Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

P A U L F R I E D L Ȁ N D E R Π Λ Α Τ Ω Ν ( 2)


Συνέχεια από Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

                  P A U L   F R I E D L Ȁ N D E R
                                                       Π Λ Α Τ Ω Ν

        ( 1ος τόμος:  Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής )
                      ( Τρίτη, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση -
                                Walter de Gruyter u. Co, Berlin 1964 )

                 Και συναντά τον Σωκράτη ο Πλάτων. ‘Βρίσκει’ την ίδια του την απροσδιόριστη ακόμα θέληση, «να αφιερωθή παρευθύς στην κοινή φύση ή ουσία», να καθοδηγείται από εκείνο το ερώτημα (για την αρετή…) σε μιαν ιδιαίτερη κατεύθυνση. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο επείγον για μένα απ’ το να γίνω όσο το δυνατόν ικανώτερος. Και γι’ αυτό δεν μπορεί, πιστεύω, να με βοηθήση κανείς πιο αποφασιστικά από σένα». Έτσι λέει στο ‘Συμπόσιο’ ο Αλκιβιάδης στον Σωκράτη, κι έτσι είπε ή αισθάνθηκε κι ο Πλάτων απέναντί του. Και άκουσε ή πίστεψε πως άκουσε απ’ τον Σωκράτη τα λόγια, που τον αφήνει ο ίδιος να πη σ’ έναν άλλον διάλογο στον νεαρό Αλκιβιάδη: «Χωρίς εμένα δεν μπορή να εκπληρωθή κανένα απ’ τα σχέδιά σου ͘ γιατί τόσο πολύ επηρεάζω αυτά που σε αφορούν (τα ‘πράγματά’ σου…) και εσένα». Και αναλαμβάνει έτσι την ζωή και τον θάνατο του διδασκάλου ως την ίδια του τη μοίρα.
                 Ο Πλάτων διέθετε αυτό που έλειπε, χωρίς και να του χρειάζεται, απ’ τον Σωκράτη: το ‘πλαστικό’ (που πλάθει τις μορφές…) μάτι τού Έλληνα, ένα μάτι συγγενικό με κείνο με το οποίο είδε ο Πολύκλειτος στους δρομείς και τους ακοντιστές τής παλαίστρας τον κανόνα (Kanon), και ο Φειδίας στους ‘διόμορφους’ ανθρώπους (δίοι άνδρες) την εικόνα τού Δία στον Όμηρο και συγγενικό επίσης με το μάτι, το οποίο και κατευθύνει ο έλληνας μαθηματικός στις καθαρές γεωμετρικές μορφές. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, ότι είχε συνείδηση αυτού τού χαρίσματος ο Πλάτων, στο οποίο και συμμετείχε περισσότερο απ' όλους τούς στοχαστές. Ή μήπως είναι συμπτωματικό, που  συναντάται σ' αυτόν, για πρώτη φορά, η μεταφορική έκφραση (Metapher) "οφθαλμός τής ψυχής";
               Πριν απ' αυτόν μίλησε βέβαια κάποτε ένας ποιητής όπως ο Αισχύλος, τολμηρά για μια 'λογική' που έχει μάτια (και βλέπει...) (φρένα ωμματωμένην), όπως αντίστροφα για μια τυφλή καρδιά ο Πίνδαρος (τυφλόν ήτορ). Και συναντά κατόπιν κανείς στους ποιητές-φιλοσόφους Παρμενίδη, Εμπεδοκλή και Επίχαρμο το αίτημα, πως θά 'πρεπε "να βλέπη κανείς με το πνεύμα", όπου και εννοείται ή εκφράζεται, σε μια μισο-ποιητική, μισο-γνωσιοκριτική αποστροφή, η αντίθεση προς τη σωματική όραση. Απόηχος αυτού στη σοφιστική είναι όταν μιλά για τους ερευνητές τού 'εκεί επάνω' (μετεωρολόγοι) ο Γοργίας, "που φανερώνουν καθαρά αυτό που δεν πιστεύουν και δεν είναι προφανές για τα μάτια στη φαντασία", ενώ αντιπαραθέτει, με σχεδόν παρόμοιο τρόπο, και ένας 'σοφιστικός' συγγραφέας ενός ιπποκρατικού κειμένου, στην όψη (την όραση...) των ματιών την όψη τού πνεύματος (η τής γνώμης όψις). Και είναι εντελώς ελληνικά όλα αυτά, ακόμα κι αν μεταξύ τους ποικίλουν. Βρίσκονται όμως ακόμα μακριά απ' τη 'σωματικότητα' και τη συστηματική σημασία τής πλατωνικής εικόνας.
               
