Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Η κατ' οικονομίαν Σωτηρία


       Όσιος Μάρκος ο ασκητής.                                             

Λοιπόν την αρχή τής κατά Θεόν ωφέλειάς σου, παιδί μου, οφείλεις να την κάνεις από αυτό το σημείο: πρέπει να μελετάς και να συλλογίζεσαι ακατάπαυστα χωρίς ποτέ να ξεχνάς, όλες τις οικονομίες τις διευθετήσεις και τους μυστηριώδεις τρόπους της θείας βουλής και τις ευεργεσίες που σου έκανε κι εξακολουθεί να σου κάνει ο Θεός για τη σωτηρία της ψυχής σου. όχι τυλιγμένος από τη λήθη που προκαλεί η κακία ή εξαιτίας της ραθυμίας να ξεχνάς τις πολλές και μεγάλες προς εσένα ευεργεσίες Του, και έτσι να περνάς τον υπόλοιπο καιρό σου χωρίς ωφέλιμα έργα και χωρίς ευχαριστία.Επειδή οι ακατάπαυστες αυτές ενθυμήσεις των ευεργεσιών του Θεού, κεντούν σαν το σουβλί την καρδιά, και την παρακινούν σε εξομολόγηση και σε δοξολογία, σε ταπείνωση, σε ευχαριστία με συντριβή ψυχής, σε κάθε αγαθή απασχόληση, σε προθυμία για να ανταποδώσει τις ευεργεσίες προς το Θεό με τρόπους και ήθη αγαθά και με όλη την αρετή που είναι σύμφωνη με το θέλημά Του. και την κάνουν να μελετά πάντοτε τον προφητικό λόγο: «Τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα, με όσα με έχει ευεργετήσει;.Ας αναλογιστεί ο άνθρωπος τις ευεργεσίες του φιλάνθρωπου Θεού από τον καιρό της γενννήσεως, ή από πόσους κινδύνους γλύτωσε, σε πόσες αμαρτίες έπεσε και σε πόσες παραβάσεις γλίστρησε θεληματικά, και εντούτοις δεν τον παρέδωσε για απώλεια και θάνατο, σύμφωνα με το δίκαιο, στα πονηρά πνεύματα που τον εξαπάτησαν, αλλά τον διαφύλαξε μακρόθυμα ο φιλάνθρωπος Κύριος, παραβλέποντας τις αμαρτίες του, περιμένοντας την επιστροφή του. 

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ 

 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ (Ὃσιος Μάρκος ὁ ἀσκητής)



Πρόλογος

Ο ΟΣΙΟΣ Μάρκος ὁ ἀσκητής εἶναι ἕνας ἀπό τούς ἐπιφανέστερους ἀσκητικούς συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔζησε στά τέλη του 4ου καί στίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰ. Ἦταν μαθητής τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Διετέλεσε πρεσβύτερος καί προϊστάμενος μοναστικῆς ἀδελφότητας στην Ἄγκυρα, πρίν ἀποσυρθεῖ στήν ἔρημο τῆς Γαλατίας, ὅπου ἀσκήτεψε μόνος. Κοιμήθηκε αἰωνόβιος μετά τό 430.

Φιλόθεος καί φιλόπονος ὁ ὅσιος Μάρκος, ἐπιδόθηκε για ἑξήντα χρόνια στή νήψη καί τή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν. Φτάνοντας «εἰς τὸ ἄκρον τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἀρετῆς», ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό συναξάρι του (5 Μαρτίου), ἀπέκτησε τά χαρίσματα τῆς θαυματουργίας καί τῆς ἁγιοπνευματικῆς σοφίας. Το τελευταῖο τό ἀποδεικνύουν διαχρονικά τά δογματικά και ἀσκητικά του συγγράμματα, τά ὁποῖα ἔγιναν τόσο δημοφιλή, ὥστε οἱ βυζαντινοί χριστιανοί ἔφτασαν νά λένε: «Πάντα πώλησον καὶ Μᾶρκον ἀγόρασον»! Τή μαρτυρία του, ἄλλωστε, ἐπικαλοῦνται συχνά μεταγενέστεροί του ἀσκητικοί συγγραφεῖς, ὅπως ὁ ἀββάς Δωρόθεος, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ.

Ἕνα ἀπό τά ἔργα τοῦ θεοφόρου ἀσκητῆ, μικρό ἀλλά ἔξοχο, εἶναι καί τό Περὶ νόμου πνευματικοῦ, πού περιέχεται στή Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Σ’ αὐτό, σέ διακόσια ἀποφθεγματικά «κεφάλαια», μέ τρόπο πρωτότυπο ἀλλά και μέ στέρεη θεμελίωση στήν Ἁγία Γραφή καί τήν ἱερή Παράδοση, ἀναλύεται ἡ λειτουργία τοῦ πνευματικοῦ νόμου. Ὁ νόμος αὐτός, σύμφωνα μέ τόν ἱερό συγγραφέα, εἶναι «ὁ νόμος τῆς ἐλευθερίας», ὁ ὁποῖος περιέχεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν ἀποτελεῖ το περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ἀσκήσεως καί ὁδηγεῖ τούς πιστούς ἀπό τή δουλεία τῶν παθῶν στήν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ καί στήν εἰρήνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος (949-1022) ἔφτασε σέ πολύ νεαρή ἡλικία στή θέα τοῦ ἀκτίστου θείου φωτός, μελετώντας μέ ὑπόδειξη τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα τό σύγγραμμα αὐτό τοῦ ὁσίου Μάρκου καί ἐφαρμόζοντας κυρίως τήν ἀκόλουθη συμβουλή του: «Ἄν ζητᾶς νά θεραπευθεῖς, φρόντισε τή συνείδησή σου καί κάνε ὅ,τι σοῦ λέει...».

Σήμερα, πού ἡ περιφρόνηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ ἔχει ὁδηγήσει τήν κοινωνία μας σέ βαθιά κρίση καί σέ ἀδυναμία διακρίσεως τοῦ καλοῦ ἀπό τό κακό, τά θεόσοφα «κεφάλαια» τοῦ ἁγίου Μάρκου προβάλλουν ὡς πολύτιμος καθοδηγητικός κανόνας τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Τά σημαντικότερα ἀπ’ αὐτά ἔχουν ἀνθολογηθεῖ στίς ἑπόμενες σελίδες καί πιστεύουμε ὅτι θά ὠφελήσουν τούς ἀδελφούς μας ἐκείνους πού ἀγωνίζονται εὐσυνείδητα ν’ ἀπαλλαγοῦν «ἀπὸ τοῦνόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου» καί νά οἰκειωθοῦν «τὸν νόμον τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (πρβλ. Ρωμ. 8:2).


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ


ΕΠΕΙΔΗ πολλές φορές θελήσατε νά μάθετε πῶς ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι πνευματικός, σύμφωνα με τόνἀπόστολο (βλ. Ρωμ. 7:14), καί τί πρέπει νά γνωρίζουν καί νά κάνουν ὅσοι θέλουν νά τόν τηρήσουν, θα σᾶς πῶγι’ αὐτό κατά τή δύναμή μου.

Πρῶτα-πρῶτα γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ μεσότητα καί τό τέλος κάθε καλοῦ. Τό καλό εἶναι ἀδύνατο νά πράττεται ἤ νά πιστεύεται παρά μόνο μέ τήν ἕνωση μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σέ κάθε προσπάθειά σου βάλε ἀρχή Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ ἀρχή κάθε καλοῦ, γιά νά γίνει κατά Θεόνἐκεῖνο πού ἀποφάσισες νά κάνεις.

Ἡ βέβαιη πίστη εἶναι ἕνας ἰσχυρός πύργος. Καί ὁ Χριστός γίνεται τά πάντα γιά τόν ἄνθρωπο πού πιστεύει.

Ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου, πού ὁδηγεῖ στήν ἐλευθερία, διδάσκει ὅλη τήν ἀλήθεια. Καί οἱ πιό πολλοί τόν διαβάζουν ἁπλά γιά νά τόν γνωρίσουν· λίγοι, ὅμως, τόν κατανοοῦν, ἀνάλογα μέ τήν ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν. Ὁνόμος αὐτός γιά νά διαβαστεῖ χρειάζεται ἐπίγνωση, για νά κατανοηθεῖ χρειάζεται τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν,ἀλλά γιά νά ἐκπληρωθεῖ ἀπαιτεῖται τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ.

Μή ζητᾶς νά δεῖς τήν τελειότητα τοῦ θείου νόμου σέ ἐνάρετους ἀνθρώπους, γιατί τέλειος σέ ἀρετές δεν μπορεῖ νά βρεθεῖ κανείς. Ἡ τελειότητά του εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριος εἶναι κρυμμένος μέσα στίς ἐντολές Του καί ἀποκαλύπτεται σ’ ἐκείνους πού Τόν ζητοῦν,ἀνάλογα μέ τήν προθυμία τους στήν ἐκτέλεση αὐτῶν τῶν ἐντολῶν.

Ὅταν ἀσκήσουμε βία στόν ἑαυτό μας γιά τήν ἐκτέλεση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τότε θάἀντιληφθοῦμε ὅτι ὁ νόμος τοῦ Κυρίου εἶναι τέλειος καί ὅτι ἐμεῖς μέν τόν ἐφαρμόζουμε μέ τά καλά μας ἔργα, κανείς ἄνθρωπος, ὅμως, δέν μπορεῖ νά τόν τηρήσει τέλεια χωρίς τούς οἰκτιρμούς τοῦ Θεοῦ.

Ὅποιος ἔχει ταπεινοφροσύνη καί ἐργασία πνευματική, ὅταν διαβάζει τίς θεῖες Γραφές, ὅλα τά ἐννοεῖἀναφορικά μέ τόν ἑαυτό του καί ὄχι μέ ἄλλον.

Νά μελετᾶς τά λόγια τῆς Γραφῆς, ἐκτελώντας τις θεῖες ἐντολές, καί μήν καταγίνεσαι σέ πλατειασμούς καί θεωρητικές ἀναλύσεις, πού φέρνουν ὑπερηφάνεια. Ἐκεῖνος πού γνωρίζει τό θέλημα τοῦΘεοῦ καί τό ἐκτελεῖ κατά τή δύναμή του, μέ μικρούς κόπους ἀποφεύγει τούς μεγάλους.

