαλείφεις ευθύς ό­λας σου τάς αμαρτίας, οπού είναι γεγραμμέναι είς αύτόν, καί ματαιώνεις όλους τούς κόπους του διαβόλου, οπού έκοπίασεν, έως οπού νά ιστορίσει εκεί πάσας τάς κακίας σου· Τόν ξεσχίζεις δέ μέ τήν βιαίαν εύχήν, ώς είρηται.

Η δέ βιαία ευχή, όταν ήθελε φθάσει εκεί, γνωρίζεις ευθύς ότι εκεί κάθηται ο νοητός λύκος, όστις παραμονεύει εκείθεν να αρπάξη καί να ξεσχίσει τήν νοητήν αμνάδα του Κυρίου, λέγομεν τήν ψυχήν σου, έν τη ώρα του θανάτου σου, καί νά καταφάγη όλας τάς αγαθοεργίας σου. Διά τουτο λοιπόν εκείνην τήν ώραν καθ’ ήν αισθάνεται η καρ­δία σου ότι εκεί εμφωλεύει ό παλαιός όφις διά νά φαρμακώση τήν ψυχήν σου, κατ’ εκείνην, λέγω, τήν ώραν σου, έρχεται αοράτως καί θαυμασίως κάποια προθυμία είς τό νά σπαράξης εκείνον τόν μπερτέν του διαβόλου μέ όλην τήν δύναμιν της καρδιακής ευχής. Διότι, αφού ήθελες καταλάβει τάς ενεργείας του σατανά, θείω ζήλω κι­νούμενος, τότε αποφασίζεις μέ τόν εαυτόν σου καί λέγεις· «ή εγώ νά αποθάνω ταύτην τήν στιγμήν τής ώρας, από τήν ύπερβολικήν βίαν τής εύχής, ή ό διάβολος νά έξορισθη καί νά φυγαδευθή από την καρδίαν μου μαζί μέ τάς πονηρίας του». Όθεν μέ τούτον τόν τρόπον βιάζεις καί υ­πέρ βιάζεις καί σπαράττεις καί κατασπαράττεις τόν μπερ­τέν του διαβόλου, έως οπού νά τρυπηθή καί νά ξεσχισθή. 

Καί λοιπόν, αφού ήθελε φθάσει είς τά εσώτερα μέ­ρη η αήττητος και κραταιά ευχή, εξορίζει εκείθεν τον διά­βολον μέ τους δαίμονας του καί, τέλος πάντων, κατακαίει θαυμασίως και αρρήτως όλον εκείνον τόν τόπον καί όλα εκείνα τά σπέρματα καί τάς αιτίας της αμαρτίας καί τών παθών καί έρχεται μετά ταύτα έν τώ άμα η παρηγορία τού Θεού. Διά τούτο λέγει καί ό ύμνογράφος· «κατάφλεξον πυρί αΰλω τάς αμαρτίας μου, και εμπλησθήναι τής έν σοί τρυφής καταξίωσον».


ΣΧΟΛΙΟ: Αυτό είναι τό θεμέλιο τής ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΑΣ. Μέ τά σύγχρονα δεδομένα καί χωρίς πνευματική καθοδήγηση, ο σημερινός χριστιανός ορίζεται από αυτό τό τείχος πού τόν χωρίζει από τόν Θεό. Ή τόν προστατεύει από τόν θεό. Ολες οι σύγχρονες αξίες πηγάζουν από αυτό τό παρασκήνιο. Αυτοσυνειδησία, αυθυπέρβαση, πρόσωπο. Είναι τά χαρακτηριστικά τού ''Γιού Σατανά''. Η αυτοδικαίωση καί ο Φαρισαϊσμός εδώ βρίσκουν πατρίδα. Σήμερα μάλιστα η επίδειξη αυτοδικαιώσεως θεωρείται παλληκαριά. Η μόνη μας ευχή νά αποδειχθή, έστω κάποια στιγμή, ότι έχουμε δίκαιο.

 Γι' αυτόν τόν λόγο ο Ησυχασμός καί η Αγιότης πρέπει νά μεταλλαχθούν, μέ τόν διαλογισμό, χωρίς τήν άσκηση τού νού καί μέ τή κοινωνιολογία.

Aμέθυστος
https://amethystosbooks.blogspot.gr/