Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

Ακόμη κι ένας άγιος ΔΕΝ μπορεί ν' αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν για να μας επισκεφθεί η θλίψη.



Ακόμη κι ένας άγιος ΔΕΝ μπορεί ν' αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν,
 για να μας επισκεφθεί η θλίψη...

[...] Tα ιερά κείμενα μάς διδάσκουν πως όλοι οι άγιοι του Θεού χωρίς καμιά εξαίρεση, τελείωσαν το επίγειο ταξίδι τους βαδίζοντας "την στενή και τεθλιμμένη οδό" .
Η ζωή τους ήταν γεμάτη θλίψεις και στερήσεις (βλ. Εβρ.ιβ΄).

Αυτή ήταν η άποψη των αληθινών φίλων του Θεού για τις θλίψεις. Αυτή η στάση τους για τις θλίψεις που τους τύχαιναν τους έκανε να συμπεριφέρονται με μεγάλη σοφία και αυταπάρνηση. 

Τις θλίψεις που τους έβρισκαν, ό,τι λογιών και αν ήσαν, τις δέχονταν σαν κάτι που τους άξιζε, που τους έπρεπε. (βλ. Αγίου Μάρκου του Ασκητού, 226 κεφάλαια Περί των οιομένων εξ έργων νόμου δικαιούσθαι, κεφ. 6).

Πίστευαν μ' όλη τους την ψυχή πως άν δεν το επέτρεπε ο Θεός, αν δεν ήταν απαραίτητο δηλαδή για τις πνευματικές ανάγκες τους, δεν θα τους έβρισκε η θλίψη.

Το πρώτο που έκαναν με το που τους έβρισκε κάποια στενοχώρια,
ήταν να ομολογήσουν ότι την άξιζαν. 

Έψαχναν και πάντα έβρισκαν μέσα τους την αιτία της θλίψης.

Μόνο αν παρατηρούσαν πως η θλίψη τους στεκόταν εμπόδιο να ευαρεστήσουν στο Θεό, μόνο τότε παρακαλούσαν με την προσευχή τους τον Κύριο να τους απαλλάξει από αυτήν.

Και την εκπλήρωση ή μη εκπλήρωση του αιτήματός τους την άφηναν στο θέλημα του Θεού. Ποτέ δεν λογάριαζαν σωστή τη δική τους γνώμη για τον πνευματικό σκοπό της θλίψης.

Η κρίση του ανθρώπου ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα σωστή. Γιατί ακόμη και ενός αγίου ανθρώπου η κρίση είναι περιορισμένη.

Δεν μπορεί να αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν για να μας επισκεφθεί η θλίψη όπως τ' αντιλαμβάνεται το μάτι του Θεού που τα βλέπει όλα...

Ο Θεός επιτρέπει να δοκιμάσουν τις θλίψεις ακόμα και οι δούλοι Του, οι εκλεκτοί Του.

Ο απόστολος Παύλος παρακάλεσε "τρις" τον Κύριο για να απομακρύνει τον πειρασμό που τον βρήκε, τον "άγγελον σατάν", που τον εμπόδιζε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου.  

Κι ο Παύλος δεν εισακούστηκε. Η κρίση του Θεού εκείνη τη στιγμή ήταν διάφορη από την κρίση του θεοπνεύστου αποστόλου (βλ. Β Κορινθ. 7-10) [...]

~ Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

(Από το βιβλίο "Προσευχή και Πλάνη", Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ,
 μετάφραση Πέτρου Μπότση, σελ.114-115)

https://pneumatoskoinwnia.blogspot.com/2018/07/blog-post_78.html?spref=fb

Άγιε Παΐσιε πρέσβευε υπέρ ημών.