Ἐκεῖνος πού δέν προτιμᾶ θεληματικά τούς κόπους γιά χάρη τῆς εὐσέβειας, δοκιμάζεται σκληρότερα ἀπό τούς ἀθέλητους κόπους. Ἡ συνείδηση εἶναι ἕνα βιβλίο πού τό ἔχουμε ἀπό τή φύση μας.Ἐκεῖνος πού τό μελετᾶ στήν πράξη, δέχεται θεία βοήθεια.

Ἄν ζητᾶς νά θεραπευθεῖς, φρόντισε τή συνείδησή σου καί κάνε ὅ,τι σοῦ λέει, καί πολύ θά ὠφεληθεῖς.

Τά κρυφά τοῦ κάθε ἀνθρώπου τά γνωρίζουν ὁ Θεός καί ἡ συνείδησή του. Ἀπ’ αὐτά τά δύο ἄς διορθώνεται ὁ καθένας.

Ἡ ἀγαθή συνείδηση ἀποκτᾶται μέ τήν προσευχή καί ἡ καθαρή προσευχή μέ τή συνείδηση. Γιατί ἀπό τη φύση τους ἔχουν ἡ μία τήν ἀνάγκη τῆς ἄλλης.

Ὅποιος ἐκτελεῖ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἄς περιμένει τον πειρασμό πού τήν ἀκολουθεῖ. Γιατί ἡ ἀγάπη πρός τον Χριστό μέ τά ἀντίθετα δοκιμάζεται.

Ἐκεῖνος πού θέλει νά νικήσει τούς πειρασμούς χωρίς προσευχή καί ὑπομονή, δέν θά τούς διώξει,ἀλλά θά περιπλακεῖ περισσότερο.

Μή λές ὅτι ἔχεις ἀποκτήσει ἀρετή χωρίς θλίψη. Γιατί ἡ ἀρετή πού ἀποκτᾶται μέ ἄνεση εἶναιἀδοκίμαστη.

Τά αἰώνια ἀγαθά ἔχουν ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἀνθρώπους πού περνοῦν θλίψεις. Ὅμοια καί τά αἰώνια βάσανα ἔχουν ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἀνθρώπους πού περνοῦν μέ κενοδοξία καί ἡδονή.

Μή νομίζεις ὅτι κάθε θλίψη ἔρχεται στούς ἀνθρώπους ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ὑπάρχουνἄνθρωποι πού εὐαρεστοῦν τόν Θεό, καί ὅμως ἔχουν θλίψεις. Γιατί ἡ Γραφή, πού λέει ὅτι «οἱ ἀσεβεῖς θά διωχθοῦν» (Ψαλμ. 36:28), λέει ἐπίσης ὅτι «ὅλοι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν μέ εὐσέβεια, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦἸησοῦ Χριστοῦ, θά ἀντιμετωπίσουν διωγμούς» (Β΄ Τιμ. 3:12).

Στίς θλίψεις ἐναντιώθηκαν πολλοί μέ πολλούς τρόπους. Κανείς, ὅμως, δέν τίς ξεπέρασε χωρίς προσευχή καί μετάνοια.

Κάθε ἀθέλητης θλίψεως νά ἀναλογίζεσαι τό ἀποτέλεσμα, καί θά βρεῖς σ’ αὐτό τό σβήσιμο κάποιας ἁμαρτίας.

Κάθε κατά Θεόν θλίψη εἶναι πραγματικό ἔργο εὐσέβειας. Γιατί ἡ ἀληθινή ἀγάπη δοκιμάζεται μέ τάἀντίθετα.

Τίς θλίψεις τοῦ παρόντος νά τίς ἀνταλλάσσεις προκαταβολικά μέ τά μελλοντικά ἀγαθά, καί ποτέ δέν θα ἀτονήσει ὁ ἀγώνας σου ἀπό ἀμέλεια.

Οἱ χλευασμοί τῶν ἀνθρώπων φέρνουν θλίψη στην καρδιά, ἐξαγνίζουν ὅμως ἐκείνους πού τούςὑπομένουν.

Ἄν ζημιωθεῖς ἤ χλευαστεῖς ἤ διωχθεῖς ἀπό κάποιον, μή σκέφτεσαι τό παρόν, ἀλλά περίμενε τό μέλλον, καί θά διαπιστώσεις ὅτι αὐτός σοῦ ἔγινε πρόξενος πολλῶν καλῶν ὄχι μόνο στήν παρούσα ζωήἀλλά καί στή μέλλουσα.

Ἐκεῖνος πού ἀδικεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀπαλλάσσεται ἀπό ἁμαρτίες καί βρίσκει βοήθεια ἀπό τον Θεό ἀνάλογη μέ τή θλίψη.

Ἀπό ἐκείνους πού ἀδικοῦν φανερά, πιό πονηρός εἶναι ἐκεῖνος πού ἀδικεῖ κρυφά, γι’ αὐτό καί κολάζεται σκληρότερα.

Ὅποιος προσεύχεται γιά τούς ἀνθρώπους πού τον ἀδικοῦν, χτυπᾶ μέ ὁρμή τούς δαίμονες. Ὅποιοςἐναντιώνεται στούς ἀνθρώπους πού τόν ἀδικοῦν, πληγώνεται ἀπό τούς δαίμονες.

Μήν προσπαθεῖς νά λύσεις τά δύσκολα προβλήματα μέ φιλονικία, ἀλλά μέ τά μέσα πού ἐπιβάλλειὁ πνευματικός νόμος, δηλαδή μέ τήν ὑπομονή, τήν προσευχή καί τήν ἁπλότητα τῆς ἐλπίδας.

Καλύτερα νά σέ πολεμοῦν οἱ ἄνθρωποι παρά οἱ δαίμονες. Ἐκεῖνος πού εὐαρεστεῖ τόν Κύριο, τούς νίκησε καί τούς δύο.

Στόν καιρό τῆς θλίψεως νά προσέχεις τήν ἐπίθεση τῆς ἡδονῆς. Γιατί τότε γίνεται εὔκολαἀποδεκτή, ἐπειδή παρηγορεῖ τή θλίψη.

Φωτιά πού καίει εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ὅσο, λοιπόν, ἐλαττώνεις τό ὑλικό πού τήν τροφοδοτεῖ, τόσο και θά σβήνεται. Καί ὅσο προσθέτεις ὑλικό, τόσο καί θα φουντώνει.

Μήν ἀφήσεις ἁμαρτία χωρίς νά τήν ἐξαλείψεις, ἀκόμα κι ἄν εἶναι πολύ μικρή, γιά νά μή σέ παρασύρει μετά σέ μεγαλύτερα κακά.

Τά μικρά ἁμαρτήματα ὁ διάβολος μᾶς τά παρουσιάζει ἀσήμαντα, ἐπειδή μέ ἄλλον τρόπο δέν μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει σέ μεγαλύτερα κακά.

Ὅταν ἁμαρτήσεις κρυφά, μήν προσπαθήσεις νά κρυφτεῖς. Γιατί «ὅλα εἶναι γυμνά καί ξεσκεπασμένα στά μάτια τοῦ Κυρίου» (Ἑβρ. 4:13), στόν ὁποῖο θα λογοδοτήσουμε γιά τίς πράξεις μας.

Γιά ὅποιον ἁμαρτάνει φανερά, χωρίς νά μετανοεῖ, καί δέν παθαίνει τίποτα μέχρι τόν θάνατό του, νά πιστεύεις πώς ἡ Κρίση θά εἶναι ἀνελέητη.

Ὅπως τούς ἀνόρεχτους τούς ὠφελεῖ ἡ πικρή ἀψιθιά, γιατί τούς ἀνοίγει τήν ὄρεξη, ἔτσι καί τούς κακότροπους τούς συμφέρει νά παθαίνουν συμφορές, γιατί τούς κάνουν νά μετανοοῦν.

Ἄν ἐξετάζεις τίς δικές σου ἁμαρτίες καί ὄχι τοῦ πλησίον σου, ποτέ δέν θά λεηλατήσουν οἱ δαίμονες τοπνευματικό ἐργαστήριο τοῦ νοῦ σου.

Ἄς ὑποθέσουμε πώς εἶναι δώδεκα τά πάθη. Ἄν ἀγαπήσεις ἕνα ἀπ’ αὐτά μέ τή θέλησή σου, εἶναι ἱκανό νά ἀναπληρώσει καί τά ἄλλα ἕντεκα.

Αἰτίες κάθε κακίας εἶναι ἡ κενοδοξία καί ἡ φιληδονία. Ἐκεῖνος πού δέν τίς μίσησε αὐτές, δέν νικᾶκανένα πάθος.

Ρίζα ὅλων τῶν κακῶν ἔχει ὀνομαστεῖ ἡ φιλαργυρία (βλ. Α΄ Τιμ. 6:10). Αὐτή, ὡστόσο, σαφῶςἀποτελεῖται ἀπό τήν κενοδοξία καί τή φιληδονία. Ἀπ’ αὐτά τά τρία πάθη, τή φιλαργυρία, τήν κενοδοξία καί τή φιληδονία, τυφλώνεται ὁ νοῦς.

Ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν παθῶν, ἔχουν αὐξηθεῖ τόσο πολύ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ὁ θυμός, ἡ ὀργή, οἱ πόλεμοι, οἱ φόνοι καί ὅλα τά ὑπόλοιπα κακά. Πρέπει, λοιπόν, νά τά μισήσουμε ὡς μητέρες τῶν κακῶν καιμητρυιές τῶν ἀρετῶν.

Κάθε πράγμα ἀπό λίγο ἀρχίζει, καί σιγά-σιγά ἀναπτύσσεται καί μεγαλώνει.

Τά κακά παίρνουν δύναμη τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο. Ὅμοια καί τά καλά αὐξάνονται τό ἕνα μέ τή βοήθεια τοῦἄλλου, ὠθώντας ὅλο καί πιό μπροστά τόν ἄνθρωπο πού μετέχει σ’ αὐτά.