               Μοιάζει βέβαια να μην απέχη τόσο πολύ απ' τα τελευταία αυτά παραδείγματα η φράση τού 'Συμποσίου'(219Α), ότι "αρχίζει να κοιτάζη με οξύτητα η τής διανοίας όψις, όταν αρχίζουν να χάνουν τη δική τους 'οξύτητα' τα (σωματικά...) μάτια". Όμως πηγαίνει πολύ πιο μακριά ο Πλάτων. Κι αφού απεικόνισε σ' ένα ωραίο παράδειγμα στον 'Μεγάλο Αλκιβιάδη' (Άλκιβιάδης μείζων'...) με την όραση του ανθρώπινου ματιού το γεγονός τής γνώσης, αντλεί μετά την πιο μεγάλη της δύναμη απ' αυτόν τον παραλληλισμό η παραβολή τού σπηλαίου στην 'Πολιτεία'.  Και δεν είναι καθόλου συμπτωματικό, όταν σε μια συζήτηση όπου παρομοιάζονται με ιδιαίτερη σαφήνεια "το όργανο της ψυχής, με το οποίο ο καθένας μαθαίνει", και τα σωματικά μάτια (518C) - όταν αναφέρονται εκεί τα 'μολυβένια βάρη' τής αίσθησης, που στρέφουν προς τα κάτω τήν τής ψυχής όψιν, έτσι ώστε να μη μπορή να στραφή και πάλι προς την Αλήθεια (519Β). Ενώ λέγεται αργότερα για τις μαθηματικές επιστήμες και την αστρονομία, "ότι καθαίρεται και ζωντανεύει στον καθέναν ένα όργανο της ψυχής (όργανόν τι ψυχής) μέσα απ' αυτές, που χάνεται όμως και τυφλώνεται με τις άλλες απασχολήσεις, ενώ θα ήταν πιο σημαντικό να το κρατήσουμε απ' ό,τι να είχαμε δέκα χιλιάδες μάτια: γιατί μόνον μέσα απ' αυτό μπορούμε να δούμε την Αλήθεια" (527DE). Και δεν μένει παρά ένα μικρό βήμα από 'δώ, για να ονομαστή ακριβώς "οφθαλμός τής ψυχής" εκείνο το "όργανο" (533D): που είναι θαμμένο στη λάσπη, και το ανασύρει και το οδηγεί σιγά-σιγά, επάνω προς το ύψιστο Νοητό η διαλεκτική μέθοδος, Νοητό που εξομοιώθηκε με την πιο μεγαλειώδη ακριβώς εικόνα τού ορατού κόσμου εδώ (532Β). Και βρίσκεται έτσι, προετοιμασμένη επί μακρόν και 'εγκάρδια' συνδεδεμένη με τον τελικό σκοπό αυτής τής πιο σημαντικής απ' όλες τις συνάφειες, της μεταφυσικής τού φωτός και της θέας τών Ιδεών, έτοιμη τελικά μποροστά μας η εικόνα: ερμηνευμένη κατά το πρότυπο του σώματος, έχει κι η ψυχή μάτια για να δη, μόνο που κατευθύνονται προς τις αιώνιες μορφές αυτά τα μάτια.
           Είναι ένας ποιητής, που δεν επαναλαμβάνεται εύκολα χωρίς κάποιον σκοπό στις εικόνες του ο Πλάτων. Μιλά λοιπόν για το άρμα με τα άλογα και τον ηνίοχο, και για τα φτερά τής ψυχής ο μύθος της ψυχήςστον 'Φαίδρο', κι αναγνωρίζει κανείς, γιατί δεν θα ταίριαζε εντελώς το μάτι σ' αυτήν τη συνολική εικόνα. Θα έχη ωστόσο κανείς τον 'πειρασμό', να σκεφτή την εικόνα τής 'Πολιτείας', συναντώντας ξανά και ξανά εκφράσεις απ' την περιοχή τής οράσεως. Κοιτούν αυτό που βρίσκεται έξω απ' τον ουρανό οι αθάνατες ψυχές. Και βλέπει κατά την ουράνια πορεία την ίδια τη δικαιοσύνη η διανοητική δύναμη (διάνοια) του θεού, βλέπει το μέτρο, βλέπει τη γνώση, κι αφού έχει κοιτάξει έτσι αυτό που πραγματικά υπάρχει και τράφηκε απ' αυτό, επιστρέφει πίσω 'στο σπίτι'. Απ' τις ανθρώπινες τώρα ψυχές, μπορεί να φτάση ακόμη κι η καλύτερη, με το κεφάλι μόλις τού ηνίοχου στον εξωτερικό χώρο, και να δη με κόπο εκεί το Όν. Ανήκει όμως στη φύση τής ανθρώπινης ψυχής, να έχη δη (έστω στιγμιαία...) τις ουσίες, κι όταν 'ανακεφαλαιώνη' από πολλές αντιλήψεις τη μια "μορφή" στη σκέψη του ο άνθρωπος, αυτό συμβαίνει απ΄την ανάμνηση εκείνου, που έχει δη ακολουθώντας τον θεό η ψυχή. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε συχνά για 'τα μάτια τής ψυχής' εδώ. Ενώ μάς επιβάλλεται και ως η λύση στο αίνιγμα του 'Συμποσίου', εκεί που φανερώνει στον Σωκράτη η Διοτίμα, τί θα γνωρίση στο τέλος τής σταδιακής του οδού: καθαρό, αμιγές, αθόλωτο από κάθε θνητή ματαιότητα, και με μια μορφή (μονοειδές) θαδη το θεϊκά Ωραίο εκεί. Και «το βλέπει μ’ αυτό, με το οποίο εκείνο οράται» (ορώντι ώ ορατόν – 212Α) – και εύκολα συμπληρώνουμε: με τα μάτια τής ψυχής. Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται και στον ‘Σοφιστή’ (254Α), μ’ έναν τέτοιον μάλιστα τρόπο, ώστε να αντιλαμβάνεται κανείς ακόμα κι από μακριά τη συνάφεια μέσα στην οποία και γεννήθηκε: μένει, χρονοτριβεί ο φιλόσοφος στο αρχέτυπο του Όντος, και δεν μπορείς να τον κοιτάξης εύκολα λόγω τής λάμψης σ’ αυτόν τον τόπο, επειδή είναι αδύναμα στους περισσότερους τα μάτια τής ψυχής, για να κατευθύνουν το βλέμμα στο Θεϊκό. Μόνο μια φορά ονομάζει ο Αριστοτέλης στην ‘Ηθική’ τη σκέψη (φρόνησις) «οφθαλμό τής ψυχής», και είναι τόσο ‘παράξενη’ μέσα στην αριστοτελική πραγματικότητα αυτή η εικόνα, που δεν μπορεί να παραγνωρίση τη σχέση προς τον Πλάτωνα κανείς. Και πρέπει να ανάγονται στην εποχή που ζούσε ακόμα ο Πλάτων οι λεπτομέρειες εκείνων τών μικρών ιστοριών, στις οποίες και κοροϊδεύουν  το «μάτι», με το οποίο και βλέπει ο Πλάτων την «αλογότητα» (την Ιδέα τού αλόγου…), ή το «πνεύμα», με το οποίο και βλέπει την «τραπεζότητα» (την Ιδέα τού τραπεζιού…), οι Κυνικοί. Και ‘χλευάζει’ και ο Επίκουρος ή κάποιος απ’ τους μαθητές του, πολεμώντας την πλατωνική κοσμολογία, για τα «μάτια τής ψυχής», με τα οποία και θα είχε δη το ‘εργαστήριο’ του κόσμου ο Πλάτων. Φαίνεται λοιπόν πως ενεργοποιήθηκε τόσο νωρίς η αναπόφευκτη ρητορεία για κείνην την ‘υψηλή’ εικόνα. Την οποία και θα τη συναντήσουμε αργότερα σε εξέχοντες κυρίως πλατωνικούς (φιλοσόφους…), τον Φίλωνα, τον Πλωτίνο, τον Πρόκλο και τον Αυγουστίνο, ή θα καταστή και με οιουσδήποτε άλλους τρόπους σαφές, ότι συλλέγεται απ’ τον κήπο τού Πλάτωνα αυτό το άνθος.
Δεν είναι πάντως καθόλου συμπτωματικό, ότι μίλησε κατ’ αρχάς ο Πλάτων, απ’ όσο γνωρίζουμε, για τον ‘οφθαλμό τής ψυχής’, ότι το πράττει όταν ‘αντικρύζη’ τούς τελικούς σκοπούς τής ‘φιλοσοφίας’ του, κι ότι ακόμα κι εκεί που δεν χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις, η γλώσσα του των εικόνων και του μύθου ανήκει στην ίδια περιοχή. Το με ποιον ανακάλυψε δε αυτόν τον δρόμο το δηλώνει, ορίζοντας στους διαλόγους του αποκλειστικά τον Σωκράτη  ως οδηγό προς αυτόν τον σκοπό. Ακόμα κι εκείνος που κατορθώνει να λυθή απ’ τα δεσμά και να ανεβή επάνω στον ‘μύθο’ τού σπηλαίου τής ‘Πολιτείας’, φέρει χαρακτηριστικά τού Σωκράτη. Γιατί όταν γυρίζη πίσω στους δεσμώτες και θέλει να τους «ελευθερώση και να τους οδηγήση επάνω», «θα τον σκότωναν, αρκεί να μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους». Δεν θα μπορούσε να μας πη πιο ξεκάθαρα ο Πλάτων, ποιος τον μετέστρεψε τον ίδιον και τον οδήγησε εκεί, όπου και έμαθε να βλέπη κατ’ αρχάς τις πραγματικές σκιές τών πραγματικών πραγμάτων, μετά τα είδωλά τους, και μετά αυτά «τα ίδια» και τον «ήλιο». Είδε λοιπόν με τον Σωκράτη και τρόπον τινά σ’ αυτόν, με τα μάτια τής ψυχής «το ίδιο το Δίκαιο», ή ακόμα καλύτερα «το Δίκαιο» και επίσης «το Γενναίο», «το Μετρημένο», «το Σοφό», γενικά «τις Αρετές» και «την Αρετή». Όλοι οι άνθρωποι μιλούσαν βέβαια γι’ αυτήν, αν διδάσκεται ή όχι, κι ο καθένας εννοούσε και κάτι άλλο με το φθαρμένο όνομά της, και πιο πολύ ο καθένας αυτό που επιθυμούσε. Όμως ο Σωκράτης είναι ο μοναδικός που δεν την αναζητά μόνο με τα λόγια – παρ’ όλο που κι αυτό το εξασκεί πολύ πιο σοβαρά και αδιάλειπτα απ’ ό,τι οι άλλοι - , αλλά εγγυάται με την ζωή και τον θάνατό του την ύπαρξή της, και που στη δική του ύπαρξη βλέπουν άμεσα τα «μάτια τής ψυχής» του Πλάτωνα να εικονίζονται εκείνες οι ‘μορφές’.
Γιατί τί σημαίνει Είδος και Ιδέα; Κάτι στο οποίο μάς ανοίγει πρόσβαση η όραση. Και μπορεί να είναι αρχικά περισσότερο η «θέα» η Ιδέα, εκεί όπου συνενώνονται η ενέργεια της όρασης κι αυτό που γίνεται ορατό στο μάτι, και περισσότερο το Ορατό κι αυτό που οράται το Είδος, η εικόνα κι η μορφή ως αντικείμενο της όρασης. Έγιναν εν πάση περιπτώσει σχεδόν εναλλακτικές αναμεταξύ τους οι δυό λέξεις. Και υπάρχει και η άποψη, ότι ‘εξευγενίστηκε’ με τον καιρό λιγότερο ή περισσότερο το νόημά τους. Θα ήταν πιο εύστοχο ωστόσο να πούμε, πως στραφήκαμε απ’ την εξωτερική όψη στην εσωτερική μορφή και διάρθρωση. Μιλά ο Ηρόδοτος για «φύλλα τέτοιας μορφής και είδους» (φύλλα τοιήσδε ιδέας) και εννοεί την καυστική επίδραση των χυμών, κάτι άρα που δεν είναι άμεσα ορατό, και για κάποιον «που σκέπτεται με διπλή μορφή» (εφρόνησαν διφασίας ιδέας). Και αρνούνται απέναντι στους φυσικούς οι γιατροί τής Ιωνίας, «ότι υπάρχει ένα καθ’ εαυτό Θερμό ή Ψυχρό ή Ξηρό ή Υγρό, που δεν κοινωνεί με καμμιάν άλλη μορφή τής ύπαρξης» (μηδενί άλλω είδει κοινωνέον, Π. αρχ. ιητρ. Ι 605 L), ή μιλούν για τις «τέσσερις μορφές τού Υγρού» (τέσσαρες ιδέαι τού υγρού, Περί γονής VII 474, Περί νούσων VII542),  τη βλέννα, τη χολή, το νερό και το αίμα, ή για τον «γλυκό χυμό» (γλυκύς χυμός), που μετατρέπεται σε μιαν άλλη «μορφή» (εις άλλο είδος, Π. αρχ. ιητρ. Ι 635), ή για τις πολλές «μορφές τών ασθενειών» (πολλαί ιδέαι τών νουσημάτων, Π. φύσ. ανθρ. VI 36), στις οποίες και αντιστοιχεί η πολλαπλότητα της θεραπευτικής τέχνης, ή και για τα «είδη» (όπως λέμε) τών επιδέσεων, του πυρετού, των φαρμάκων.  Υπάρχει σίγουρα κάτι το ταξινομικό σ’ αυτά, αλλά είναι ακριβώς η σκέψη τής μορφής που κυριαρχεί και διέπει εδώ την ταξινόμηση (όπως και αλλού η σκέψη τού γένους – γένος, έθνος – ή η τροπή κι ο τρόπος – τρόπος - ). Και μιλούν οι ίδιοι συγγραφείς για την «κονδυλώδη μορφή» (είδος κονδυλώδες) ενός μηριαίου οστού ή για το ότι έχουν τη «μορφή» τής καρδιάς τα νεφρά, ή για κάτι πιο εσωτερικό ξανά, για «τη φύση τού ανθρώπου, της ηλικίας και της μορφής» (τήν τε ηλικίην καί τό είδος, VII52), τα οποία και θά ’πρεπε να προσέχη ο ιατρός. Ο δε Αριστοφάνης ανεβάζει «συνέχεια νέες διαμορφώσεις» στη σκηνή (αεί καινάς ιδέας εισφέρων), και τραγουδά «μιαν άλλη μορφή ύμνων» (ετέραν ύμνων ιδέαν) ο χορός του. Ενώ χρησιμοποιεί τη λέξη ιδέα σχεδόν πάντοτε αποδυναμωμένη, σαν ένα «κατ’ αυτόν τον τρόπο», σύμφωνα με τους εμηνευτές του ο Θουκυδίδης. Θα μιλούσαμε βέβαια κι εμείς για «πολλά είδη πολέμου», για «κάθε είδος θανάτου», για «κάθε είδος ή τρόπο φυγής και αφανισμού». Αλλά τί μας υποχρεώνει και να πιστέψουμε, ότι εκεί που μας λείπει μια σαφής αποτύπωση (ή: διατύπωση…), θά ’πρεπε να έχη λείψει κι απ’ τους Έλληνες; Μιλάμε βέβαια και μεις για την «εικόνα τής νόσου» (είδος τής νόσου, τό νόσημα τοιούτον ήν επί πάν τήν ιδέαν), και θα μπορούσε σίγουρα, συχνά να μας παρωθήση ένα πολύ πιο αισθητό γλωσσικό αίσθημα απ’ το δικό μας σε κάτι το ορατό και θεατό, εκεί όπου «μεταφράζουμε» την «ορατή μορφή» με μιαν άτονη, αμυδρή και ‘θαμπή’ γενική λέξη ή με την κατάληξη –ότητα, θε-ότητα ή πραγματικ-ότητα.