Φωτογραφία του χρήστη Με την Αγάπη Του σε μιά πορεία πρός Εμμαούς.

https://www.facebook.com/MethnAgaphTousemiaporeiaprosEmmaous/photos/a.137488833113711.1073741826.133735026822425/927943590734894/?type=3&theater

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

Η συγκλονιστική φωτογραφία του AP που αποτυπώνει την φονική πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική

Η συγκλονιστική φωτογραφία του AP που αποτυπώνει την φονική πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική -Φωτογραφία: AP Photo/Thanassis Stavrakis

http://trelogiannis.blogspot.com/2018/07/ap.html

Το πιο τρομακτικό βίντεο από την φωτιά στο Μάτι

Συγκλονιστική μαρτυρία: «Η άσφαλτος έκαιγε τόσο πολύ που τα παπούτσια έλιωναν σαν τυρί»




Συγκλονιστική μαρτυρία: «Η άσφαλτος έκαιγε τόσο πολύ που τα παπούτσια έλιωναν σαν τυρί»
Νέα συγκλονιστική μαρτυρία περιγράφει τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν την ώρα της τραγωδίας στο Μάτι και τις επιπτώσεις που είχαν στους ανθρώπους
Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του κ. Γιώργου από το Μάτι στο ο οποίος περιγράφει σε δραματικό τόνο όλα όσα έζησε, υπερτονίζοντας την ταχύτητα της φωτιάς και την έκκληση βοήθειας των ανθρώπων που καιγόντουσαν αβοήθητοι, επισημαίνοντας ότι η άσφαλτος έκαιγε τόσο πολύ που τα παπούτσια των ανθρώπων «έλιωναν σαν τυρί λιωμένο», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Δεν βρίσκω λόγια περιγράψω αυτό το συμβάν. Το ζήσαμε εξ ανάγκης χωρίς να έχουμε κάποια επιλογή», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Έφτασα στο Μάτι λίγο πριν ξεκινήσει η φωτιά. Κατέβαινα από τον Διόνυσο και λίγο πριν τον Διόνυσο η θερμοκρασία ήταν γύρω στους 35 βαθμούς. Στο δρόμο προς τη Νέα Μάκρη παρατήρησα ότι η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 38. 5 και δεν μπορούσα να καταλάβω το λόγο. Φτάνω στο Μάτι η θερμοκρασία είχε φτάσει στους 39 βαθμούς. Ήταν πολύ παράξενο και ο ουρανός ήταν πορτοκαλί. Καθήσαμε να φάμε σε μία ταβέρνα οικογενειακώς και στην τηλεόραση από πάνω έπαιζαν οι φωτιές στην Κινέτα. Παρ' όλο που η ζέστη ήταν αφόρητη και ο ουρανός πορτοκαλί, δεν πήγαινε το μυαλό μας ότι συνέβαινε κάτι και ειδικά ότι υπήρχε φωτιά που κατευθυνόταν από το βουνό προς τα κάτω. Χωρίσαμε λίγο αργότερα και τα παιδιά πήγαν να παίξουν. Μετά από λίγο μας ενημέρωσαν ότι υπάρχει φωτιά 40-50 μέτρα από την παραλιακή οδό.
Ανοίγω την πόρτα και βλέπω εκατομμύρια καιγόμενα καρβουνάκια να είναι στον αέρα και να μας μαστιγώνουν. Εκείνη τη στιγμή λέω στη γυναίκα μου πάμε κατευθείαν στη θάλασσα. Κάνω λίγο να μετακινήσω το αμάξι, βλέποντας τη φωτιά στα 40 μέτρα, κάνω ένα μέτρο για να βγω στο δρόμο, γυρνάω και η φωτιά ήταν στα τρία μέτρα. Με γρήγορους υπολογισμούς, η φωτιά πήγαινε με 60 μέτρα το λεπτό. Μας μαστίγωναν οι καύτρες σαν να μας οθώσαν προς τη θάλασσα. Δεν μπορούσαμε να βγούμε στην παραλία γιατί τα πεύκα καιγόντουσαν και έκλειναν την πρόσβαση από πολλές πλευρές. Αποκλειστήκαμε σε μία μύτη του δρόμου χωρίς να μπορούμε να πάμε πουθενά.
Ευτυχώς γνώριζα έναν δρομο που οδηγούσε στη θάλασσα και κουτρουβαλόντας με κίνδυνο την ίδια μας τη ζωή πέσαμε από έναν γκρεμό και βρεθήκαμε μπροστά στη θάλασσα, βρήκαμε καταφύγιο σε μία σπηλιά και η θάλασσα πέρασε κυριολεκτικά πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν προλαβάμε να δουμε, ακούγαμε μόνο, τα μάτια μας τσούζανε, μας μαστιγώναν οι καύτρες. Τα αυτοκινητα που αποκλείστικαν στην οδό Περικλεόυς καιγόντουσαν στους 700 βαθμούς, μιλάμε για συνθήκες κλιβάνου, σκεφτείτε πόσο έκαιγε η άσφαλτος», είπε στον αέρα, με τρεμάμενη φωνή ο άντρας που ήρθε αντιμέτωπος με την πύρινη λαίλαπα.
«Εγώ κατάφερα να σωθώ γιατί ήμουν 10 μέτρα από τη θάλασσα, αυτοί που ήταν λίγο πιο μακριά 50-100 μέτρα, έλιωσαν τα παπούτσια τους σαν τυρί λιωμένο στην άσφαλτο, έλιωναν οι σάρκες ανάμεσα στα αυτοκίνητα» πρόσθεσε σοκαρισμένος ο κ. Γιώργος.
Όσο για τη δυνατότητα πρόσβασης από τα σωστικά συνεργεία, στο σημείο όπου βρισκόταν ο ίδιος μαζί με άλλους ανθρώπους στη θάλασσα ο κ. Γιώργος ανέφερε: 
«Περνούσαν κάποια σκαφάκια αλλά δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν το σημείο επειδή υπήρχαν τα βράχια», ενώ καταλήγει: «Δεν θα ξεχάσω ανθρώπους να μου λένε "Βοήθεια πεθαίνω"».