Ὅταν βρίσκεσαι στήν ἀρχή τοῦ κακοῦ, μή λές: «Δεν θά μέ νικήσει». Γιατί ἔχεις ἤδη νικηθεῖ τόσο, ὅσο βρίσκεσαι μέσα στό κακό. Δίχτυ πολύπλοκο εἶναι ἡ μέθοδος τῆς κακίας, κι ἐκεῖνος πού μπλέχτηκε λίγο, ἄνἀμελήσει, σφίγγεται ὁλόκληρος μέσα σ’ αὐτό.

Ἀπό τή φιληδονία ἔρχεται ἡ ἀμέλεια καί ἀπό την ἀμέλεια ἡ λήθη τῶν καλῶν. Γιατί ὁ Θεός ἔχει χαρίσεισέ ὅλους τή γνώση ἐκείνων πού μᾶς συμφέρουν.

Ἡ φιλήδονη καρδιά γίνεται φυλακή καί ἁλυσίδα γιά τήν ψυχή τήν ὥρα τοῦ θανάτου, ἐνῶ ἡ φιλόπονηκαρδιά εἶναι πόρτα ἀνοιχτή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ἄν δέν θέλεις νά πάθεις κακό, μή θέλεις νά κάνεις κακό. Γιατί, ἀναπόφευκτα, τό ἕνα ἀκολουθεῖ τόἄλλο. «Ὅ,τι σπέρνει ὁ ἄνθρωπος, αὐτό καί θά θερίσει» (Γαλ. 6:7). Ὅταν, λοιπόν, μέ τή θέλησή μας σπέρνουμε τάκακά καί ἔπειτα χωρίς τή θέλησή μας τά θερίζουμε, πρέπει νά θαυμάζουμε τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Μή θέλεις ν’ ἀκοῦς ξένες πονηρές πράξεις, γιατί ἔτσι ἐντυπώνονται μέσα σου καί τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά αὐτῶν τῶν πράξεων.

Ὅταν ἀκοῦς μέ εὐχαρίστηση ἄσχημα λόγια, νά θυμώνεις μέ τόν ἑαυτό σου καί ὄχι μ’ ἐκεῖνον πού τάεἶπε. Γιατί ἄν ἡ ἀκοή σου εἶναι πονηρή, θά φορτώνεις τόν ἑαυτό σου μέ πονηρά ἀκούσματα.

Ὅπως δέν εἶναι δυνατό νά βόσκουν μαζί πρόβατα καί λύκοι, ἔτσι δέν εἶναι δυνατό νά βρεῖ ἔλεος ἐκεῖνοςπού ἐπιβουλεύεται τόν πλησίον του.

Ὅπως δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν τό νερό καί ἡ φωτιά, ἔτσι δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν ἡδικαιολογία καί ἡ ταπείνωση.

Ἄν κανείς σέ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, περίμενε κάποια στιγμή καί νά σέ κατηγορήσει.

Ἄν ὑπερηφανεύθηκες ἐπειδή σέ ἐπαίνεσαν, περίμενε ἀτιμία. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Ὅποιος ὑψώνει τονἑαυτό του, θά ταπεινωθεῖ» (Λουκ. 14:11).

Ὅταν ἔχεις λογισμό πού σέ προτρέπει νά ζητήσεις ἀνθρώπινη δόξα, νά ξέρεις καλά ὅτι σοῦπροετοιμάζει αἰσχύνη.

Ἐκεῖνος πού ἐπιζητεῖ τόν ἔπαινο, βρίσκεται μέσα στό πάθος. Κι ἐκεῖνος πού θρηνεῖ γιά θλίψη πού τοῦἦρθε, ἀγαπᾶ τήν ἡδονή.

Ὑπάρχει ἔλεγχος πού γίνεται ἀπό κακία ἤ ἀπό ἄμυνα. Ὑπάρχει καί ἔλεγχος πού γίνεται ἀπό φόβο Θεοῦκαί ἀπό ἀγάπη πρός τήν ἀλήθεια.

Καλύτερα νά προσεύχεσαι μέ εὐλάβεια γιά τόν πλησίον σου, παρά νά τόν ἐλέγχεις γιά κάθε τουἁμάρτημα.

Πολλοί εἶναι οἱ τρόποι τῆς προσευχῆς καί διαφέρει ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο. Κανένας, ὅμως, τρόπος προσευχῆς δέν εἶναι ἐπιβλαβής, ἐκτός ἄν δέν εἶναι προσευχή ἀλλά σατανική ἐνέργεια.

Μήν ὑπερηφανευθεῖς, ἄν χύνεις δάκρυα στήν προσευχή σου. Εἶναι ὁ Χριστός πού ἄγγιξε τά μάτια σουκαί θεράπευσε τήν τύφλωση τοῦ νοῦ σου.

Κάποιος ἄνθρωπος πού θέλησε νά κάνει κακό, προηγουμένως προσευχήθηκε νοερά ἀπό συνήθεια. Καιἀφοῦ κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ ἐμποδίστηκε ἀπό τό κακό, ὕστερα πολύ Τόν εὐχαρίστησε.

Ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή καί ἡ ὑπομονή στίς θλίψεις φέρνουν στήν καρδιά συντριβή ἀσφαλή καίὠφέλιμη, ἀρκεῖ νά μήν ἀνατρέψουμε τήν ἰσορροπία τῶν τριῶν αὐτῶν μέ τήν ὑπερβολή. Ἐκεῖνος πού καλλιεργεῖ ὑπομονετικά αὐτές τίς ἀρετές, θά λάβει βοήθεια καί σέ ἄλλες, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἀμελεῖ καί διασκορπίζεται ἐδῶ κι ἐκεῖ, θά νιώσει ἀφόρητη ὀδύνη τήν ὥρα τοῦ θανάτου του.

Νά μή σκέφτεσαι καί νά μήν κάνεις τίποτα χωρίς σκοπό σύμφωνο μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἐκεῖνοςπού βαδίζει χωρίς σκοπό, μάταια κουράζεται.

Ὑπάρχει πράξη πού φαίνεται καλή, ἀλλά ὁ σκοπός ἐκείνου πού τήν κάνει δέν εἶναι καλός. Ὑπάρχει καιἄλλη πράξη πού φαίνεται κακή, ἀλλά ὁ σκοπός ἐκείνου πού τήν κάνει εἶναι καλός. Καί αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο σέ ἔργα ἀλλά καί σέ λόγια. Αὐτή ἡ ἀντίθεση πράξεως καί σκοποῦ ὀφείλεται ἄλλοτε σέ ἀπειρία ἤ ἄγνοια,ἄλλοτε σέ πονηρή διάθεση καί ἄλλοτε σε εὐσεβή σκοπό.

Ὁ Θεός τίς πράξεις μας τίς λογαριάζει σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Νά σοῦδώσει ὁ Κύριος κατά τήν καρδιά σου» (Ψαλμ. 19:5).

Ὑπάρχει ἄνθρωπος πού φαινομενικά ἐκτελεῖ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶναι δοῦλος σέ πάθος καί μέ τουςπονηρούς λογισμούς καταστρέφει τήν καλή πράξη.

Μήν καταφρονήσεις καί μήν παραμελήσεις ποτέ τούς λογισμούς σου. Γιατί ὁ Θεός γνωρίζει ἀλάθητακάθε λογισμό.

Ὁ Θεός κρίνει καί ζυγίζει κάθε σκέψη μας. Μπορεῖ τό ἴδιο πράγμα νά τό σκεφθεῖ κανείς ἤ μέ ἁπλό ἤ μέ ἐμπαθή τρόπο.

Ἀκούγοντας τόν Κύριο νά λέει, «Ὅποιος δέν ἀπαρνηθεῖ ὅλα του τά ὑπάρχοντα, δέν εἶναι ἄξιος γιά μαθητής μου» (πρβλ. Λουκ. 14:33), μήν ἐννοήσεις ὅτι ἀναφέρεται μόνο στά χρήματα, ἀλλά καί σέ ὅλες τίς πράξεις τῆς κακίας.

Ἐκεῖνος πού μετανοεῖ σωστά, περιπαίζεται ἀπό τούς ἀνόητους ἀνθρώπους. Καί αὐτό εἶναι σημάδι ὅτι εὐαρεστεῖ τόν Θεό.

Ἡ ἀμέλεια στό νά κάνουμε ὅσα καλά μποροῦμε, δύσκολα συγχωρεῖται. Ἡ ἐλεημοσύνη, ὅμως, καί ἡ προσευχή ἀποκαθιστοῦν ἐκείνους πού ἀμέλησαν να κάνουν τό καλό.

Τίς ἐναλλαγές τῶν καλῶν καί τῶν κακῶν νά τίς δέχεσαι μέ ἠρεμία. Ἔτσι ἐξομαλύνει ὁ Θεός τίς ἀνωμαλίες τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων.

Μή λές ὅτι ἔρχεται ὁ πειρασμός χωρίς νά τό θέλεις. Γιατί ὁπωσδήποτε, κι ἄν δέν ἀγαπᾶς τήν ἁμαρτωλήπράξη, ἀγαπᾶς τίς αἰτίες της.

Νά προσεύχεσαι νά μή σοῦ ἔρθει πειρασμός. Ἄν ὅμως ἔρθει, δέξου τον σάν δικό σου καί ὄχι σάν ξένο.

Ἄν θέλεις νά σωθεῖς, ἀγάπησε τόν ἀληθινό λόγο και μήν ἀποστραφεῖς ποτέ ἀδιάκριτα ἔλεγχο ἀπό ἄλλον.

Τό στόμα τοῦ ταπεινόφρονα λέει τήν ἀλήθεια. Ὅποιος ἀντιλέγει στήν ἀλήθεια, εἶναι ὅμοιος μέ τονὑπηρέτη ἐκεῖνον πού ράπισε τόν Κύριο στό πρόσωπο.

Ἄλλο εἷναι ἡ ἐκτέλεση ἐντολῆς καί ἄλλο ἀρετή, ἄν καί παίρνουν ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη τίς ἀφορμές τῶνἀγαθῶν. Ἐκτέλεση ἐντολῆς εἶναι τό νά κάνει κανείς τά διαταγμένα ἀπό τόν θεῖο νόμο. Ἀρετή, ὅμως, εἶναι τό νά τοῦ ἀρέσει ἀληθινά ἡ ἐκτέλεση τῆς θείας ἐντολῆς.