Ο Πλάτων ‘μοιράζεται’ εντελώς τη συνηθισμένη χρήση τών λέξεωνΕίδος και Ιδέα, και δεν μας επιτρέπεται να δούμε ούτε σ’ αυτόν πιο γενικά και πιο ‘άμορφα’ αυτό που αποτυπώνεται οξύτερα στην ελληνική γλώσσα. Θα μπορούσε σίγουρα να πη, ότι παράγεται απ’ τους ταιριαστούς ήχους ως μια ενότητα η συλλαβή. Λέει όμως: ως μια ενιαία μορφή, ένα ενιαίο δημιούργημα (μία ιδέα εξ εκάστων τών συναρμοττόντων στοιχείων η συλλαβή – Θεαίτητος 204Α), κάτι που μπορεί κανείς να το «δη». Και δεν ρωτά, αν είναι μια δυάδα ή μια τριάδα η ψυχή ο Πλάτων, ούτε κι αν έχη δύο ή τρία μέρη, αλλά αν είναι, αν έχη δυό ή τρεις «μορφές», εννοώντας έτσι τη ‘συναγμένη’ στον εαυτό της και απτόμενη τρόπον τινά με τη ματιά αυτοτέλεια της κάθε «μορφής». Όταν ονομάζη λοιπόν κάποτε τελικά, εκείνο το «πραγματικά Δίκαιο», εκείνο το «όντως Ωραίο», κι εκείνο το «ίδιο το Αγαθό» ως Είδος επίσης και Ιδέα, δεν θα φανούμε τόσο ‘κουτοί’, ώστε να χρησιμοποιήσουμε την αποσκληρυμμένη ήδη εννοιολογικά, ξένη (άγνωστη, ασυνήθη για μας…) λέξη τής Ιδέας. Και θα προφυλαχθούμε επίσης απ’ το να μιλήσουμε για «διδασκαλία τών Ιδεών», και αναφέρομαι στον ηλικιωμένο Πλάτωνα, στον οποίον και συναντάται αναμφίβολα αυτό το παγειωμένο πλαίσιο σκέψης τουλάχιστον μια φορά (τή τών ειδών σοφία τή καλή ταύτη (δοτικές…) – 7η Επιστολή 322D). Ενώ θα έχη και πολύ μικρή σημασία για μας , εκεί όπου ‘συνέλαβε’ τέτοια ονόματα ο Πλάτων, αν ήταν οι ιατροί, οι φυσικοί ή οι ρήτορες που χαρακτήριζαν τη συνολική εικόνα μιας αρρώστιας ή τις βασικές ουσίες ενός σώματος (βλέννα, χολή και αίμα) ή τις εκλαμβανόμενες ως σταθερές πραγματικότητες καταστάσεις τού «Θερμού και Ψυχρού» ή τα φυσικά «άτομα» ή μορφές τού λόγου ως «σχήματα» ή «τρόπους», ή αν ήταν ησυνηθισμένη γλώσσα, που είχε πράγματι, συχνότερα από οποιονδήποτε άλλον λαό στους Έλληνες την αφορμή, να χρησιμοποιή λέξεις απ’ αυτό το πεδίο. «Ορατή μορφή», έτσι ονόμαζε – χωρίς να παραβλέπη μια σταθερή ορολογία, αλλά και με ένα αίσθημα ίσως τής παραδοξότητας (Paradoxie) της έκφρασης – τις αόρατες αιώνιες ουσίες ή οντότητες, επειδή έμοιαζε να εκφράζη ακριβώς αυτή η λέξη περισσότερο από όλες τις άλλες τής γλώσσας του το ότι ήταν γι’ αυτόν το «όντως Δίκαιο» και το «ίδιο το Γενναίο» ένα Κάτι, το οποίο και μπορούσε να το δη με τα ‘μάτια τής ψυχής’.
Ο Σωκράτης ήταν, όπως λέμε απ’ την εποχή τού Αριστοτέλη, αυτός που ανακάλυψε την έννοια και τον ορισμό, κι ο Πλάτων ‘έφτιαξε’ απ’ την έννοια την Ιδέα. Πώς ‘φαίνεται’ λοιπόν αυτό που είναι Ζωντανό, το Ζων, και που προβάλλεται εδώ στο επίπεδο της εννοιλογικο-ιστορικής αφαίρεσης; Και ρωτούσε βέβαια δίχως να κουράζεται ο Σωκράτης: τί είναι η Δικαιοσύνη, τί είναι το Αγαθό, και τί είναι η Πόλις (Polis) ή ο Πολίτης (Polites) ή η Δημοκρατία, και τί είναι η Τέχνη ή η Σοφία (Sophia) ή γενικώς αυτό, για το οποίο κάθε φορά μιλάτε; Και ‘κατανάλωνε’ ακαταπόνητη εργασία τού Λόγου (Logos) στον διάλογο σ’ αυτά τα ανανεούμενα πάντοτε ερωτήματα. Δεν ήταν όμως ο προσδιορισμός μιας έννοιας ο τελικός του στόχος, καθώς δεν μπορούσε ποτέ να σταματήση σ’ έναν ορισμό, στον οποίον και έφτανε. Γιατί πίσω από κάθε ξεχωριστό ερώτημα και πίσω από όλα τα ερωτήματα συνολικά βρισκόταν το τελευταίο: πώς έπρεπε να ζήση υπηρετώντας την πόλη ο άνθρωπος, η οποία ‘θέλει’ τον ενάρετον άνθρωπο, και υπηρετώντας τον Θεό, που ‘θέλει’ τον αγαθό άνθρωπο στη διευθετημένη (νομοθετημένη…) πόλη. Κι επειδή ήταν ο ίδιος αυτός ο άνθρωπος, γι’ αυτό και γνώριζε ο Σωκράτης, ότι υπήρχε μια απάντηση, και προσδιορίζονταν απ’ αυτήν τη γνώση η μορφή τού Διαλόγου του. Και έστρεφε με τα ερωτήματά του προς τα εκεί τούς άλλους, όπου και έπρεπε να υπάρχη αυτή η απάντηση. Ρωτούσε: τί είναι…; Έπρεπε να είναι λοιπόν μια ύπαρξη, κι ένα Όν. Μόνον όμως τα μάτια τού Πλάτωνα είδαν, και βρήκε στο Είδος αυτό που δίδασκε, κι αυτό που ζούσε ο Σωκράτης.
Δεν πρόκειται για μια βιογραφική βέβαια περιέργεια, που θα είχε εξάλλου εδώ λιγότερο από οπουδήποτε αλλού θέση, όταν θέλουμε διαισθητικά να αντιληφθούμε, πώς συνέλαβε την «Ιδέα» ο Πλάτων. Και θα έχη γίνει και σαφές, ότι δεν πραγματευόμαστε μ’ αυτό κάτι ιστορικά ή βιογραφικά πιθανώς σημαντικό, ασήμαντο όμως εντέλει φιλοσοφικά. Έχει μιαν πάνω από δυό χιλιάδες χρόνια ιστορία η Ιδέα, και δεν επιβαρύνθηκε καμμιά λέξη τής φιλοσοφικής γλώσσας πιο ισχυρά με τη διανοητική εργασία τών αιώνων. Μόνον το πλατωνικό Είδος δεν είναιφιλοσοφία απ’ τη φιλοσοφία, όπως απ’ την εποχή τού Πλάτωνα και ουσιαστικά μέσα απ’ αυτόν κάθε έρευνα των Ιδεών. Και είναι γι’ αυτό ακριβώς αναγκαίο, να καταστήσουμε ξανά ορατή, τρόπον τινά στην αθωότητά της την έννοια. Δεν μπορεί να υπάρχη βέβαια μια ιστορική παράδοση για το «αρχικό βίωμα» του Πλάτωνα. Αντί γι’ αυτό ισχύει όμως, να μην επιτρέψουμε να ξεγελαστούμε απ’ την ‘άποψη’ που ακόμα και σήμερα δεν έχει εντελώς εγκαταλειφθή: ότι το Εναργές (το Παραστατικό…), το Αισθητικό και το Διαισθητικό τής Ιδέας – που δύσκολα μπορούσε και να το παραγνωρίση κανείς – ήταν μια πιθανώς ‘συγγνωστή’ (που μπορούμε δηλ. να τη ‘συγχωρέσουμε’!...), γνήσια πάντως ελληνική ‘κατολίσθηση’, αλλά μια κατολίσθηση ωστόσο απ’ την καθαρότητα της έννοιας, και ένα «διανοητικό προπατορικό αμάρτημα»· - και να εκλάβουμε μάλλον, εντελώς απλά και αισθητικά τα ονόματα, με τα οποία και χαρακτηρίζει την εμπειρία του ο Πλάτων, βλέποντάς τα μαζί με τους μύθους και τις εικόνες του. Και ακριβώς εξαιτίας εκείνης τής αρχής και προέλευσης, δεν μας επιτρέπεται να περιγράψουμε εκ των προτέρων εννοιολογικά, «τί είναι η Ιδέα», η οποία αξίζει άλλωστε και για τον Πλάτωνα περισσότερο από κάθε τι άλλο να εννοιολογηθή, δεν μπορεί όμως ποτέ να εκφρασθή πλήρως με έννοιες. Προφυλασσόμαστε όμως επίσης και απ’ το να καθορίσουμε οτιδήποτε για το είδος τής «διαίσθησης» και θέλουμε να προειδοποιήσουμε κατηγορηματικά, απ’ το να την περιγράψουμε ως μιαν εκστατική πράξη με τη σημερινά συνηθισμένη έννοια της λέξης. Δεν γίνεται εδώ παρά η ‘απόπειρα’, να προσδιορίσουμε το σημείο, όπου και συνάντησε αναζητώντας την αληθινή Πολιτεία εκείνην την περιοχή ο Πλάτων, που για να την χαρακτηρίση τού ‘χρησίμευσαν’ οι λέξεις Είδος και Ιδέα. Θα πρέπη όμως να ‘εισχωρήσουμε’ τότε απ’ αυτό το σημείο και στο Σύνολο ή Όλον.
Όποιος έβλεπε τις αιώνιες μορφές με τα μάτια τής ψυχής, τόσο σίγουρα, ή μάλλον ασύγκριτα πιο σίγουρα απ’ ό,τι τις γήινες με τα σωματικά μάτια, γι’ αυτόν είχαν χάσει οι «διπλοί λόγοι» τών σοφιστών κάθε νόημα. Το ότι ήταν καλό και κακό ένα· το ότι ήταν το ίδιο πράγμα για τον μεν καλό και για τον άλλον κακό, και για τον ίδιον άνθρωπο άλλοτε καλό και άλλοτε κακό· και ότι το ίδιο συνέβαινε με το Ωραίο και το Άσχημο, το Δίκαιο και το Άδικο, το Αληθινό και το Ψευδές: όλα αυτά αποδεικνύονταν ένα ‘παιχνίδι’ με άδειες λέξεις γι’ αυτόν, που είχε δη το «Ωραίο» και το «Δίκαιο» και το «Αληθινό». Και δεν μπορούσε να ρωτήση κανείς πια, αν υπάρχη (όντως…) Δικαιοσύνη, ή αν ήταν μόνο μια λέξη χρήσιμη στον ‘αγώνα’, αβάσιμη και σαθρή όμως στον εαυτό της. Και δεν μπορούσε και να αμφιβάλη τότε κανείς, για το αν ήταν ή όχι διδακτό (αν μπορούσε ή δεν μπορούσε να διδαχθή…) αυτό το Δίκαιο. Αν ήταν, κι αν υπήρχε το Δίκαιο, κι αν ήταν ένα Είδος (ορώ, έβλεπον, είδον…), τότε γινόταν κανείς δίκαιος, όταν το έβλεπε. « Ή νομίζεις – λέει ο Σωκράτης τής ‘Πολιτείας’ – πως είναι καν δυνατό, να μη μιμηθή κανείς αυτό στο οποίο και ‘χρονοτριβεί΄ θαυμάζοντάς το; (ή οίει τινά μηχανήν είναι, ότωι τις ομιλεί αγάμενος, μη μιμείσθαι εκείνο;). Ο φιλόσοφος που ‘χρονοτριβεί’ λοιπόν στο Θεϊκό και Διευθετημένο (αυτό που έχει τάξη και ρυθμό…), ‘διευθετείται’ και γίνεται (κι αυτός…) θεϊκός κατά την ανθρώπινη δυνατότητα». Αν ίσχυε όμως αυτό, δεν υπήρχε τότε παρά μια και μοναδική ‘εργασία’: να ανοίξης τα μάτια (και…) στους άλλους γι’ αυτό που έβλεπες ο ίδιος. Και δεν επρόκειτο για την αγωγή τού ενός μόνο. Αν διαλύονταν η πόλη, επειδή δεν τιμώνταν πια η Θέμις και η Δίκη στο ‘ποίμνιό’ της, έπρεπε να θεμελιωθή εκ νέου γύρω απ’ το Είδος τής Δικαιοσύνης, και γενικώς γύρω απ’ τοΕίδος, και τελικά και ύψιστα γύρω απ’ το αρχέτυπο του «Αγαθού», ως τοθεϊκό (εκείνο…) κέντρο που διευθετεί και συνδέει. Αυτό και τίποτα άλλο δεν εννοεί και το ‘επίγραμμα’ (Epigramm – ο επιγραμματικός λόγος…) τού Πλάτωνα, ότι δεν διαβλέπεται κανένα τέλος τής δυστυχίας, πριν να κυριαρχήσουν οι φιλόσοφοι ή να αναζητήσουν αυτοί που κυριαρχούν (οι άρχοντες…) με γνήσιο τρόπο την αλήθεια. Πρόκειται για μια διαφορετική και μόνο έκφραση εκείνης τής «συστηματικής» συνάφειας, που είχε πάντοτε γι’ αυτόν υπάρξει – όχι εκ συστάσεως (όπως είχε συσταθή δηλ. η πόλη…) αλλά απ’ τη βιωμένη αναγκαιότητα -  μεταξύ «Είδους» και «Πόλης».
( συνεχίζεται )
http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