http://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/esoteriki-asfaleia/702205_sygklonistiki-martyria-i-asfaltos-ekaige-toso-poly-poy-ta

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Άγιος Συμεὼν ο Νέος Θεολόγος: Καί ἄν χίλια χρόνια ζήσωμε στήν γῆ, ποτέ δέν θά μπορέσωμε τέλεια νά κατανοήσωμε τήν μετάνοια, ἀλλά ὀφείλομε καθημερινά νά βάζωμε ἀρχήν εἰς αὐτήν καί νά ἀγωνιζώμεθα.

Φωτογραφία του Γρηγόριος Σιμάκος.

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2151157645162512&set=gm.1796562873783845&type=3&theater

Δεν είναι η θλίψη και η δοκιμασία κακό. Η αμαρτία είναι κακό. Οι πρώτες μας ενώνουν με τον Θεό, η δεύτερη μας χωρίζει από τον Θεό.

Φωτογραφία της Μαίρη Βογιατζή.


https://www.facebook.com/photo.php?fbid=1880485205592856&set=gm.2213947522173900&type=3&theater

Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης: Μάθε να προσεύχεσαι.

Φωτογραφία του Γρηγόριος Σιμάκος.

Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης: Μάθε να προσεύχεσαι. Βίαζε τον εαυτόν σου εις την προσευχήν. Κατά αρχάς θα εύρης δυσκολίαν , ύστερον όμως όσον περισσότερον βιάζης τον εαυτόν σου , τόσον ευκολώτερον θα προσεύχεσαι. Εις την αρχήν όμως είναι πάντοτε αναγκαίον να βιάζη κανείς τον εαυτό του.