Ὅπως τό φῶς τῆς ἡμέρας προέρχεται ἀπό τόν ἥλιο, ἔτσι καί κάθε ἀρετή προέρχεται ἀπό τόν Θεό.

Ὅταν κατορθώσεις κάποιαν ἀρετή, θυμήσου τον Χριστό πού εἶπε: «Χωρίς ἐμένα, δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα» (Ἰω. 15:5).

Κάθε καλό ἔχει χαριστεῖ ἀπό τόν Κύριο στους ἀνθρώπους κατ’ οἰκονομίαν· καί ἐκεῖνος πού πιστεύει ἔτσι, δέν θά τό χάσει ποτέ.

Γιά τήν ντροπή πού θά σηκώσει κανείς μέ εὐχαρίστηση γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἑκατό φορές περισσότερο θά δοξαστεῖ ἀπό πολλούς ἀνθρώπους. Καλύτερα, ὅμως, εἶναι νά ἐνεργεῖ κανείς τό κάθε καλό μόνο γιά τά μελλοντικά ἀγαθά.

Ἐκεῖνος πού ἔχει κάποιο πνευματικό χάρισμα και συμπονᾶ ἐκείνους πού δέν ἔχουν, μέ τή συμπόνια διατηρεῖ τό χάρισμα. Ὁ ἀλαζόνας, ὅμως, θά τό χάσει, καθώς χτυπιέται ἀπό τούς ἀλαζονικούς λογισμούς του.

Ἡ καρδιά πού ἔχει ἔλεος γιά τούς ἄλλους, ἀναμφίβολα θά ἐλεηθεῖ. Εἶναι φανερό καί τό ἀντίθετο.

Εἰρήνη εἶναι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη, ἡ ὁποία δεν βρίσκεται χωρίς τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πάντοτε νά κάνεις τό καλό κατά τή δύναμή σου. Και ὅταν μπορεῖς νά κάνεις τό μεγαλύτερο, μήν ἀρκεῖσαι στό μικρότερο. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Ὅποιος γυρίζει πίσω, δέν εἶναι κατάλληλος γιά τή βασιλεία τῶνοὐρανῶν» (πρβλ. Λουκ. 9:62).

(«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τ. 34, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

Πηγή: www.alopsis.
 http://orthopraxiaa.blogspot.gr/2015/10/blog-post_75.html?spref=fb

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ)






A.-. Ἄκουσε λογική ψυχή μου, ἐσύ πού γνωρίζεις τά βαθύτερα σημεῖα τοῦ εἶναι μου. Ἄκουσέ με, γιατί θέλω νά σοῦ μιλήσω, γιά κάποιο θέμα μυστικό καί (κοινοῦ ἐνδιαφέροντος) μά πού ἀπασχολεῖ γενικώτερα τούς ἀνθρώπους. Αὐτό πού κατάλαβα εἶναι ὅτι δέν θά καθαριστεῖς τελικά ἀπό τά πάθη ἀλλά, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, λίγο θά ἀνακουφιστεῖς.

Ξέρω καλά ψυχή μου, ὅτι καί ἐγώ καί ἐσύ κινούμαστε «παρά φύσιν». Ξέρω ὅτι εἴμαστε πλανεμένοι ἀπό τήν ἄγνοια καί γι᾿ αὐτό κατηγοροῦμε τούς ἄλλους γιά τίς ἁμαρτίες μας, λέγοντας ὅτι ἡ κακία βρίσκεται ἔξω καί μακριά ἀπό ἐμᾶς. Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πλάνης μας, τή μιά τά ρίχνουμε στόν Ἀδάμ ἄλλοτε μᾶς φταίει ὁ σατανᾶς καί ἄλλοτε θεωροῦμε ὑπεύθυνους γιά ὅ,τι κακό μᾶς συμβαίνει τούς ἀνθρώπους. Κι ἐνῶ νομίζουμε ὅτι κάνοντας αὐτό, πολεμᾶμε ἄλλους, πολεμᾶμε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας. Καί ἐνῶ νομίζουμε ὅτι ὁ ἕνας μας ὑπερασπίζει τήν ἄλλη καί εἶναι φίλος μας, τήν ἄλλη ὥρα, στήν καθημερινότητα γινόμαστε ἐχθροί μεταξύ μας. Καί ἐνῶ νομίζουμε ὅτι εὐεργετοῦμε τούς ἑαυτούς μας, τούς βασανίζουμε, φορτώνοντας πάνω μας δικαιώματα, κόπους καί ντροπές πού σέ τίποτε δέν θά μᾶς ὠφελήσουν.
Ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ἀγαποῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στήν πραγματικότητα μισοῦμε καί ἀποφεύγουμε τίς αἰτίες πού μᾶς προκαλοῦν νά τίς ἐφαρμόσουμε. Κατάλαβα λοιπόν πολύ καλά ὅτι δέν ἑλκόμαστε ἄδικα καί ἀναγκαστικά ἀπό κάποια ἄλλη ἐξουσία ἔξω ἀπό ἐμᾶς, οὔτε πρός τό καλό, οὔτε πρός τό κακό.
Ἀπό τότε πού βαπτιστήκαμε ἰσχύει αὐτή ἡ πνευματική ἀρχή: Μέ ὅποιου τό θέλημα συνταχθοῦμε καί συμπράξουμε, δηλαδή εἴτε μέ τοῦ Θεοῦ εἴτε μέ τοῦ διαβόλου, σέ ἐκεῖνον καί θά ἀνήκουμε καί ἀπό ἐκεῖνον θά συρθοῦμε δίκαια, πρός τό μέρος πού αὐτός ἐξουσιάζει.


Β.-. Ἡ βάση τοῦ κακοῦ ἔχει δύο ἐντελῶς παράλογες αἰτίες. Ἡ μία εἶναι ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων καί ἡ ἄλλη ἡ ἄνεση τοῦ σώματος, στά ὁποῖα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δίνουμε τή δυνατότητα νά μᾶς προσβάλουν. Αὐτά ὅμως, πρίν ἐμεῖς συγκατατεθοῦμε, δέν εἶναι στήν πραγματικότητα οὔτε ἀρετές οὔτε κακίες, ἀλλά εἶναι ἀφορμές, γιά νά φανεῖ καθαρά πρός τά ποῦ ρέπουμε.
Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Κύριος θέλει ἀπό ἐμᾶς νά ὑπομένουμε τίς ὕβρεις, τούς χλευασμούς καί τίς κακοπάθειες, ἐνῶ ὁ διάβολος ἐπιζητεῖ τά ἀντίθετα. Ἐάν λοιπόν ἐμεῖς συγκατατεθοῦμε μέ ἐκεῖνο πού μᾶς ὑποβάλλει ὁ διάβολος, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στρέψαμε τόν ἑαυτό μας καί τό θέλημά μας πρός τή φιληδονία καί ὅτι ἔχουμε παρακούσει τόν Κύριο. Ὅταν ὅμως αἰσθανόμαστε βαθιά θλίψη, γιατί συγκατατεθήκαμε στίς προσβολές τοῦ διαβόλου, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στραφήκαμε πρός τόν Θεό, ἀγαπώντας καί ἀκολουθώντας τήν στενή ὁδό τῶν ἐντολῶν Του.
Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός παρεχώρησε, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά ὑφίσταται αὐτές τίς προσβολές. Ἐκεῖνοι λοιπόν πού διαλέγουν νά πορευτοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, παραδίδουν στόν Χριστό τό θέλημά τους. Ἔτσι ἀφοῦ βρεῖ ὡς εἴσοδο ὁ Χριστός τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, θά εἰσέλθει καί θά ὁδηγήσει τόν νοῦ στήν ἀλήθεια. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τό διάβολο.
Ὅσοι πάλι ἀγαποῦν τήν ἀνθρώπινη δόξα καί τήν ἄνεση τοῦ σώματος, ἔχουν δώσει ἤδη εἴσοδο στό διάβολο. Καί αὐτός ἀφοῦ βρεῖ τήν εἴσοδο πού θέλει, περνάει μέσα στόν ἄνθρωπο τά δικά του κακά. Καί ἄν οἱ ἄνθρωποι τόν καλοδεχτοῦν, δέν σταματάει νά φέρνει συνεχῶς καί καινούργια κακά, μέχρι νά μισήσουν μέ ὅλη τούς τήν καρδιά τίς αἰτίες τῆς συμφορᾶς πού ἀναφέραμε πιό πάνω.
Ἐμεῖς ὅμως τόσο πολύ ἔχουμε ἀγαπήσει αὐτές τίς δύο ἀφορμές τῶν κακῶν, ὥστε ἔχουμε προδώσει καί ἔχουμε στερηθεῖ ἐξαιτίας τους ὄχι μονάχα τήν ἀρετή, ἀλλά πολλές φορές καί προδίδουμε καί ἀνταλλάσουμε τή μιά κακία μέ τήν ἄλλη. Συμβαίνει γιά παράδειγμα συχνά, ἐξαιτίας τῆς φιληδονίας νά προτιμᾶμε τήν ἀτιμία.
Ὅταν τέλος συνθηκολογήσουμε μέ αὐτά τά πάθη καί δέν αἰσθανόμαστε πιά καμιά λύπη γιά ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, τότε ἀποζητᾶμε τά αἴτια ἐκεῖνα πού τρέφουν αὐτά τά πάθη καί τά αὐξάνουν. Τροφή τῆς κενοδοξίας καί τῆς ἡδονῆς εἶναι ἡ φιλαργυρία, πού εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή (Α´ Τιμ. 6, 10).