P A U L F R I E D L Ȁ N D E R Π Λ Α Τ Ω Ν (1)




                  P A U L   F R I E D L Ȁ N D E R
                                                       Π Λ Α Τ Ω Ν

        ( 1ος τόμος:  Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής )
                      ( Τρίτη, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση -
                                Walter de Gruyter u. Co, Berlin 1964 )

                   ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ (1928)

Πριν από δέκα σχεδόν χρόνια – στις αξέχαστες μέρες τού «γερμανικού πολεμικού Πανεπιστημίου τής Βίλνα – μίλησε ο συγγραφέας πρώτη φορά για τον Πλάτωνα, με την απροσδιόριστη ακόμα συνείδηση ότι είχε να πη κάτι ‘δικό’ του γι’ αυτόν, κι ωστόσο όχι μόνον υποκειμενικό. Όποιος βρέθηκε μέσα στα χρόνια τού πολέμου, στις τάφρους τής Ypern και στα ρωσικά καταφύγια, μόνος συχνά με τα πλατωνικά έργα, γι’ αυτόν πρέπει να ήταν αυτά τα δράματα κι αυτός ο κόσμος τής φιλίας και του νείκους, με μιαν άγνωστη μέχρι τότε δύναμη ζωντανά. Δεν υπήρχε βέβαια ούτε ‘εξ αποστάσεως’ η σκέψη τότε για οποιαδήποτε επιστημονική εργασία, σ’ έναν καιρό όπου κάθε μέλλον, και πόσο μάλλον ένα επιστημονικό μέλλον, ‘χάνονταν’ μέσα στο άγνωστο. Υπήρξε όμως κάθε τι άλλο παρά σύμπτωση το ότι γινόταν, μέσα στα συγχεχυμένα σύνορα πολέμου και ειρήνης, οδηγός ο Πλάτων, και το ότι επιτεύχθηκε γενικώς, σ’ αυτήν την επιστημονική πλέον εργασία, η επιστροφή στην επιστήμη.
 Δέχτηκα ποικίλη υποστήριξη, συνομιλώντας ή με κριτική στα ήδη γεγραμμένα, προπάντων απ’ τους Fritz Klingner, Nikolai Hartmann, Ernst RobertCurtius, Rudolf Bultmann, Martin Heidegger και Hans-Georg Gadamer, τους οποίους και ευχαριστώ όλους.

                 Marburg, 18 Ιανουαρίου 1928

                                 ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γιατί ένα ακόμα βιβλίο για τον Πλάτωνα, στα πολλά που ήδη υπήρχαν, και που γράφονται πάντοτε εκ νέου; Ο συγγραφέας βρισκόταν τότε ανάμεσα σε δυό ‘μέτωπα’. Το ένα το ‘κατελάμβαναν’ οι νέο-καντιανοί και άλλες κατευθύνσεις τής φιλοσοφικής παράδοσης. Το λογοτεχνικό και ποιητικό στοιχείο τού Πλάτωνα δεν είχε καμμιά βασική αξία για τους φιλοσόφους· ήταν ένα ‘πάρεργο’ του φιλοσοφικού περιεχομένου. Το άλλο μέτωπο το καθοδηγούσε ο μεγάλος εκπρόσωπος της κλασσικής φιλολογίας, στον οποίον και αφιέρωσα εξαρχής το παρόν βιβλίο και στον οποίον μένει πάντοτε αφιερωμένο: ο Ulrich von Willamowitz-Moellendorff, ο οποίος και έγραψε τη βιογραφία τού Πλάτωνα και ανέλυσε τα κείμενά του, αφήνοντας όμως συχνά το πραγματικά φιλοσοφικό στοιχείο στους φιλοσόφους.
                Το να γεφυρωθή αυτή η αντίθεση ήταν τότε και είναι και σήμερα η αποστολή μας. Γι’ αυτό και ‘ονομάζεται’ «Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής», απ’ τη δεύτερη ακόμα έκδοση, ο υπότιτλος του πρώτου τόμου. Κάτι που ισχύει και για τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε αντί γι’ αυτό: «Ιδέα και ύπαρξη».
                Το κείμενο και οι παρατηρήσεις αναθεωρήθηκαν με ακρίβεια γι’ αυτήν την τρίτη έκδοση, που δεν διαφέρει ωστόσο ριζικά απ’ τη δεύτερη. Ουσιαστικές αλλαγές υπήρξαν μόνο στη ‘διαμάχη’ με τον Heidegger στο ΧΙ Κεφάλαιο. Ο δε Huntington Cairns επέτρεψε να ανατυπωθή εδώ η πραγματεία του «Plato as Jurist» ως Κεφάλαιο ΧVΙ, όπως έχει ήδη συμβή στην αγγλική έκδοση του «Πλάτωνα», τόμος 1ος. Κάτι που βοηθά, μαζί με τα Κεφάλαια XIV,XV και XVII, στο να συμπληρωθή η εικόνα τής καθολικότητας του Πλάτωνα.
Los Angeles, Californien, στις 24 Απρίλη 1964.