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2150140725264204&set=gm.1795088587264607&type=3&theater

Ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς εἶναι φιλάνθρωπο



Ἡ ἁμαρτία φέρνει τὶς συμφορές

– Γέροντα, γιατί ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ συμβῆ μία συμφορά;
– Ὑπάρχουν πολλές περιπτώσεις. Ἄλλοτε ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς κάτι, γιὰ νὰ βγῆ κάτι τὸ καλύτερο, καὶ ἄλλοτε ἐπιτρέπει κάτι γιὰ παιδαγωγία. Ἄλλοι ἀνταμείβονται καὶ ἄλλοι ἐξοφλοῦν, δὲν πάει τίποτε χαμένο. Νὰ ξέρετε πώς ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Θεός, ἀκόμη καὶ νὰ ἐξοντωθοῦν π.χ. ἄνθρωποι, εἶναι φιλάνθρωπο, γιατί ὁ Θεὸς ἔχει «σπλάγχνα». Ὁ Προφήτης Ἠλίας πόσους ἔσφαξε; Τριακόσιους ἱερεῖς τοῦ Βάαλ. Ὅταν τούς εἶπε: «Κάντε προσευχή, θὰ κάνω καὶ ἐγώ, καὶ ὅποιου ἡ φωτιά θὰ ἀνάψη ἀπὸ μόνη της, αὐτοῦ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι ἀληθινός», ἄρχισαν οἱ εἰρεῖς τοῦ Βάαλ νὰ φωνάζουν: «Ἐπάκουσον, ὁ Θεὸς ἠμῶν, Βάαλ, ἐπάκουσον!». Ἀλλά οὔτε φωνή οὔτε ἀκρόαση. Ὁ Προφήτης Ἠλίας τούς λέει: «Εἶναι ἀπασχολημένος ὁ Θεὸς σας καὶ δὲν σᾶς ἀκούει! Φωνάξτε πιὸ δυνατά!». Ἐκεῖνοι συνέχισαν νὰ φωνάζουν καὶ νὰ ξεσχίζουν, ὅπως συνήθιζαν, τὶς σάρκες τους μὲ... μαχαίρια, γιὰ νὰ πονᾶνε, καὶ νὰ φωνάζουν πιὸ δυνατά, γιὰ νὰ τούς ἀκούση ὁ Βάαλ. Ἀφοῦ τελικά δὲν κατόρθωσαν τίποτε, εἶπε ὁ Προφήτης Ἠλίας: «Βρέξτε τὰ δικά μου ξύλα». «Τρισσεύσατε», τούς εἶπε. Ἔρριξαν νερό μία, δυὸ, τρεῖς φορές! Ἀφοῦ ἀπὸ τὸ πολύ νερό εἶχαν γίνει μούσκεμα τὰ ξύλα καὶ ἔτρεχαν ἀπὸ γύρω τὰ νερά. Μόλις προσευχήθηκε ὁ Προφήτης Ἠλίας, ἔπεσε φωτιά ἀπὸ τὸν οὐρανό καὶ κάηκε ὅ,τι εἶχαν στὸ θυσιαστήριο γιὰ νὰ θυσιάσουν, καὶ τὸ ἴδιο τὸ θυσιαστήριο μαζί! Τότε εἶπε: «Πιάστε τούς ἱερεῖς, γιατί παρασύρουν τὸν λαό στὴν εἰδωλολατρία» καὶ τούς ἔσφαξε ὅλους.
Πολλοί λένε: «Καλά, πῶς ἔσφαξε ὁ Προφήτης Ἠλίας τόσους;». Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι βάρβαρος οὔτε ὁ Προφήτης ἦταν βάρβαρος. Οἱ ἱερεῖς ὅμως τῶν εἰδώλων εἶχαν πλανήσει ὅλον τὸν κόσμο, ἀφοῦ ἔφθασε ὁ Προφήτης Ἠλίας νὰ πῆ: «Ἔμεινα μόνος μου!». Τόσο πολύ! Ἀλλά καὶ οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων περισσότερο ὑπέφεραν ἀπὸ τὰ δικά τους σφαξίματα παρά ἀπὸ τὸ μαχαίρι τοῦ Προφήτη Ἠλία ποὺ ἔδωσε τέλος στὸ μαρτύριό τους. Ὁ πόνος ἀπὸ τὰ δικά τους ξεσχίσματα ἦταν μεγαλύτερος. Γιατί, βλέπεις, ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς εἶναι φιλάνθρωπο, ἐνῶ τὰ σφαξίματα τὰ δικά τους ἦταν ὀδυνηρά.