Γ.-. Θά μοῦ πεῖς ὅμως ἀγαπητή ψυχή μου, ὅτι ἐμεῖς δέν ἔχουμε οὔτε χρυσάφι, οὔτε κτήματα. Κι ἐγώ θά σοῦ ἀπαντήσω ὅτι οὔτε τό χρυσάφι οὔτε τά κτήματα μᾶς κάνουν κακό, ἀλλά ὅπως εἶπα καί πρίν, ἡ κακή χρήση τους, αὐτή πού γίνεται ἐξαιτίας τῆς ἐμπάθειάς μας. Κι αὐτό φαίνεται καθαρά καί στίς περιπτώσεις πού μερικοί πλούτισαν, χωρίς νά δεθοῦν ἐμπαθῶς μέ τόν πλοῦτο ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰώβ καί ὁ Δαβίδ. Ἔτσι εὐαρέστησαν στό Θεό. Ἀντίθετα ἄλλοι ἀπό ἐμᾶς, χωρίς νά ἔχουμε πλούτη, στρέψαμε τό πάθος τῆς φιλοχρηματίας σέ τιποτένια πράγματα καί γι᾽ αὐτό εἴμαστε πιό ἄθλιοι καί ἀπό τούς πλούσιους. Κι αὐτό γιατί ἀφήσαμε μέ πανουργία τήν κακοπάθεια, πού φέρνει ἡ στέρηση τῶν πάντων καί ἀπολαμβάνουμε τίς ἡδονές, νομίζοντας ὅτι ξεφεύγουμε ἀπό τό μάτι τοῦ Θεοῦ. Δέν μαζεύουμε χρυσάφι καί κάνουμε συλλογή ἀπό τιποτένια πράγματα. Δέν ἀναλαμβάνουμε διοικητικές ἐξουσίες καί ἀρχηγιλίκια, ἀλλά μέ κάθε τρόπο δρέπουμε τίς δόξες καί τούς ἐπαίνους πού ἐκεῖνα προσφέρουν. Ἐγκαταλείπουμε τίς ἰδιοκτησίες ἀπό τή μιά, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, δέν παραιτούμαστε ἀπό τίς ἀπολαύσεις τους. Καί ὅταν νομίζουμε ὅτι παραιτούμαστε, τό κάνουμε ὄχι ἐπειδή ἀποφεύγουμε τήν πλεονεξία, ἀλλά ἐπειδή ἀποστρεφόμαστε τά κτίσματα τοῦ Θεοῦ! «Μήν ἀγγίξεις, μή δοκιμάσεις, μήν ἀκουμπήσεις» (Κολ. 2, 21).
Ὅταν ἀγαπητή μου ψυχή, ἀκούσεις γιά τήν παράβαση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, νά πιστεύεις ὅτι βέβαια, ἀρχικά αὐτό συνέβη σ᾿ αὐτούς προσωπικά, τώρα ὅμως τό ἴδιο ἁμάρτημα νοητά θά τό συναντήσεις σέ σένα καί σέ μένα: «Αὐτά συνέβηκαν σέ ἐκείνους συμβολικά καί γράφτηκαν γιά νουθεσία δική μας πού ζοῦμε τά ἔσχατα χρόνια» (Α´ Κορ. 10, 11). Δέστε τώρα. Ἐνῶ ἔχουμε ἀναγεννηθεῖ μέ τό Βάπτισμα, παραβαίνουμε τήν ἐντολή Ἐκείνου πού μᾶς ἔχει ἀναγεννήσει. Κι ἐνῶ ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά ἀγαπᾶμε τούς συναθρώπους καί τούς ὁμοπίστους μας καί νά τρῶμε μέ ὑπομονή τόν καρπό πού καθένας τους μᾶς προσφέρει, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ «Νά τρῶτε ἀπό κάθε καρπό τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου» (Γεν. 2, 16), ἐμεῖς κάνουμε χρήση τοῦ λογισμοῦ πού μᾶς ὑποβάλη τό φίδι. Γι’ αὐτό ἄλλους ἐπειδή εἶναι καλοί τούς ἀγαπᾶμε, ἄλλους ἐπειδή εἶναι κακοί τούς μισοῦμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχουμε δοκιμάσει τό ξύλο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί ὅτι εἴμαστε πνευματικά νεκροί. Κι αὐτό βέβαια ὄχι ἐπειδή ἔχει ὁ Θεός δημιουργήσει τό θάνατο, ἀλλά ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος μίσησε τόν συνάνθρωπό του. Γιατί ὁ Θεός «δέν δημιούργησε τό θάνατο, οὔτε εὐχαριστεῖται μέ τήν ἀπώλεια τῶν ἀνθρώπων» (Σοφ. Σολ. 1, Β), οὔτε κινεῖται ἀπό πάθη ὀργῆς, οὔτε ἐπινοεῖ κατιτί γιά νά καλύψει τόν ἑαυτό Του, οὔτε ἀλλοιοῦται ἀνάλογα μέ τοῦ καθενός τήν ἀξία. Ἀντίθετα τά δημιούργησε ὅλα μέ σοφία καί ὅρισε νά κινοῦνται καί νά ρυθμίζονται ὅλα ἀπό πνευματικό νόμο. Γι᾿ αὐτό δέν εἶπε στόν Ἀδάμ. «Τή μέρα πού θά φᾶτε ἐγώ θά σᾶς θανατώσω» ἀλλά, γιά νά τόν προφυλάξει, τοῦ προλέγει τό νόμο τῆς δικαιοσύνης. Τοῦ λέει λοιπόν: «Τή μέρα πού θά φᾶτε, θά πεθάνετε» (Γεν. 2, 17). Καί μέ λίγα λόγια κάθε πράγμα ἤ καλό ἤ κακό ὅρισε νά ἀκολουθεῖται ἀπό τήν ἀντίστοιχη συνέπεια. Κι αὐτό ὄχι μέ ἐφευρετική πονηρία, ὅπως νομίζουν μερικοί καί ὅπως λένε, ἐκεῖνοι πού ἀγνοοῦν τόν πνευματικό νόμο.
Ἐμεῖς λοιπόν πού κατά κάποιο τρόπο τά ξέρουμε αὐτά, πρέπει νά ἔχουμε στό νοῦ μας ὅτι, ἄν κάποιον ὁμόπιστο συνάνθρωπό μας τόν μισήσουμε, ἐπειδή εἶναι κακός, κι ἐμᾶς πού εἴμαστε κακοί, θά μᾶς μισήσει ὁ Θεός. Κι ἄν δέν δώσουμε στό συνάνθρωπο τήν εὐκαιρία τῆς μετάνοιας κι ἐμεῖς, σάν ἁμαρτωλοί πού εἴμαστε, θά πάθουμε τό ἴδιο. Ἄν δέν συγχωρήσουμε τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον οὔτε τά δικά μας θά συγχωρεθοῦν. Αὐτό τόν πνευματικό νόμο ἀποκαλύπτοντας ὁ Χριστός εἶπε: «Μή κρίνετε γιά νά μήν κριθεῖτε. Συγχωρέστε γιά νά συγχωρεθοῦν καί τά δικά σας» (Λουκ. 6, 37). Γνωρίζοντας καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τοῦτο τόν πνευματικό νόμο μᾶς τόν φανέρωσε λέγοντας: «Ἐσύ πού κρίνεις τόν ἄλλον, δέν κατακρίνεις μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν ἑαυτό σου;» (Ρωμ. 2, 1). Ὁ προφήτης Δαυίδ ἐπίσης, γνωρίζοντας τόν πνευματικό αὐτό νόμο, κραύγαζε πρός τόν Θεό λέγοντας: «Γιατί ἐσύ, θά ἀποδώσεις στόν καθένα σύμφωνα μέ τά ἔργα του» (Ψαλμ. 61, 13). Καί ἄλλος Προφήτης ἐκπροσωπώντας τό Θεό εἶπε:«Ἐγώ θά πάρω ἐκδίκηση, ἐγώ θά ἀνταποδώσω, λέγει ὁ Κύριος» (Δευτ. 32, 43, Ρωμ. 12, 19, Ἑβρ. 10, 30).

Δ.-. Καί γιατί νά τά ἀραδιάζω τώρα ἕνα-ἕνα. Ὅπου κι ἄν ἀνοίξει κανείς τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, ἰδιαίτερα ὅμως στό Ψαλτήρι, θά βρεῖ ὅτι ὁ μεγάλος Προφήτης Δαυίδ, μᾶς ὑπογραμμίζει μέ πολλή σαφήνεια, αὐτόν τόν πνευματικό νόμο. Ἔτσι, βλέποντας ἐμεῖς ὅτι αὐτός ὁ νόμος εἶναι πνευματικός καί ὅτι καλύπτει κάθε ἐνδεχόμενη τροπή μας πρός τήν ἁμαρτία, νά φοβηθοῦμε καί νά φροντίζουμε καί φανερά ἀλλά καί καρδιακά νά ἀγαπᾶμε τούς ἀδελφούς μας. Γιατί αὐτός ἐδῶ δέν εἶναι ὁ Μωσαϊκός νόμος, πού ἐλέγχει ὅσα κάνουμε φανερά, ἀλλά παρακολουθεῖ καί ὅσα λειτουργοῦμε μέσα μας κρυφά. Κι ἐκεῖνον βέβαια ὁ Θεός τόν νομοθέτησε ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες, πού εἶχαν οἱ ἄνθρωποι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἀλλά καί αὐτόν ἐδῶ ὁ Ἴδιος τόν συμπλήρωσε μέ τήν Χάρη τοῦ Κυρίου μας ὁ Ὁποῖος εἶπε: «Δέν ἦρθα γιά νά καταλύσω τό νόμο, ἀλλά γιά νά τόν συμπληρώσω» (Ματθ. 5, 17). Γι᾿ αὐτό, γιά νά μήν ξαναλέμε τά ἴδια, πρέπει νά συγχωροῦμε αὐτόν πού νομίζουμε ὅτι μᾶς ἀδίκησε, εἴτε εἶναι δικαιολογήμενο τό ἀδίκημα, εἴτε ἀδικαιολόγητο, γνωρίζοντας ὅτι μεγαλύτερη ἀρετή εἶναι ἐκείνη τῆς συγχωρήσεως. Καί ἐπειδή, λόγω τῆς ἁμαρτίας πού ἔχει ἀπό παλιά κυριεύσει τήν ψυχή μας, δέν μποροῦμε νά τό καταφέρουμε αὐτό μέ τίς δικές μας δυνάμεις, ὀφείλουμε μέ τή βοήθεια τῆς κακοπάθειας καί τῆς ἀγρυπνίας, νά παρακαλοῦμε τό Θεό, μέχρι πού νά βροῦμε ἔλεος καί νά δεχτοῦμε ἀπό Ἐκεῖνον τήν ἀντίστοιχη δύναμη.
Πάνω ἀπό ὅλα ψυχή μου, ὀφείλουμε νά ἔχουμε παντοῦ καί πάντα στό νοῦ μας τοῦτο τό πρᾶγμα: Πρέπει ὅταν, μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, μᾶς ἀδικοῦν οἱ ἄνθρωποι, νά χαιρόμαστε καί νά μή λυπούμαστε. Νά χαιρόμαστε ὄχι ἔτσι ἁπλά καί χωρίς λόγο, ἀλλά γιατί βρήκαμε τήν εὐκαιρία νά συγχωρέσουμε ἁμαρτήματα καί ἔτσι νά δεχτοῦμε καί ἐμεῖς συγχώρεση γιά τά δικά μας. Αὐτή ἐδῶ εἶναι καί πραγματική γνώση τοῦ Θεοῦ, αὐτή πού περιέχει μέσα της, κάθε ἄλλου εἴδους γνώση καί μέ τήν ὁποία μποροῦμε νά παρακαλοῦμε τό Θεό καί Ἐκεῖνος νά μᾶς εἰσακούει. Αὐτή εἶναι ἡ καρποφορία τῆς προσευχῆς. Μέ αὐτή γινόμαστε ἱκανοί νά σηκώσουμε τό σταυρό μας καί νά ἀκολουθήσουμε τόν Κύριο. Αὐτή εἶναι μητέρα ὅλων τῶν πρώτων καί μεγάλων ἐντολῶν. Μέ αὐτή εἴμαστε σέ θέση νά ἀγαπᾶμε καί τό Θεό καί τόν πλησίον, ἀπό τῆς βάθη τῆς καρδιᾶς μας καί μέ ὅλη μας τή δύναμη. Μέ αὐτή πρέπει νά νηστεύουμε καί νά ἀγρυπνοῦμε καί νά ἀσκούμαστε στήν κακοπάθεια, ὥστε ἀφοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ καρδιά καί τό ἐσώτατο εἶναι μας, νά τά δεχτοῦν αὐτά καί νά μήν τά ἀποβάλουν. Τότε θά βροῦμε ὄχι μυστικά καί κρυφά, ἀλλά αἰσθητά καί πραγματικά, τή Χάρη πού μᾶς δόθηκε κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ὅλα αὐτά θά συντελεστοῦν ἐπειδή θά ἔχουμε συγχωρέσει τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον μας.