                                              Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
                                                        Μέρος  Ι
Κεφάλαιο  Ι :  Κέντρο και περιφέρεια.
Κεφάλαιο  ΙΙ :  Δαίμων.
Κεφάλαιο  ΙΙΙ :  Αρέτων.
Κεφάλαιο  IV:  Ακαδημία.
Κεφάλαιο  V :  Το γραπτό έργο.
Κεφάλαιο  VI :  Ο Σωκράτης στον Πλάτωνα.
Κεφάλαιο  VII :  Ειρωνία.
Κεφάλαιο  VIII :  Διάλογος.
Κεφάλαιο  IX :  Μύθος.

                                                     Μέρος  ΙΙ

Κεφάλαιο  Χ :  Διαίσθηση και κατασκευή
                                      (Μια γέφυρα προς τον Bergson και τον Schopenhauer).
Κεφάλαιο  ΧΙ :  Αλήθεια
                                         (Μια ‘αντιπαράθεση’ του συγγραφέα προς τον εαυτό      
                                         του και προς τον Martin Heidegger).
            Κεφάλαιο  ΧΙΙ :  Διάλογος και ύπαρξη
                                           (Ένα ερώτημα στον Karl Jaspers).
            Κεφάλαιο  ΧΙΙΙ :  Για τις πλατωνικές επιστολές.
 Κεφάλαιο  XIV :  Ο Πλάτων ως ατομικός φυσικός
                                             (Ατομική σύνθεση και ατομική διάσπαση στον
                                             πλατωνικό «Τίμαιο»).
            Κεφάλαιο  XV :  Ο Πλάτων ως γεωφυσικός και γεωγράφος
                                            (Οι απαρχές τής γεωγραφίας τής υδρογείου).
            Κεφάλαιο  XVI :  O Πλάτων ως νομικός – Υπό: Hundington Cairns.
 Κεφάλαιο  XVII :  Ο Πλάτων ως ‘σχεδιαστής πόλεων’

                                (Η ιδανική πόλη τής Ατλαντίδος).
               Κεφάλαιο  XVIII :  Ο Σωκράτης στη Ρώμη.
                  

                             ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Ι  /  ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ

                   «Κάποτε που ήμουν νέος» - έτσι γράφει ο εβδομηνταπεντάχρονος Πλάτων στην επιστολή του – μανιφέστο «Στους φίλους και οπαδούς τού Δίωνα» - «μου συνέβαινε όπως βέβαια και σε πολλούς: σκόπευα, μόλις θα γινόμουν κύριος του εαυτού μου, να εισέλθω κατευθείαν στις ενασχολήσεις τής πολιτικής μου κοινότητας. Και με βρήκαν στην ζωή τής πόλης ορισμένες συμπτώσεις τού εξής είδους: Επειδή εχθρεύονταν πολλοί το τότε πολίτευμα, το ανέτρεψαν. Και σ’ αυτήν την ‘ανατροπή’εμφανίστηκαν πενηνταένας άνδρες στην κορυφή ως κυβερνώντες, έντεκα στην πόλη, δέκα στον Πειραιά, και τριάντα σχημάτισαν την ύψιστη κυβερνητική αρχή με απεριόριστη ισχύ. Ανάμεσά τους είχα κάποιους συγγενείς και γνωστούς, και με κάλεσαν έτσι αμέσως, σαν να μου άρμοζε, να πάρω μέρος σ’ αυτά τα πράγματα. Και μου συνέβη αυτό που δεν ήταν αξιοθαύμαστο για τη νεότητά μου: πίστεψα, πως θα οδηγούσαν πλέον την πόλη κυβερνώντας την, απ’το να ζη άδικα στη δικαιοσύνη. Συγκέντρωσα λοιπόν με μεγάλην ένταση τον νου μου σ’ αυτό το οποίο θα έκαναν. Καθώς όμως είδα πως αυτοί οι άνθρωποι απεδείκνυαν, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ως καθαρό χρυσάφι το προηγούμενο πολίτευμα – ήθελαν ανάμεσα στα άλλα, να αποστείλουν τον ηλικιωμένο φίλο μου Σωκράτη, που επιθυμώ να τον ονομάσω, χωρίς κανέναν φόβο, τον δικαιότερο άνθρωπο εκείνης τής εποχής, μαζί με άλλους ενάντια σ’ έναν απ’ τους πολίτες, για να τον θανατώση βίαια, ώστε να τον καταστήσουν προφανώς μέτοχο στις πράξεις τους, είτε το επιθυμούσε είτε όχι, κι εκείνος αρνήθηκε να υπακούση, διαλέγοντας το χειρότερο για τον εαυτό του, παρά να γίνη συνένοχος σε ασεβείς πράξεις, - καθώς τα παρατηρούσα λοιπόν όλα αυτά κι άλλα ακόμα που δεν ήταν καθόλου ασήμαντα τέτοιου είδους, με κατέλαβε μια αηδία και αποσύρθηκα από κείνη τη διαφθορά. Δεν πέρασε πολύς καιρός, και ανατράπηκαν οι Τριάκοντα και μαζί τους και όλο εκείνο το σύστημα. Και με τράβηξε πάλι, με λιγότερη βέβαια δύναμη, αλλά πάντως η νοσταλγία να συμπράξω στην κοινή μας ύπαρξη. Συνέβαιναν οπωσδήποτε, μέσα και στη σύγχυση που επικρατούσε τότε, πολλά που θα μπορούσαν να αγανακτήσουν κάποιον. Και δεν ήταν να πης και εκπληκτικό, που εκδικούνταν σκληρά κάποιοι άνθρωποι τους εχθρούς τους καθώς προχωρούσε η επανάσταση. Προσπάθησε τότε να συγκρατηθή πολύ το κόμμα που επέστρεφε στα πράγματα. Και συνέβη παρ’ όλ’ αυτά η καινούργια συμφορά, να σύρουν ορισμένοι που κατείχαν την εξουσία, τον σύντροφό μας, αυτόν ακριβώς τον Σωκράτη, μπροστά στο δικαστήριο, με μιαν άκρως εγκληματική κατηγορία, που ταίριαζε ωστόσο ελάχιστα απ’ όλους στον Σωκράτη. Γιατί επρόκειτο για την κατηγορία πως ασέβησε στους θεούς τής πόλης, που την αποδέχτηκαν οι δικαστές και οδήγησαν τον άνθρωπό μας στον θάνατο, ο οποίος δεν είχε θελήσει να πάρη μέρος στην εγκληματική φυλάκιση ενός πολιτικού συντρόφου τού εξόριστου τότε κόμματος, όταν ήταν οι ίδιοι οι τωρινοί εξόριστοι και δυστυχισμένοι. Όπως παρατηρούσα λοιπόν αυτά τα καθέκαστα, και τους ανθρώπους που είχαν στα χέρια τους τα πράγματα της πόλης, και τους νόμους και τα έθιμα, κι όσο περισσότερο τα διέκρινα όλ’ αυτά, κι όσο περισσότερο μεγάλωνα στην ηλικία, τόσο δυσκολώτερο μου φαινόταν, να διοικήση κανείς με σωστόν τρόπο την πόλη. Γιατί χωρίς συμφιλιωμένους ανθρώπους και πιστούς συντρόφους ήταν παντελώς αδύνατο να κάνης κάτι – και δεν ήταν εύκολο να τους βρης ανάμεσα στους παλιούς γνωστούς, επειδή δεν ζούσε πια με τα έθιμα και την πράξη τών πατέρων μας η πόλη, και ήταν αδύνατο να αποκτήσης άλλους χωρίς μεγάλη δυσκολία – ενώ αυξάνονταν αντίθετα η διαφθορά στη νομοθεσία και στα ήθη σ’ έναν εκπληκτικό βαθμό. Μου συνέβη λοιπόν, εγώ που είχα αισθανθή κατ’ αρχάς τόσο μεγάλην παρόρμηση να εργασθώ στην κοινότητά μας, να κυριευθώ τελικά από έναν ίλιγγο κοιτάζοντας αυτά τα πράγματα και να τα βλέπω όλα εντελώς γκρεμισμένα. Δεν σταμάτησα βέβαια τις παρατηρήσεις μου, για το πώς θα μπορούσε να βελτιωθή η κατάσταση σ’ αυτά ακριβώς τα πράγματα και γενικώς στο συνολικό σύστημα της πόλης. Για να πράξω όμως περίμενα πάντοτε την κατάλληλη στιγμή, μέχρι που κατανόησα και έκρινα τελικά, πως όλες οι τωρινές πόλεις έχουν συνολικά και η κάθε μια ξεχωριστά άσχημα πολιτεύματα. Γιατί δεν μπορεί σχεδόν να θεραπεύση κανείς τούς νόμους τους, παρά μόνον αν συμπέση μια συνειδητή και αξιοθαύμαστη ακριβώς δράση με μιαν ευνοϊκή σύμπτωση. Και βρέθηκα έτσι υποχρεωμένος να επαινέσω τη σωστή φιλοσοφία και να δηλώσω, πως μόνο μέσα απ’ αυτήν μπορούμε να γνωρίσουμε τί είναι δίκαιο στην πόλη και στην ζωή τού καθενός μας. Δεν θα τελειώση λοιπόν ποτέ η δυστυχία στα γένη τών ανθρώπων, μέχρι να αποκτήση ισχύ στην πόλη το γένος εκείνων που φιλοσοφούν ορθά και αληθινά, ή που θα βοηθούσε, μέσα από μιαν οποιαδήποτε θεϊκή προσταγή, το γένος αυτών που έχουν την πολιτική εξουσία να φιλοσοφή πραγματικά. Μ’ αυτήν την πεποίθηση ήρθα κι εγώ στην Ιταλία και τη Σικελία, πηγαίνοντας εκεί για πρώτη φορά».
Έτσι έβλεπε ο γηραιός Πλάτων την εποχή τής πνευματικής του διαμόρφωσης ανάμεσα στα 18 και τα 40 χρόνια τής ζωής του. Ίσως έχει δίκαιο ο Goethe που λέει, πως «δεν μπορεί κανείς να μοιραστή τον ιδιαίτερο τρόπο, με τον οποίον και παρατηρεί κάποιος την ζωή του που πέρασε», και θα δεχόμασταν έτσι με ευγνωμοσύνη όλες τις μαρτυρίες, που θα μας επέτρεπαν να συμπληρώσουμε αυτήν την αυτο-μαρτυρία ή να δούμε και από άλλες πλευρές αυτό που εδώ κατατίθεται. Για να γνωρίσουμε ωστόσο το πώς διαμορφώθηκε ο Πλάτων, δεν διαθέτουμε εν τέλει παρά μόνον αυτό το κομμάτι αυτοβιογραφίας – που μπορεί να διαβεβαιώση ασφαλώς τη θέση του, απέναντι στους πολλούς που προσπάθησαν να αμφισβητήσουν αυτό το ‘γράμμα-μανιφέστο’, αλλά κι απέναντι στη σκέψη (Skepsis) τού μοναδικού Νίτσε, που «δεν θα πίστευε μιαν ιστορία τής ζωής τού Πλάτωνα γραμμένην απ’ τον ίδιον, τόσο λίγο όσο και του Ρουσσώ ή τής Vita Nuova του Δάντη».
Κάθε ντοκουμέντο αντιλέγει ούτως ή άλλως στις διαδεδομένες παραστάσεις για τον Πλάτωνα. Μεγάλοι στοχαστές τών μεταγενέστερων αιώνων τον είδαν ως ‘προηγούμενόν’ τους. Και ανήκει στην ιστορία τής δυτικοευρωπαϊκής μεταφυσικής. Ανακαλύπτει, μέσα στη δική τους προβληματική, αλήθειες βασισμένες σε αλήθειες, που τις έχουν ανακαλύψει άλλοι φιλόσοφοι, όπως ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος κι ο Σωκράτης, και συνεχίζουν άλλοι φιλόσοφοι τα προβλήματά ‘του’. «Μετά τις προαναφερθείσες φιλοσοφίες εμφανίστηκε η διδασκαλία τού Πλάτωνα, που τις ακολουθούσε γενικά, προσκομίζοντας όμως σε κάποια πράγματα και τα ‘δικά’ της, που διέφεραν απ’ τη φιλοσοφία τών Ιταλιωτών». Μπορεί να προβάλη κανείς οξύτερα, σε ένα εντελώς συγκεκριμένο ιστορικό πεδίο προβλημάτων, τηδημιουργική πληρότητα, απ’ ό,τι το κάνει εδώ ο Αριστοτέλης (Μεταφυσική Α 6); Σ’ αυτόν μπορεί λοιπόν να στηριχθή εκείνη η μορφή σκέψης. Και θα αναρωτιόμασταν, αν θα μπορούσε να δη κι ο ίδιος ο Πλάτων τον εαυτό του σ’ αυτήν τη διάσταση, καθώς ακούμε τον Σωκράτη να αφηγείται για τη δική του φιλοσοφική διαμόρφωση στον «Φαίδωνα». Κάτι που μένει ωστόσο αναπάντητο, ενώ δεν αναφέρεται και τίποτα το σχετικό στην Επιστολή.
Δεν επισκοπούμε βέβαια έτσι πλήρως την Επιστολή. Και το αποδεικνύει αυτό ήδη η έννοια της «φιλοσοφίας», που εμφανίζεται στο τέλος, χωρίς και να λέγεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, πώς έφτασε κανείς σ’ αυτήν τη φιλοσοφία. Ο Πλάτων είναι γνωστός ως εκείνος που ανακαλύπτει έναν μεταφυσικό κόσμο, και η ορθή φιλοσοφία, για την οποία και μιλά στο γράμμα, τί άλλο μπορεί να είναι απ’ τη γνώση τών αιωνίων ακριβώς μορφών και του αληθινού τους Είναι; Αλλά δεν μετοίκησε, για να ‘φθάση’ σ’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο. Αναζητούσε την πόλη, κι αναζητώντας την αληθινή πόλη συνάντησε το βασίλειο των Ιδεών.
                Το πώς μπορεί να κατανοηθή ακριβέστερα αυτό, και το ότι δεν μπορούσε καν να συμβή διαφορετικά, γίνεται σαφέστερο απ’ τις ιστορικές προϋποθέσεις, μέσα στις οποίες μεγάλωσε ο Πλάτων. Δεν ήταν προορισμένος απ’ τον τόπο και τον χρόνο που γεννήθηκε, κι απ’ την κοινωνική τάξη τής καταγωγής του, να ζήση ως φιλόσοφος, έτσι όπως γεννιέται εδώ και αιώνες ένας άνθρωπος για τη ‘μεγάλη’ φιλοσοφία, που διατρέχει τις γενιές τών ανθρώπων. «Όταν άρχισα να φιλοσοφώ», γράφει κάπου ο Dilthey. Δεν θα μπορούσε να το πη αυτό κι ο Πλάτων. Γιατί ήταν εντελώς διαφορετική η πνευματική θέση ενός ανθρώπου, που είχε γεννηθή στις αρχές τού μεγάλου πολέμου στην Αθήνα, από μιαν επιφανή γενιά.