– Γιατί, Γέροντα, στὴν Παλαιά Διαθήκη ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ ἦταν τόσο ἄμεση;
– Στὴν Παλαιά Διαθήκη ἐκείνη τὴν γλώσσα, ἐκεῖνον τὸν νόμο καταλάβαιναν.Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἦταν καὶ τότε, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ νόμος ἦταν γιὰ ἐκείνους τούς ἀνθρώπους ποὺ δὲν καταλάβαιναν ἀλλιῶς. Μή σᾶς φαίνεται ἐκεῖνος ὁ νόμος σκληρός καὶ τὸ Εὐαγγέλιο διαφορετικό. Ἦταν ὁ νόμος ποὺ θὰ ὠφελοῦσε ἐκείνη τὴν ἐποχή. Δὲν ἦταν ὁ νόμος ἐκεῖνος βάρβαρος, ἀλλὰ ἡ γενιά ἐκείνη ἦταν βάρβαρη. Οἱ σημερινοί ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ κάνουν μεγαλύτερες βαρβαρότητες, ἀλλὰ τουλάχιστον μποροῦν νὰ καταλάβουν. Τώρα ἕνα κανδήλι κουνιέται καὶ πόσο οἱ ἄνθρωποι συγκλονίζονται! Ἐνῶ, βλέπεις, τότε πόσα ἔκανε ὁ Θεός! Ἔδωσε δέκα μάστιγες στὸν Φαραώ, γιὰ νὰ βγάλη τούς Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Κάνει ξηρά τὴν Ἐρυθρά θάλασσα, γιὰ νὰ περάσουν. Τούς δίνει νεφέλη τὴν ἡμέρα, γιὰ νὰ μήν τούς καίη ὁ ἥλιος, στήλη φωτεινή τὴν νύχτα, γιὰ νὰ τούς ὁδηγῆ. Καὶ μετά ἀπὸ τόσα γεγονότα ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ζητήσουν γιὰ Θεό ἕνα χρυσό μοσχάρι60! Σήμερα οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ ἔλεγαν ποτέ ὅτι ἕνα μοσχάρι θὰ τούς ὁδηγήση στὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας.