Ε.-. Αὐτή τήν ἀρετή ὅμως τήν ἐμποδίζουν δύο κακίες: Ἡ κενοδοξία καί ἡ ἡδονή. Αὐτές πρέπει προηγουμένως νά τίς πετάξουμε ἀπό μέσα μας, ὥστε ἔτσι νά βασιλεύσει ἡ ἀρετή. Γι᾿ αὐτό ψυχή μου, ὅταν παραδίνεσαι στά δύο αὐτά θελήματα, νά μήν θεωρεῖς ὑπεύθυνο καί αἴτιο τόν Ἀδάμ, οὔτε τό Σατανά, οὔτε τούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά πολεμᾶς τό θέλημά σου καί μή τό θεωρήσεις μικρό πρᾶγμα. Γιατί ὁ πόλεμος δέν εἶναι ἐξωτερικός, ἀλλά ἐμφύλιος. Δέν ἔχουμε νά πολεμήσουμε ἐναντίον τῶν συνανθρώπων μας καί τῶν ἀδελφῶν μας, ἀλλά μέσα μας εἶναι ὁ ἐχθρός καί κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει. Μονάχα Ἕνα ἔχουμε, ἀπό τότε πού βαπτιστήκαμε, κρυμένον βαθιά μέσα μας, τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι καί ἀνίκητος καί ἀλάθητος. Ἐκεῖνος θά γίνει σύμμαχός μας, ἄν ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις μας τηρήσουμε τίς ἐντολές Του. Ἐχθροί μας εἶναι, ὅπως προείπαμε, ἡ ἡδονή πού ἐκφράζεται μέ τό σῶμα καί ἡ κενοδοξία. Αὐτές οἱ δυό ἔχουν κυριεύσει καί σένα καί μένα. Αὐτές οἱ δυό καί τήν Εὔα πλάνησαν καί τόν Ἀδάμ ἐξηπάτησαν. Ἡ ἡδονή ἦταν ἐκείνη πού ἔδειξε, ὅτι ὁ καρπός ἦταν γλυκύς καί νόστιμος, κι ὅτι θά ἦταν εὔγεστη καί ἀπολαυστική τροφή. Ἡ κενοδοξία πάλι εἶπε: «Θά γίνετε ὅμοιοι θεοί καί θά γνωρίζετε τό καλό καί τό κακό» (Γέν. 3, 5). Καί ὅπως ἀκριβῶς ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ καί ἡ Εὔα μετά τήν πτώση ντρέπονταν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἔτσι εἴμαστε καί ἐμεῖς. Ἀδιαφορώντας γιά τήν κακία τῶν νοητῶν ματιῶν καί βλέποντας τούς ἑαυτούς μας γυμνούς, ντρεπόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιατί μᾶς ἐλέγχει ἡ συνείδηση. (Ἔτσι ράβουμε καί φορᾶμε σάν ἄλλα φύλλα συκῆς, λόγια καί χειρονομίες καί δικαιολογίες). Ἔτσι ὑφαίνουμε δικαιολογίες, ἔργα καί λόγια καί σάν ἄλλα φύλλα συκῆς τά προβάλουμε, γιά νά καλύψουμε τούς ἑαυτούς μας.
Καί ὁ Κύριος μᾶς φτιάχνει τούς δερμάτινους χιτῶνες καί λέει: «Μέ τήν ὑπομονή σας θά κερδίσετε τίς ψυχές σας» (Λουκ. 21, 19). Καί στή συνέχεια μᾶς συμβουλεύει: «Ἐκεῖνος πού θά βρεῖ τήν ψυχή του», δηλαδή πού θά τήν κρατάει μέσα στή μνησκακία «θά τήν χάσει». «Καί ἐκεῖνος πού θά τήν χάσει «μαζί μέ τήν μνησικακία) θά τήν κερδίσει αἰώνια» (Ματθ. 10, 32).

Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ αἰώνια δόξα. Ἀμήν.



Ἑρμηνευτική Ἀπόδοση:
Ἀδελφότης Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα
http://orthopraxiaa.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html?spref=fb

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Συστάσεις τοῦ νοῦ πρός τήν ψυχή. Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ.

Συστάσεις τοῦ νοῦ πρός τήν ψυχή. Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ.

ΠΗΓΗ: ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Συστάσεις τοῦ νοῦ πρός τήν ψυχή


 Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ


A.-. Ἄκουσε λογική ψυχή μου, ἐσύ πού γνωρίζεις τά βαθύτερα σημεῖα τοῦ εἶναι μου. Ἄκουσέ με, γιατί θέλω νά σοῦ μιλήσω, γιά κάποιο θέμα μυστικό καί (κοινοῦ ἐνδιαφέροντος) μά πού ἀπασχολεῖ γενικώτερα τούς ἀνθρώπους. Αὐτό πού κατάλαβα εἶναι ὅτι δέν θά καθαριστεῖς τελικά ἀπό τά πάθη ἀλλά, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, λίγο θά ἀνακουφιστεῖς.


Ξέρω καλά ψυχή μου, ὅτι καί ἐγώ καί ἐσύ κινούμαστε «παρά φύσιν».Ξέρω ὅτι εἴμαστε πλανεμένοι ἀπό τήν ἄγνοια καί γι᾿ αὐτό κατηγοροῦμε τούς ἄλλους γιά τίς ἁμαρτίες μας, λέγοντας ὅτι ἡ κακία βρίσκεται ἔξω καί μακριά ἀπό ἐμᾶς. Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πλάνης μας, τή μιά τά ρίχνουμε στόν Ἀδάμ ἄλλοτε μᾶς φταίει ὁ σατανᾶς καί ἄλλοτε θεωροῦμε ὑπεύθυνους γιά ὅ,τι κακό μᾶς συμβαίνει τούς ἀνθρώπους. Κι ἐνῶ νομίζουμε ὅτι κάνοντας αὐτό, πολεμᾶμε ἄλλους, πολεμᾶμε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας. Καί ἐνῶ νομίζουμε ὅτι ὁ ἕνας μας ὑπερασπίζει τήν ἄλλη καί εἶναι φίλος μας, τήν ἄλλη ὥρα, στήν καθημερινότητα γινόμαστε ἐχθροί μεταξύ μας. Καί ἐνῶ νομίζουμε ὅτι εὐεργετοῦμε τούς ἑαυτούς μας, τούς βασανίζουμε, φορτώνοντας πάνω μας δικαιώματα, κόπους καί ντροπές πού σέ τίποτε δέν θά μᾶς ὠφελήσουν.

Ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ἀγαποῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στήν πραγματικότητα μισοῦμε καί ἀποφεύγουμε τίς αἰτίες πού μᾶς προκαλοῦν νά τίς ἐφαρμόσουμε. Κατάλαβα λοιπόν πολύ καλά ὅτι δέν ἑλκόμαστε ἄδικα καί ἀναγκαστικά ἀπό κάποια ἄλλη ἐξουσία ἔξω ἀπό ἐμᾶς, οὔτε πρός τό καλό, οὔτε πρός τό κακό.

Ἀπό τότε πού βαπτιστήκαμε ἰσχύει αὐτή ἡ πνευματική ἀρχή: Μέ ὅποιου τό θέλημα συνταχθοῦμε καί συμπράξουμε, δηλαδή εἴτε μέ τοῦ Θεοῦ εἴτε μέ τοῦ διαβόλου, σέ ἐκεῖνον καί θά ἀνήκουμε καί ἀπό ἐκεῖνον θά συρθοῦμε δίκαια, πρός τό μέρος πού αὐτός ἐξουσιάζει.


Β.-. Ἡ βάση τοῦ κακοῦ ἔχει δύο ἐντελῶς παράλογες αἰτίες. Ἡ μία εἶναιὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων καί ἡ ἄλλη ἡ ἄνεση τοῦ σώματος, στά ὁποῖα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δίνουμε τή δυνατότητα νά μᾶς προσβάλουν. Αὐτά ὅμως, πρίν ἐμεῖς συγκατατεθοῦμε, δέν εἶναι στήν πραγματικότητα οὔτε ἀρετές οὔτε κακίες, ἀλλά εἶναι ἀφορμές, γιά νά φανεῖ καθαρά πρός τά ποῦ ρέπουμε.

Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Κύριος θέλει ἀπό ἐμᾶς νά ὑπομένουμε τίς ὕβρεις, τούς χλευασμούς καί τίς κακοπάθειες, ἐνῶ ὁ διάβολος ἐπιζητεῖ τά ἀντίθετα. Ἐάν λοιπόν ἐμεῖς συγκατατεθοῦμε μέ ἐκεῖνο πού μᾶς ὑποβάλλει ὁ διάβολος, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στρέψαμε τόν ἑαυτό μας καί τό θέλημά μας πρός τή φιληδονία καί ὅτι ἔχουμε παρακούσει τόν Κύριο. Ὅταν ὅμως αἰσθανόμαστε βαθιά θλίψη, γιατί συγκατατεθήκαμε στίς προσβολές τοῦ διαβόλου, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στραφήκαμε πρός τόν Θεό, ἀγαπώντας καί ἀκολουθώντας τήν στενή ὁδό τῶν ἐντολῶν Του.

Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός παρεχώρησε, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά ὑφίσταται αὐτές τίς προσβολές. Ἐκεῖνοι λοιπόν πού διαλέγουν νά πορευτοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, παραδίδουν στόν Χριστό τό θέλημά τους. Ἔτσι ἀφοῦ βρεῖ ὡς εἴσοδο ὁ Χριστός τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, θά εἰσέλθει καί θά ὁδηγήσει τόν νοῦ στήν ἀλήθεια. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τό διάβολο.

Ὅσοι πάλι ἀγαποῦν τήν ἀνθρώπινη δόξα καί τήν ἄνεση τοῦ σώματος, ἔχουν δώσει ἤδη εἴσοδο στό διάβολο. Καί αὐτός ἀφοῦ βρεῖ τήν εἴσοδο πού θέλει, περνάει μέσα στόν ἄνθρωπο τά δικά του κακά. Καί ἄν οἱ ἄνθρωποι τόν καλοδεχτοῦν, δέν σταματάει νά φέρνει συνεχῶς καί καινούργια κακά, μέχρι νά μισήσουν μέ ὅλη τούς τήν καρδιά τίς αἰτίες τῆς συμφορᾶς πού ἀναφέραμε πιό πάνω.

Ἐμεῖς ὅμως τόσο πολύ ἔχουμε ἀγαπήσει αὐτές τίς δύο ἀφορμές τῶν κακῶν, ὥστε ἔχουμε προδώσει καί ἔχουμε στερηθεῖ ἐξαιτίας τους ὄχι μονάχα τήν ἀρετή, ἀλλά πολλές φορές καί προδίδουμε καί ἀνταλλάσουμε τή μιά κακία μέ τήν ἄλλη. Συμβαίνει γιά παράδειγμα συχνά, ἐξαιτίας τῆς φιληδονίας νά προτιμᾶμε τήν ἀτιμία.

Ὅταν τέλος συνθηκολογήσουμε μέ αὐτά τά πάθη καί δέν αἰσθανόμαστε πιά καμιά λύπη γιά ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, τότε ἀποζητᾶμε τά αἴτια ἐκεῖνα πού τρέφουν αὐτά τά πάθη καί τά αὐξάνουν. Τροφή τῆς κενοδοξίας καί τῆς ἡδονῆς εἶναι ἡ φιλαργυρία, πού εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή (Α´ Τιμ. 6, 10).


Γ.-. Θά μοῦ πεῖς ὅμως ἀγαπητή ψυχή μου, ὅτι ἐμεῖς δέν ἔχουμε οὔτε χρυσάφι, οὔτε κτήματα. Κι ἐγώ θά σοῦ ἀπαντήσω ὅτι οὔτε τό χρυσάφι οὔτε τά κτήματα μᾶς κάνουν κακό, ἀλλά ὅπως εἶπα καί πρίν, ἡ κακή χρήση τους, αὐτή πού γίνεται ἐξαιτίας τῆς ἐμπάθειάς μας. Κι αὐτό φαίνεται καθαρά καί στίς περιπτώσεις πού μερικοί πλούτισαν, χωρίς νά δεθοῦν ἐμπαθῶς μέ τόν πλοῦτο ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰώβ καί ὁ Δαβίδ. Ἔτσι εὐαρέστησαν στό Θεό. Ἀντίθετα ἄλλοι ἀπό ἐμᾶς, χωρίς νά ἔχουμε πλούτη, στρέψαμε τό πάθος τῆς φιλοχρηματίας σέ τιποτένια πράγματα καί γι᾽ αὐτό εἴμαστε πιό ἄθλιοι καί ἀπό τούς πλούσιους. Κι αὐτό γιατί ἀφήσαμε μέ πανουργία τήν κακοπάθεια, πού φέρνει ἡ στέρηση τῶν πάντων καί ἀπολαμβάνουμε τίς ἡδονές, νομίζοντας ὅτι ξεφεύγουμε ἀπό τό μάτι τοῦ Θεοῦ. Δέν μαζεύουμε χρυσάφι καί κάνουμε συλλογή ἀπό τιποτένια πράγματα. Δέν ἀναλαμβάνουμε διοικητικές ἐξουσίες καί ἀρχηγιλίκια, ἀλλά μέ κάθε τρόπο δρέπουμε τίς δόξες καί τούς ἐπαίνους πού ἐκεῖνα προσφέρουν. Ἐγκαταλείπουμε τίς ἰδιοκτησίες ἀπό τή μιά, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, δέν παραιτούμαστε ἀπό τίς ἀπολαύσεις τους. Καί ὅταν νομίζουμε ὅτι παραιτούμαστε, τό κάνουμε ὄχι ἐπειδή ἀποφεύγουμε τήν πλεονεξία, ἀλλά ἐπειδή ἀποστρεφόμαστε τά κτίσματα τοῦ Θεοῦ! «Μήν ἀγγίξεις, μή δοκιμάσεις, μήν ἀκουμπήσεις» (Κολ. 2, 21).

Ὅταν ἀγαπητή μου ψυχή, ἀκούσεις γιά τήν παράβαση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, νά πιστεύεις ὅτι βέβαια, ἀρχικά αὐτό συνέβη σ᾿ αὐτούς προσωπικά, τώρα ὅμως τό ἴδιο ἁμάρτημα νοητά θά τό συναντήσεις σέ σένα καί σέ μένα: «Αὐτά συνέβηκαν σέ ἐκείνους συμβολικά καί γράφτηκαν γιά νουθεσία δική μας πού ζοῦμε τά ἔσχατα χρόνια» (Α´ Κορ. 10, 11). Δέστε τώρα. Ἐνῶ ἔχουμε ἀναγεννηθεῖ μέ τό Βάπτισμα, παραβαίνουμε τήν ἐντολή Ἐκείνου πού μᾶς ἔχει ἀναγεννήσει. Κι ἐνῶ ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά ἀγαπᾶμε τούς συναθρώπους καί τούς ὁμοπίστους μας καί νά τρῶμε μέ ὑπομονή τόν καρπό πού καθένας τους μᾶς προσφέρει, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ «Νά τρῶτε ἀπό κάθε καρπό τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου» (Γεν. 2, 16), ἐμεῖς κάνουμε χρήση τοῦ λογισμοῦ πού μᾶς ὑποβάλη τό φίδι. Γι’ αὐτό ἄλλους ἐπειδή εἶναι καλοί τούς ἀγαπᾶμε, ἄλλους ἐπειδή εἶναι κακοί τούς μισοῦμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχουμε δοκιμάσει τό ξύλο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί ὅτι εἴμαστε πνευματικά νεκροί. Κι αὐτό βέβαια ὄχι ἐπειδή ἔχει ὁ Θεός δημιουργήσει τό θάνατο, ἀλλά ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος μίσησε τόν συνάνθρωπό του. Γιατί ὁ Θεός «δέν δημιούργησε τό θάνατο, οὔτε εὐχαριστεῖται μέ τήν ἀπώλεια τῶν ἀνθρώπων» (Σοφ. Σολ. 1, Β), οὔτε κινεῖται ἀπό πάθη ὀργῆς, οὔτε ἐπινοεῖ κατιτί γιά νά καλύψει τόν ἑαυτό Του, οὔτε ἀλλοιοῦται ἀνάλογα μέ τοῦ καθενός τήν ἀξία. Ἀντίθετα τά δημιούργησε ὅλα μέ σοφία καί ὅρισε νά κινοῦνται καί νά ρυθμίζονται ὅλα ἀπό πνευματικό νόμο. Γι᾿ αὐτό δέν εἶπε στόν Ἀδάμ.«Τή μέρα πού θά φᾶτε ἐγώ θά σᾶς θανατώσω» ἀλλά, γιά νά τόν προφυλάξει, τοῦ προλέγει τό νόμο τῆς δικαιοσύνης. Τοῦ λέει λοιπόν:«Τή μέρα πού θά φᾶτε, θά πεθάνετε» (Γεν. 2, 17). Καί μέ λίγα λόγια κάθε πράγμα ἤ καλό ἤ κακό ὅρισε νά ἀκολουθεῖται ἀπό τήν ἀντίστοιχη συνέπεια. Κι αὐτό ὄχι μέ ἐφευρετική πονηρία, ὅπως νομίζουν μερικοί καί ὅπως λένε, ἐκεῖνοι πού ἀγνοοῦν τόν πνευματικό νόμο.