             Η Αττική βρισκόταν, μια μικρή χώρα από γαιοκτήμονες, χωρικούς και ναυτίλους, στο λυκαυγές ακόμα τής δικής της μέρας, τότε που έλαμπε ήδη φωτεινός ο ήλιος του Ομήρου πάνω απ’ την Ιωνία. Το κύμα τών επιστημών και της μεταφυσικής, που είχε ‘σηκωθή’ στη Μίλητο και είχε περάσει απέναντι στις ιταλικές αποικίες, δεν άγγιζε την Αθήνα. Ενώ υπολόγιζαν εκεί στην Ιωνία εκλείψεις τού ήλιου και κατασκεύαζαν χάρτες τής γης και υδρόγειες σφαίρες και ερευνούσαν τις πρώτες αρχές ύπαρξης του κόσμου, οικοδομούσαν ο Σόλων κι ο Πεισίστρατος την πόλη τών Αθηναίων και άνοιγαν στις πλούσιες τέχνες τής Ανατολής την είσοδο στον νεαρό λαό. Κι ενώ ανυψώνονταν στην Ιωνία και στη Μεγάλη Ελλάδα το ένα και χωρίς αντιθέσεις Είναι κι ο νόμος τού αιώνιου και αιώνια αντιθετικού Γίγνεσθαι αμοιβαία σε κυρίαρχους του κόσμου, και προχωρούσε η έρευνα για την τάξη, τα ‘υλικά οικοδομής’ και το νόημά του, θεμελίωνε η Αθήνα την πόλη τών ελεύθερων πολιτών, πολεμούσε τους Πέρσες και δώριζε στον κόσμο την τραγωδία. Απέστελνε βέβαια η ιωνική φυσική φιλοσοφία τον πρώτο της μεγάλο εκπρόσωπο, τον Αναξαγόρα, στην Αθήνα, που η καινούργια του σοφία κατακτούσε τον ‘κυβερνήτη’ Περικλή, καθώς επίσης και τον ποιητή Ευριπίδη. Ήταν όμως ένας ξένος, και ξένοι ήταν επίσης και όλοι οι νεώτεροι «φυσιολόγοι», που συναντούσαν την επιδοκιμασία, τον περίγελω ή την εχθρότητα στην Αθήνα. Κι έφτασε σύντομα  κι ο καιρός, που έβγαζε κανείς απ’ τις αντιφάσεις αυτής τής φυσιολογίας κι απ’ τους «γνωσιοθεωρητικούς» συλλογισμούς τών προγενεστέρων τα σκεπτιστικά (skeptisch) του συμπεράσματα.
Ήρθαν κι ο Γοργίας κι ο Πρωταγόρας, οι σοφιστές, ως επισκέπτες στην Αθήνα. Σ’ αυτούς προσέτρεχε η αθηναϊκή νεολαία, γιατί εκεί μάθαινε έναν νέον τρόπο τού αγαπημένου της αγωνίσματος και προσφέρονταν στη δίψα της για δύναμη άγνωστα μέχρι τότε όπλα. Αν και υποδέχονταν όμως με τιμές τούς πωλητές αυτής τής καινούργιας πραμάτειας, κανένας Αθηναίος δεν θα επιθυμούσε να εξασκήση το επάγγελμά τους. «Δεν θα ντρεπόσουν να εμφανιστής ως δάσκαλος της σοφίας μπροστά στους Έλληνες;» ρωτά ο Σωκράτης στον Πλάτωνα έναν νεαρόν Αθηναίο, που δεν μπορεί να γίνη αρκετά γρήγορα μαθητής τού Πρωταγόρα που μόλις κατέφθασε. «Ναι μα τον Δία, Σωκράτη μου, αν πρέπη να πω αυτό που σκέφτομαι» είναι η απάντηση, που θα μπορούσε να εκληφθή και ως ομολογία κάθε καλλιεργημένου Αθηναίου.
Ο Αριστοτέλης αφηγείται, εκεί όπου εντάσσει τη φιλοσοφία τού δασκάλου του στη συνέχεια των μεταφυσικών συστημάτων (Μετ. Α6), πως ο Πλάτων σχετίστηκε με εμπιστοσύνη στη νεότητά του με τον ‘ηρακλείτιο’ Κρατύλο, και πως έμαθε απ’ αυτόν τη διδασκαλία τού αιώνιου ποταμού (που είναι η ζωή…) και της αδυναμίας μας για αληθινή γνώση. Του έδειξε όμως μετά κάτι στις ηθικές έννοιες ο Σωκράτης, που δεν ανήκει στον κόσμο τών αισθήσεων, κι έτσι το ονόμασε αυτό «Ιδέες» ο Πλάτων. Δεν μπορεί να παρεξηγήση κανείς χειρότερα τον Αριστοτέλη, απ’ το να μεταστρέψη αυτήν την ‘κατασκευή’, που έχει μόνον ως προς τα ίδια τα δικά του προβλήματα νόημα, σε μιαν ιστορική αφήγηση για την αληθινή πνευματική εξέλιξη του Πλάτωνα.Γιατί δεν είναι βέβαια μετά και δύσκολο, να προϋποθέσουμε στη σκεπτιστική περίοδο της ζωής του και μιαν ακόμα, υλιστική. Δεν θα χρειαζόταν παρά να εκλάβουμε βιογραφικά την αφήγηση του Σωκράτη για τη φιλοσοφική του διαμόρφωση στον «Φαίδωνα», και να τη μεταφέρουμε στον Πλάτωνα. Παραιτούμενοι ωστόσο από τέτοιου είδους σύγχρονες υποθέσεις, μπορούμε να πούμε, πως δεν γνωρίζουμε ούτε στο ελάχιστο, πόσο βαθειά τού ‘πέρασαν’ γενικώς τότε τέτοιες «φιλοσοφικές» σκέψεις, που έφτασαν σ’ αυτόν  απ’ τον Κρατύλο και σίγουρα μέσα κι από άλλους. Αλλά ακόμα κι αν είχε φτάσει σε μιαν απελπισία για κάθε γνώση – κάτι που ταιριάζει μάλλον στον δόκτωρα Φάουστ παρά σ’ έναν αρχαίον άνθρωπο - , υπήρχε ωστόσο ακόμα ο κόσμος τής πράξης. Κι αν μπορούσε (όντως…) να πράξη, τότε θα του έφευγαν ίσως κι όλες οι ‘σκοτούρες’, όχι πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι η απαισιοδοξία τού Μπάυρον και οι ‘σκέψεις’ (Skepsis) για τον νεαρό Μπίσμαρκ του Φόυερμπαχ, μόλις άρχισε να τον συνεπαίρνη η ζωή.
Όχι, ένας Αθηναίος, που στη διαίσθησή του υπήρχε το όνομα του Σόλωνα, δεν μπορούσε στο τέλος ακόμα τού 5ου αιώνα παρά να θέλη να γίνη πολιτικός. Το «να γίνης καθοδηγητής τής πόλης», αυτό το θέλει ο καθένας στα είκοσί του χρόνια ή κι ακόμα νωρίτερα: ο Αλκιβιάδης στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, ο αδελφός τού Πλάτωνα Γλάυκων στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, κι ο ίδιος ο Πλάτων στις ‘αναμνήσεις’ του στη μεγάλη Επιστολή. Με μόνη τη διαφορά, ότι ξεκινά γι’ αυτόν εδώ εκείνος ο βαθύς προβληματισμός, που έφερε και τη (μεγάλη…) στροφή στην ζωή του.
Όσο περισσότερο εισέρχεται σ’ αυτό που είναι ουσιαστικό η ζωή ενός ανθρώπου, τόσο συμβολικώτερα βλέπει αυτά που συμβαίνουν μπροστά του. Κι ο Πλάτων είδε άμεσα την αποσύνθεση της Αθήνας στη μοίρα τού Σωκράτη. Αν δεν υπέφερε πια τον πιο πιστό της υπηρέτη αυτή η πόλη, που ήταν πάντοτε έτοιμος να πεθάνη γι’ αυτήν και πέθανε πράγματι για τους νόμους της – αν ήθελαν να τον καταστήσουν συνένοχο στις βιαιότητές τους οι αριστοκρατικοί επαναστάτες, εκείνον που πολέμησε πάντα τη θέληση της περιστασιακής πλειοψηφίας και αξίωσε τη διακυβέρνηση των «αρίστων» - κι αν τον καταδίκασε, με μιαν ανήκουστη διαστροφή κάθε έννοιας, η δημοκρατική ακριβώς παλινόρθωση, αυτόν που απέτρεψε τους ολιγαρχικούς απ’ το να στραφούν ενάντια ακριβώς σ’ έναν οπαδό τής δημοκρατίας – έ, τότε δεν υπήρχε πια η πόλη που είχαν δημιουργήσει και στην οποία είχαν δράσει οι προπάτορες, αλλά ο χώρος της είχε πληρωθή από μιαν πολιτική ορμή, απολυμένη απ’ τις βαθύτατες (εκείνες…) ρίζες.
Να είσαι πολιτικός: αυτό δεν ήταν για τον Πλάτωνα, όταν είχε αποφασίσει να γίνη πολιτικός, ένα ξεχωριστό απ’ την (υπόλοιπη…) ζωή επάγγελμα. Γιατί και ο Αριστοτέλος συνόψισε ορίζοντας ως ένα «πολιτικό όν» τον άνθρωπο μόνον αυτό εννοιολογικά, που ζούσε ο καθένας. Πώς θα αποκτήσω αρετή (Arete) και πώς θα γίνω (αληθινός…) πολιτικός: αυτά ήταν και τα ερωτήματα, που ετίθεντο μπροστά στον καθέναν που διαμορφωνόταν ακόμα, και που ενώνονταν και τα δυό τελικά σε ένα. Κι αν δεν μπορούσε να γίνη κανείς πολιτικός, αυτό δεν ήταν – όπως π.χ. σήμερα – η αφορμή για να διαλέξη ένα άλλο επάγγελμα, αλλά ακυρώνονταν ο άνθρωπος στην ίδια του την ουσία. Σήμαινε λοιπόν εκείνη η αδυναμία, που την είδε να παριστάνεται στη μοίρα τού Σωκράτη ο Πλάτων, είτε την καταστροφή τής ζωής είτε (όμως και…) το αίτημα, να θεμελιωθή σ’ ένα εντελώς άλλο επίπεδο η ζωή. Κι αυτό σήμαινε με τη σειρά του – αφού ήταν ακόμα μακριά ο καιρός, που θα τοποθετούσε τον καθέναν ξεχωριστά, χωρίς να μεσολαβή η ύπαρξή του ως μέλους τής κοινότητάς του, στο σύμπαν – την ανασύσταση του ανθρώπου και ταυτόχρονα και της πόλης του. Και δεν είχε μήπως ήδη δείξει ο Σωκράτης, πώς έπρεπε να το ξεκινήση κανείς αυτό; Δεν έπρεπε να ‘μπαλώνη’ κανείς πια τους θεσμούς, αλλά έπρεπε να ανανεωθή η ουσία. Χωρίς να καταστή «ενάρετος» οάνθρωπος, ήταν αδιανόητη η αρετή τής πόλης. Και διδάσκοντας ο Σωκράτης να ρωτάμε για την «αρετή», είχε ήδη ξεκινήσει αυτό το έργο τής ανανέωσης. Ήταν μάλιστα ο μόνος που γνώριζε, τί ήταν απαραίτητο, και υπήρξε έτσι ο μοναδικός πράγματι πολιτικός άνθρωπος (Γοργίας 521D). Κι όταν αξίωνε μέσα απ’ το δικό του στόμα ο Πλάτων, ότι έπρεπε να κυβερνούν οι φιλόσοφοι ή να γίνονται οι άρχοντες φιλόσοφοι, δεν αποτελούσε αυτό μιαν «υπέρβαση της φιλοσοφικής αυτοσυνειδησίας» (Burckhardt), αλλά επιγραμματικά το φρόνημα, που αναπτύσσονταν ακριβώς στον πολιτικό (άνδρα…) απ’ το βίωμα εκείνης τής ώρας τού κόσμου και τη σωκρατική παρουσία μέσα σ’ αυτήν.