Τὸν Θεό τὸν βάζουν σήμερα στὴν ἄκρη 

Ὁ Καλός Θεὸς μᾶς δίνει πλούσιες τὶς εὐλογίες Του. Νὰ μή δείχνουμε ἀχαριστία καὶ Τὸν παροργίζουμε, γιατί ἔρχεται «ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐπί τούς υἱούς τῆς ἀπειθείας»61 – μή γένοιτο. Στὴν ἐποχή μας δὲν πέρασαν οἱ ἄνθρωποι οὔτε πολέμους οὔτε πείνα καὶ λένε ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκη καὶ ἀπὸ τὸν Θεό. Τὰ ἔχουν ὅλα καὶ γι' αὐτὸ δὲν ἐκτιμοῦν τίποτε. Ἄν ὅμως ἔρθη δύσκολος καιρός, πείνα κ.λπ., καὶ δὲν ἔχουν τί νὰ φᾶνε, τότε θὰ ἐκτιμήσουν καὶ τὸ ψωμί καὶ τὴν μαρμελάδα καὶ ὅσα θὰ στερηθοῦν. Ἅμα δὲν δοξάζουμε τὸν Θεό, ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ ἔρθη μία δοκιμασία, γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε τὰ πράγματα. Ἐνῶ, ὅταν τὰ ἐκτιμοῦμε, δὲν ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ συμβῆ τίποτε τὸ κακό.
Παλιότερα ποὺ δὲν ὑπῆρχαν αὐτές οἱ μεγάλες εὐκολίες, καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν εἶχεπροχωρήσει τόσο, ἀναγκάζονταν οἱ ἄνθρωποι σὲ ὅλες τὶς δυσκολίες νὰ καταφεύγουν στὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς βοηθοῦσε. Τώρα, ἐπειδή ἡ ἐπιστήμη προχώρησε, τὸν Θεό Τὸν βά- ζουν στὴν ἄκρη. Πᾶνε χωρίς Θεό σήμερα. Ὑπολογίζουν: «Θὰ κάνουμε τοῦτο, θὰ κάνουμε ἐκεῖνο». Σκέφτονται τὴν πυροσβεστική, σκέφτονται τὶς γεωτρήσεις, τὸ ἕνα, τὸ ἄλλο... Ἀλλά χωρίς Θεό τί θὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι; Ὀργή Θεοῦ θὰ φέρουν. Βλέπεις, ὅταν δὲν βρέχη, δὲν λένε: «Θὰ κάνουμε προσευχή», ἀλλὰ «θὰ κάνουμε γεωτρηση». Καὶ τὸ κακό εἶναι ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ μέσα ποὺ ὑπάρχουν, σιγά-σιγὰ ὄχι μόνον οἱ ἄπιστοι σκέφτονται ἔτσι, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ οἱ πιστοί ἀρχίζουν νὰ ξεχνοῦν τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τὸ καλό εἶναι ποὺ μᾶς ἀνέχεται ὁ Θεός. Ἀλλά τὴν Πρόνοια τοῦ θεοῦ οὔτε καν τὴν καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι.
Μία παρέα ἔλεγε: «Δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχουμε γεωτρήσεις». Ἐνῶ τώρα πρέπει νὰ παρακαλέσουμε πιὸ πολύ τὸν Θεό νὰ κάνη διπλό θαῦμα, γιατί ἔχουν ἀλλοιώσει τὴν φύση οἱ ἄνθρωποι μὲ αὐτὰ ποὺ κάνουν. Παρατηροῦσα τὰ σύννεφα, πή- γαιναν ἀλέ-ρετούρ. Μαζεύονταν ἀπὸ ἐδῶ, πήγαιναν ἐκεῖ, μία πάνω-μία κάτω. Φυσάει καὶ τὰ παίρνει ὁ ἀέρας τὰ σύννεφα καὶ ἀντί οἱ ἄνθρωποι νὰ ποῦν, «τώρα πρέπει νὰ κάνη διπλό θαῦμα ὁ Θεός, γιὰ νὰ κρατήση τὰ συννεφα», λένε, «δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό». Εὐτυχῶς ποὺ ὁ Θεὸς δὲν παίρνει τοῖς μετρητοῖς ὅ,τι λέμε, ἀλλιῶς θὰ μᾶς ἔκανε...