Ἐμεῖς λοιπόν πού κατά κάποιο τρόπο τά ξέρουμε αὐτά, πρέπει νά ἔχουμε στό νοῦ μας ὅτι, ἄν κάποιον ὁμόπιστο συνάνθρωπό μας τόν μισήσουμε, ἐπειδή εἶναι κακός, κι ἐμᾶς πού εἴμαστε κακοί, θά μᾶς μισήσει ὁ Θεός. Κι ἄν δέν δώσουμε στό συνάνθρωπο τήν εὐκαιρία τῆς μετάνοιας κι ἐμεῖς, σάν ἁμαρτωλοί πού εἴμαστε, θά πάθουμε τό ἴδιο. Ἄν δέν συγχωρήσουμε τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον οὔτε τά δικά μας θά συγχωρεθοῦν. Αὐτό τόν πνευματικό νόμο ἀποκαλύπτοντας ὁ Χριστός εἶπε: «Μή κρίνετε γιά νά μήν κριθεῖτε. Συγχωρέστε γιά νά συγχωρεθοῦν καί τά δικά σας» (Λουκ. 6, 37). Γνωρίζοντας καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τοῦτο τόν πνευματικό νόμο μᾶς τόν φανέρωσε λέγοντας: «Ἐσύ πού κρίνεις τόν ἄλλον, δέν κατακρίνεις μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν ἑαυτό σου;» (Ρωμ. 2, 1). Ὁ προφήτης Δαυίδ ἐπίσης, γνωρίζοντας τόν πνευματικό αὐτό νόμο, κραύγαζε πρός τόν Θεό λέγοντας: «Γιατί ἐσύ, θά ἀποδώσεις στόν καθένα σύμφωνα μέ τά ἔργα του» (Ψαλμ. 61, 13). Καί ἄλλος Προφήτης ἐκπροσωπώντας τόΘεό εἶπε:«Ἐγώ θά πάρω ἐκδίκηση, ἐγώ θά ἀνταποδώσω, λέγει ὁ Κύριος» (Δευτ. 32, 43, Ρωμ. 12, 19, Ἑβρ. 10, 30).


Δ.-. Καί γιατί νά τά ἀραδιάζω τώρα ἕνα-ἕνα. Ὅπου κι ἄν ἀνοίξει κανείς τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, ἰδιαίτερα ὅμως στό Ψαλτήρι, θά βρεῖ ὅτι ὁ μεγάλος Προφήτης Δαυίδ, μᾶς ὑπογραμμίζει μέ πολλή σαφήνεια, αὐτόν τόν πνευματικό νόμο. Ἔτσι, βλέποντας ἐμεῖς ὅτι αὐτός ὁ νόμος εἶναι πνευματικός καί ὅτι καλύπτει κάθε ἐνδεχόμενη τροπή μας πρός τήν ἁμαρτία, νά φοβηθοῦμε καί νά φροντίζουμε καί φανερά ἀλλά καί καρδιακά νά ἀγαπᾶμε τούς ἀδελφούς μας. Γιατί αὐτός ἐδῶ δέν εἶναι ὁ Μωσαϊκός νόμος, πού ἐλέγχει ὅσα κάνουμε φανερά, ἀλλά παρακολουθεῖ καί ὅσα λειτουργοῦμε μέσα μας κρυφά. Κι ἐκεῖνον βέβαια ὁ Θεός τόν νομοθέτησε ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες, πού εἶχαν οἱ ἄνθρωποι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἀλλά καί αὐτόν ἐδῶ ὁ Ἴδιος τόν συμπλήρωσε μέ τήν Χάρη τοῦ Κυρίου μας ὁ Ὁποῖος εἶπε: «Δέν ἦρθα γιά νά καταλύσω τό νόμο, ἀλλά γιά νά τόν συμπληρώσω» (Ματθ. 5, 17). Γι᾿ αὐτό, γιά νά μήν ξαναλέμε τά ἴδια, πρέπει νά συγχωροῦμε αὐτόν πού νομίζουμε ὅτι μᾶς ἀδίκησε, εἴτε εἶναι δικαιολογήμενο τό ἀδίκημα, εἴτε ἀδικαιολόγητο, γνωρίζοντας ὅτι μεγαλύτερη ἀρετή εἶναι ἐκείνη τῆς συγχωρήσεως. Καί ἐπειδή, λόγω τῆς ἁμαρτίας πού ἔχει ἀπό παλιά κυριεύσει τήν ψυχή μας, δέν μποροῦμε νά τό καταφέρουμε αὐτό μέ τίς δικές μας δυνάμεις, ὀφείλουμε μέ τή βοήθεια τῆς κακοπάθειας καί τῆς ἀγρυπνίας, νά παρακαλοῦμε τό Θεό, μέχρι πού νά βροῦμε ἔλεος καί νά δεχτοῦμε ἀπό Ἐκεῖνον τήν ἀντίστοιχη δύναμη.

Πάνω ἀπό ὅλα ψυχή μου, ὀφείλουμε νά ἔχουμε παντοῦ καί πάντα στό νοῦ μας τοῦτο τό πρᾶγμα: Πρέπει ὅταν, μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, μᾶς ἀδικοῦν οἱ ἄνθρωποι, νά χαιρόμαστε καί νά μή λυπούμαστε. Νά χαιρόμαστε ὄχι ἔτσι ἁπλά καί χωρίς λόγο, ἀλλά γιατί βρήκαμε τήν εὐκαιρία νά συγχωρέσουμε ἁμαρτήματα καί ἔτσι νά δεχτοῦμε καί ἐμεῖς συγχώρεση γιά τά δικά μας. Αὐτή ἐδῶ εἶναι καί πραγματική γνώση τοῦ Θεοῦ, αὐτή πού περιέχει μέσα της, κάθε ἄλλου εἴδους γνώση καί μέ τήν ὁποία μποροῦμε νά παρακαλοῦμε τό Θεό καί Ἐκεῖνος νά μᾶς εἰσακούει. Αὐτή εἶναι ἡ καρποφορία τῆς προσευχῆς. Μέ αὐτή γινόμαστε ἱκανοί νά σηκώσουμε τό σταυρό μας καί νά ἀκολουθήσουμε τόν Κύριο. Αὐτή εἶναι μητέρα ὅλων τῶν πρώτων καί μεγάλων ἐντολῶν. Μέ αὐτή εἴμαστε σέ θέση νά ἀγαπᾶμε καί τό Θεό καί τόν πλησίον, ἀπό τῆς βάθη τῆς καρδιᾶς μας καί μέ ὅλη μας τή δύναμη. Μέ αὐτή πρέπει νά νηστεύουμε καί νά ἀγρυπνοῦμε καί νά ἀσκούμαστε στήν κακοπάθεια, ὥστε ἀφοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ καρδιά καί τό ἐσώτατο εἶναι μας, νά τά δεχτοῦν αὐτά καί νά μήν τά ἀποβάλουν. Τότε θά βροῦμε ὄχι μυστικά καί κρυφά, ἀλλά αἰσθητά καί πραγματικά, τή Χάρη πού μᾶς δόθηκε κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ὅλα αὐτά θά συντελεστοῦν ἐπειδή θά ἔχουμε συγχωρέσει τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον μας.


Ε.-. Αὐτή τήν ἀρετή ὅμως τήν ἐμποδίζουν δύο κακίες: Ἡ κενοδοξία καί ἡ ἡδονή. Αὐτές πρέπει προηγουμένως νά τίς πετάξουμε ἀπό μέσα μας, ὥστε ἔτσι νά βασιλεύσει ἡ ἀρετή. Γι᾿ αὐτό ψυχή μου, ὅταν παραδίνεσαι στά δύο αὐτά θελήματα, νά μήν θεωρεῖς ὑπεύθυνο καί αἴτιο τόν Ἀδάμ, οὔτε τό Σατανά, οὔτε τούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά πολεμᾶς τό θέλημά σου καί μή τό θεωρήσεις μικρό πρᾶγμα. Γιατί ὁ πόλεμος δέν εἶναι ἐξωτερικός, ἀλλά ἐμφύλιος. Δέν ἔχουμε νά πολεμήσουμε ἐναντίον τῶν συνανθρώπων μας καί τῶν ἀδελφῶν μας, ἀλλά μέσα μας εἶναι ὁ ἐχθρός καί κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει. Μονάχα Ἕνα ἔχουμε, ἀπό τότε πού βαπτιστήκαμε, κρυμένον βαθιά μέσα μας, τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι καί ἀνίκητος καί ἀλάθητος. Ἐκεῖνος θά γίνει σύμμαχός μας, ἄν ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις μας τηρήσουμε τίς ἐντολές Του. Ἐχθροί μας εἶναι, ὅπως προείπαμε, ἡ ἡδονή πού ἐκφράζεται μέ τό σῶμα καί ἡ κενοδοξία. Αὐτές οἱ δυό ἔχουν κυριεύσει καί σένα καί μένα. Αὐτές οἱ δυό καί τήν Εὔα πλάνησαν καί τόν Ἀδάμ ἐξηπάτησαν. Ἡ ἡδονή ἦταν ἐκείνη πού ἔδειξε, ὅτι ὁ καρπός ἦταν γλυκύς καί νόστιμος, κι ὅτι θά ἦταν εὔγεστη καί ἀπολαυστική τροφή. Ἡ κενοδοξία πάλι εἶπε: «Θά γίνετε ὅμοιοι θεοί καί θά γνωρίζετε τό καλό καί τό κακό» (Γέν. 3, 5). Καί ὅπως ἀκριβῶς ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ καί ἡ Εὔα μετά τήν πτώση ντρέπονταν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἔτσι εἴμαστε καί ἐμεῖς. Ἀδιαφορώντας γιά τήν κακία τῶν νοητῶν ματιῶν καί βλέποντας τούς ἑαυτούς μας γυμνούς, ντρεπόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιατί μᾶς ἐλέγχει ἡ συνείδηση. (Ἔτσι ράβουμε καί φορᾶμε σάν ἄλλα φύλλα συκῆς, λόγια καί χειρονομίες καί δικαιολογίες). Ἔτσι ὑφαίνουμε δικαιολογίες, ἔργα καί λόγια καί σάν ἄλλα φύλλα συκῆς τά προβάλουμε, γιά νά καλύψουμε τούς ἑαυτούς μας.

Καί ὁ Κύριος μᾶς φτιάχνει τούς δερμάτινους χιτῶνες καί λέει: «Μέ τήν ὑπομονή σας θά κερδίσετε τίς ψυχές σας» (Λουκ. 21, 19). Καί στή συνέχεια μᾶς συμβουλεύει: «Ἐκεῖνος πού θά βρεῖ τήν ψυχή του»,δηλαδή πού θά τήν κρατάει μέσα στή μνησκακία «θά τήν χάσει». «Καί ἐκεῖνος πού θά τήν χάσει «μαζί μέ τήν μνησικακία) θά τήν κερδίσει αἰώνια» (Ματθ. 10, 32).

Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ αἰώνια δόξα. Ἀμήν.