Δεν μπορούμε ωστόσο παρά «να μοιραστούμε μαζί του» τελικά «τον ιδιαίτερο τρόπο, με τον οποίον και παρατηρεί την παρελθούσα του ζωή ο Πλάτων». Πρόκειται βέβαια για ένα πολύ πλούσιο ‘γίγνεσθαι’, ώστε να μπορούσε να το περιγράψη ακόμα και μια τόσο εκτεταμένη διατύπωση. Το ότι είχε ισχύ γι’ αυτόν ωστόσο το ουσιαστικό, το αποδεικνύει το ίδιο του το έργο. Η «Πολιτεία» και οι «Νόμοι» ξεπερνούν πολλαπλά σε έκταση κάθε άλλο κείμενό του. Και παρατηρώντας τη συνολική λογοτεχνική του δημιουργία, πρέπει να τοποθετήσουμε ακριβώς στο κέντρο της την «Πολιτεία», ενώ είναι το περιεχόμενο που μας δείχνει, ότι οδηγούν και οι περισσότεροι απ’ τους προηγούμενους διαλόγους κατευθείαν εκεί. Η δομή τής «Πολιτείας» προσδιορίζεται εξάλλου απ’ την εσώτατη πεποίθηση, ότι είναι ένα οι αληθινοί άρχοντες και οι αληθινοί φιλόσοφοι, ενώ επανέρχεται ακριβώς στη μέση το οξύτατο εκείνο επίγραμμα (Epigramm) της «7ης επιστολής» για τους φιλοσόφους-άρχοντες. Μοιάζει τελικά να είναι γεμάτη από ανανεούμενες συνεχώς προσπάθειες η ζωή τού Πλάτωνα, να πραγματοποιήση στην πόλη τού καιρού του και παρ’ όλες τις δυσχέρειες εκείνο το παράδοξο (Paradoxie). Τί να σημαίνη όμως τελικά αυτό το παράδοξο; Σ’ αυτό το ερώτημα απαντά μια σύντομη αναδρομή για τη φύση και την ουσία τής ελληνικής πόλης.
Η ελληνική πόλη συνδέεται εξαρχής με το θεϊκό στοιχείο. Είναι ο Δίας που παρέχει στον Όμηρο, σκήπτρο και δικαίωμα να ηγεμονεύσουν στους βασιλείς. Ο Ησίοδος καθιστά τη Θέμιδα σύζυγο του Δία και τους ‘δίνει’ ως κόρες, κοντά στις Μοίρες, τις μεγάλες οντότητες του πεπρωμένου, που δωρίζουν το καλό και το κακό στους θνητούς ανθρώπους, τις τρεις Ώρες, που με τα ονόματά τους Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη εκφράζουν τον νόμο τής ανθρώπινης και «πολιτειακής» κοινότητας και κοινωνίας. Ακόμα κι αυτός που πρόσβαλε, ως εγκληματίας ή τύραννος, το δίκαιο, αναγνώριζε τη θεϊκότητά του αναφέροντας τη λέξη Θέμις ή Δίκη. Κι όταν εμφανίστηκε κατόπιν, στη θέση τής αρχικής και αμετακίνητης βεβαιότητας, το ερώτημα και η έρευνα, θεμελίωσε ο Ηράκλειτος την πόλη στον Κόσμο (Kosmos). Γιατί «πρέπει να πολεμά» άραγες «για τους νόμους του όπως για τα τείχη του ο λαός»; Επειδή είναι ένα μέρος τής μεγάλης τάξης τού κόσμου η τάξη τής πόλης. Και δεν τρέφονται παρά από έναν και μοναδικό νόμο οι ανθρώπινοι νόμοι, δηλ. τον θεϊκό. Που ηγεμονεύει όσο μακριά αυτός θέλει, και επαρκεί για όλους (και για όλα) και υπάρχει ακόμα παραπέρα.
Πρέπει να πιστέψουμε αφαλώς, ότι δεν παίζει εδώ εκούσια με τη σκέψη ο Ηράκλειτος. Γιατί μετέθεσαν εκείνοι ακριβώς οι πρωιμότατοι στοχαστές, σαν να συναγωνίζονταν μεταξύ τους, τη Δίκη απ’ την ανθρώπινη κοινότητα στο σύμπαν. Βλέπει ο Αναξίμανδρος την τιμωρία και τον κανόνα (δίκην καί τίσιν) στην καταστροφή κάθε δημιουργίας, τα οποία και πληρώνουν για την αδικίατών ‘πράξεών’ τους (του ‘γίγνεσθαί’ τους…) τα πράγματα το ένα στο άλλο. Εμπιστεύεται δε στη Δίκη τα κλειδιά τής πύλης, μέσα απ’ την οποία και περνούν τα μονοπάτια τής μέρας και της νύχτας, ο Παρμενίδης, αλλά και τα δεσμά, στα οποία και μένει προσδεδεμένο, ακίνητο και απαράλλαχτο, το ένα Είναι. Ενώ εκφράζει την κοσμική αναγκαιότητα – για να προσεγγίσουμε τη σημερινή σκέψη – και για τον Ηράκλειτο η Δίκη, που φροντίζει με τις ‘βοηθούς’ της, τις Ερινύες (Ερινύες Δίκης επίκουροι), ώστε «να μην υπερβαίνη τα μέτρα του ο ήλιος». Κι όταν συνενώνη τις αντίθετες δυνάμεις τού «δικαίου» και της «έριδος» ξανά ο Ηράκλειτος, τότε μόλις και συγκαλύπτεται με το μυθικό αυτό ένδυμα το αρχικό του όραμα για τον παγκόσμιο νόμο τής «τεντωμένης στα άκρα αρμονίας». Έτσι επεκτείνεται εδώ η τάξη δικαίου τής πόλης στο σύμπαν, και ξαναποκτούν εκεί η πόλη και οι νόμοι της την εξέχουσα θέση, που είχε αρχίσει να χάνεται σε μιαν αργά απο-θεούμενη πραγματικότητα.
Γιατί δεν ήταν τόσο σταθεροί εκείνοι οι δεσμοί (στην πόλη…), ώστε να μην επαρκούσε μια μικρή κίνηση, ταχύτερη από μια γενιά, να τους διαλύση. Ο χωρισμός τού Εγώ απ’ την κοινότητα αυξάνονταν, τόσο στη σκέψη όσο και στη ζωή, ολοένα. Η εκτεταμένη επισκόπηση άλλων λαών και των διαφορετικών εθίμων τους οδήγησε σε μια σύγκριση των ‘ιδίων’ καταστατικών με τους άλλους και κλόνισε, με την πεποίθηση πως ήταν μοναδικά τα ‘ίδια’ (τα δικά τους…) καταστατικά, την πίστη στην αναγκαιότητά τους. Τα δε μεγάλα ‘ατομικά’ (ξεχωριστά…) πεπρωμένα τής τραγικής εποχής κατέστησαν ερωτηματική τη δικαιοσύνη, που ήταν σταθερά μέχρι τότε θεμελιωμένη στην πόλη και στους θεούς. Δίδασκαν τώρα οι «διπλοί λόγοι» τών σοφιστών, πως δίκαιο και άδικο είναι το ίδιο, και πως αυτό που είναι τη μια φορά δίκαιο, είναιτην άλλη φορά άδικο, και πως το άδικο μπορούσε να είναι τόσο καλό όπως και το δίκαιο, ή ακόμα και καλύτερο. Ο Κριτίας επινόησε μάλιστα – παρόμοια όπως ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και οι ‘διαφωτιστές’ τής νεώτερης εποχής – μιαν ιστορία τού ανθρώπινου πολιτισμού, στην οποία ξεπερνούσαν με νόμους έξυπνοι μεμονωμένοι άνθρωποι την ζωώδη αρχική κατάσταση, «ώστε να είναι τύραννος (Tyrann) το δίκαιο και να έχη ως σκλάβα του τη βία». Ενώ κατέστη εξίσου ανθρώπινος ή και «πολύ ανθρώπινος» για τον Αντίφωνα ο νόμος προς αυτό (‘ενισχύοντας’ αυτό…) το οποίο θέτει, ή εξασκεί, ή πάνω στο οποίο συμφωνεί κανείς· κι αυτό που υπήρξε ένα μέρος τής μεγάλης παγκόσμιας τάξης στον Ηράκλειτο (η ανθρώπινη κοινότητα και κοινωνία…), εμφανίζεται τώρα ως κάτι το εντελώς Άλλο απέναντι στη φύση, συχνά δε ως το αντίθετο σε μιαν εχθρική δύναμη: «Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι το ‘κατεστημένο’ σε μας δίκαιο, εχθρικό προς τη φύση», και «Αυτό που τίθεται ως χρήσιμο απ’ τα ‘συντάγματά’ μας, δεν είναι παρά τα δεσμά τής φύσης». Ο Πίνδαρος τιμά τονΝόμο (Nomos) ως τον «βασιλιά θεών και ανθρώπων», ενώ ο σοφιστής Ιππίας τον μισεί (στον Πλάτωνα) ως έναν «τύραννο, που εκβιάζει πολλά ενάντια στη φύση».
          Εκεί όπου υπήρχε ακόμα κάτι απ’ την παλιά δομή, που συνέδεε κόσμο και πόλη σε ένα, είχε πια καταστή ‘διαπεραστό’, ‘διάτρητο’. Απ’ τους εχθρικούς ανάμεσά τους αδελφούς, που αντιπαραθέτει στις «Φοίνισσες» να λογομαχήσουν, όπως αργότερα να ξιφομαχήσουν, ο Ευριπίδης, ‘ντύνει’ ο ένας τη βία που εξασκεί με το όνομα του δικαίου, που δεν είναι όμως πια γι’ αυτόν κάποια θεότητα, ενώ συντάσσεται ανοιχτά με «τη μεγαλύτερη απ’ τις θεές, την τυραννία» ο άλλος. Και δεν είναι βέβαια θαυμαστό, ότι δεν κατορθώνει να εξορκίση το αδελφικό ‘μίσος’ (την έριδα…) η μητέρα τους, καθώς η μόνη βοήθεια που ‘ξεύρει’ να προσφέρη είναι η θεότητα της «Ισότητας». Η Ισότητα (Isotes) έταξε μέτρα και σταθμά στον άνθρωπο. Και συμβαίνει υπό τον δικό της νόμο το ότι «βαδίζουν τον παντοτινά ίδιον κύκλο τού χρόνου τα δίχως λάμψη (τα σκοτεινά…) μάτια τής νύχτας και το φως τού ήλιου». Κι έτσι κυβερνά, όπως λέγεται, ανάμεσα στους ανθρώπους και τις πόλεις, «αυτή που συνδέει πάντοτε με τους φίλους τον φίλο και πόλη με πόλη και τον σύντροφο της μάχης με τους συντρόφους του». Εκεί όμως όπου λησμονείται η θεότητα της Δίκης (Dike), αποδεικνύεται και η Ισότητα μια λέξη-φάντασμα, που δεν ισχύει πια καθόλου πάνω στις ψυχές. Ο ιερός δεσμός χαλάρωσε, διερράγη, απελευθερώθηκε η αυθαιρεσία, κι ο «τυραννικός άνθρωπος» αποδεσμεύεται απ’ τα δεσμά τής Δίκης.   (( Σημ. τ. μετ.: Πόσο βαθύ είναι το ‘έδαφος’ κάτω απ’ όσα πικρά συμβαίνουν και σήμερα στην πατρίδα μας… ))
Στον Σωκράτη βρίσκει όμως η Δίκη τον υπερασπιστή της. Στο να διδάξη να ερευνήσουμε πάλι γι’ αυτά που εξαφανίστηκαν, σ’ αυτό το έργο τον τοποθέτησε η ‘ώρα τού κόσμου’, στην οποία και είχε γεννηθή. Και μόνον γι’ αυτό «ανακάλυψε την επαγωγική μέθοδο και τον ορισμό» ή «θεμελίωσε την επιστήμη» - αν και όσο το έκανε! - , επειδή ρωτούσε και ερευνούσε μέσα στον Λόγο (εν λόγω…), στον ατελεύτητο διάλογο, γι’ αυτό το οποίο και ήταν πράγματι το ‘θέμα’, για το «Τί είναι;», για τη δικαιοσύνη, τις «αρετές», και τη μιαν «αρετή». Την οποία και αναζητά· γιατί όπως κυριάρχησε στην πόλη και την πολιτεία τών πατέρων, έτσι πρέπει να μπορή και πάλι, όσο κρυμμένη κι αν είναι, να ανακαλυφθή. Πεθαίνει μάλιστα υπό την εντολή της και κατά τη διαταγή αυτής τής πόλης ο Σωκράτης, της πόλης που γεννά ακόμα και στην παρακμή της ως κυρίαρχη: που πρέπει άρα να υπάρχη.

                ( συνεχίζεται )
http://amethystosbooks.blogspot.gr/