Χτυποῦν σὲ βάθος ἑκατό-ἑκατόν πενήντα μέτρα κάτω γιὰ νερό καὶ δὲν βρίσκουν νερό. Στὸ Ναύπλιο χτύπησαν μέχρι ἑκατόν ὀγδόντα μέτρα κάτω καὶ ἔβγαλαν θαλασσινό νερό. Ἄλλοι πάλι εἶπαν τὸν Ἔλενο ποταμό νὰ τὸν πάνε στὴν Ἀθήνα. Δέκα χρόνια θέλουν νὰ τὸν πάνε στὴν Ἀθήνα καὶ τί ἔξοδα! Καὶ πάλι θὰ τελειώση τὸ νερό. Δὲν λένε ἕνα «ἤμαρτον» οἱ ἄνθρωποι. Σὲ ἕνα κουσοχώρι, τώρα62 μὲ τὴν ἀνομβρία, πῆγε ἕνας πολιτικός καὶ τούς εἶπε ὅτι μὲ ἕνα σύστημα θὰ καθαρίσουν τὰ νερά ἀπὸ τούς βόθρους, γιὰ νὰ ἔχουν νερό νὰ πίνουν. Καὶ τὸ θεώρησαν σπουδαία ἰδέα! Αὐτὸ καὶ μόνο σάν λογισμός δὲν στέκει. Δῆτε ποῦ φθάνουν, νὰ πίνουν – μὲ συγχωρῆτε – τὰ οὖρα τούς οἱ ἄνθρωποι! Νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ σὲ μία πόλη ποὺ ἔχουν ξεφύγει οἱ ἄνθρωποι, δικαιολογεῖται κάπως, γιατί ἔχουν παρασυρθῆ ἀπὸ τὸ κοσμικό πνεῦμα. Ἀλλά σὲ ἕνα κουτσοχώρι τὸ νὰ τούς βρῆ ἕνας σάν λύση νὰ καθαρίζουν τὰ οὔρα τους καὶ νὰ τὰ πίνουν, νὰ τὸ θεωροῦν σπουδαῖο καὶ νὰ μή στρέφουν λίγο τὸ βλέμμα τους στὸν Θεό, νὰ ποῦν ἕνα «ἤμαρτον», γιὰ νὰ ρίξη ὁ Θεὸς νερό, εἶναι φοβερό! Καὶ στὸ Ἅγιον Ὅρος πῆγαν ἀπὸ ἕνα Μοναστήρι νὰ φυτέψουν πεῦκα, γιὰ νὰ τὰ ἐκμεταλλευθοῦν μετά καὶ νὰ κάνουν χαρτί! Ξεράθηκαν ὅλα, ἦρθε ἡ τιμωρία ἀπὸ τὸν Θεό. Καλά, βρέ παιδί, χαρτοπετσέτες καὶ χαρτί ὑγείας θὰ βγάζει τὸ Ἅγιον Ὅρος; Καταλάβατε; Ἔκαναν τὸν κόπο τὰ φύτεψαν καὶ ὅσα φύτεψαν –ὀργή Θεοῦ! – ξεράθηκαν ὅλα!
– Γέροντα, κατάλαβαν ὅτι δὲν ἦταν σωστό; – Ἄχ, ποῦ νὰ καταλάβουν! Μετά ἔφεραν μηχανήματα ἀπὸ τὴν Γερμανία, νὰ κάνουν γεώτρηση, νὰ βγάλουν νερό! Χάθηκε καὶ τὸ νερό ποὺ ὑπῆρχε. Βλέπεις, ἅμα φύγη ἡ εὐαισθησία ἡ πνευματική, ποῦ ὁδηγεῖ ἡ ἐμπορική ἀντιμετώπιση; Γι' αὐτὸ σιγά- σιγὰ χάνεται ἀπὸ τὸν Μοναχισμό αὐτή ἡ εὐλάβεια. Δὲν καταλαβαίνουν ὅτι, ἄν δὲν βρέξη, θὰ χαθοῦν καὶ τὰ νερά ποὺ ὑπάρχουν. Χρησιμοποιοῦν μόνον τὴν λογική, καὶ τὸν Θεό Τὸν βάζουν στὴν ἄκρη.
Ἀναφέρεται στὴν Παλαιά Διαθήκη63 ὅτι σὲ μία πολιορκία τῆς Σαμαρείας ἀπὸτούς Σύριους εἶχε τελειώσει καὶ τὸ νερό. Ἔπεσε δυστυχία, ψοφοῦσαν τὰ ζῶα καὶ ἔφθασαν οἱ μητέρες νὰ τρῶνε τὰ παιδιά τους. Πάει ὁ Προφήτης Ἐλλισαιέ στὸν οἰκονόμο τοῦ βασιλιᾶ Ἰωράμ καὶ τοῦ λέει: «Τὰ ζῶα ψόφησαν, οἱ ἄνθρωποι πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα, ἀλλὰ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήση». Ὁ οἰκονόμος, ποῦ τὰ τακτοποιοῦσε ὅλα μὲ τὴν λογική, τοῦ λέει: «Πῶς θὰ βοηθήση; Ἀπὸ τὸν οὐρανό θὰ στείλη ὁ Θεός;». Τότε ὁ Προφήτης τοῦ εἶπε: «Αὔριο ὁ Θεὸς θὰ στείλη βοήθεια, ἀλλὰ ἐσύ δὲν θὰ τὴν χαρής».

Καὶ πράγματι τὴν ἑπόμενη μέρα ἔφερε ὁ Θεὸς τέτοιο πανικό στὸ ἐχθρικό στρατόπεδο –ἄκουγαν οἱ ἐχθροί ποδοβολητό ἀλόγων, θόρυβο ἁρμάτων, βούιζαν τὰ αὐτιά τους καὶ νόμιζαν ὅτι ἦραν Αἰγύπτιοι γιὰ ἐνίσχυση – ποὺ τὸ ἔβαλαν στὰ πόδια καὶ ἄφησαν σκηνές, τρόφιμα, ὄπλα, ὅ,τι εἶχαν. Καὶ καθώς ἐπέστρεφαν ἔντρομοι στὴν πατρίδα τους, ἄφηναν στούς δρόμους τὰ ἱμάτια καὶ τὰ πολεμοφόδιά τους. Ἐν τῷ μεταξύ τέσσερις λεπροί Ἰσραηλίτες ποῦ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, εἶπαν: «Δὲν πᾶμε στὸ ἐχθρικό στρατόπεδο μήπως βροῦμε τίποτε νὰ φᾶμε; Ἔτσι καὶ ἀλλιῶς θὰ πεθάνουμε». Πλησιάζουν μία σκηνή, ἄδεια. Πλησιάζουν ἄλλη, ἄδεια. Πουθενά ἐχθροί! Παίρνουν τρόφιμα, πράγματα, ὁλόκληρα τσουβάλια. Εἰδοποίησαν ὅτι ὀπισθοχώρησαν οἱ ἐχθροί, ἀλλὰ οἱ Ἰσραηλίτες νόμισαν ὅτι εἶναι σχέδιο. «Θα κρύφτηκαν οἱ ἐχθροί, εἶπαν, γιὰ νὰ ἀνοίξουμε τὶς πύλες καὶ νὰ μποῦν μέσα». Τότε ἕνας ἀξιωματικός εἶπε: «Πέντε ζῶα μᾶς ἔμειναν. Δὲν στέλνουμε στρατιῶτες νὰ δοῦν τί συμβαίνει;». Πῆγε κάθε στρατιώτης πρὸς μία κατεύθυνση καὶ, ὅταν ἐπέστρεψαν, εἶπαν: «Οἱ ἐχθροί ἔφυγαν πανικόβλητοι καὶ ἄφησαν ὅ,τι εἴχαν». Τότε ἔτρεξαν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ κάστρο, γιὰ νὰ πάρουν τρόφιμα κ.λπ. Καὶ καθώς ἔβγαιναν, τσαλαπάτησαν τὸν οἰκονόμο στὴν εἴσοδο τοῦ κάστρου, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβάλη τὴν τάξη. Ἔτσι, ὅπως εἶχε πεῖ ὁ Προφήτης Ἐλισαιέ, ὁ οἰκονόμος εἶδε τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν τὴν χάρηκε. Βλέπετε πῶς ὁ Θεὸς τὰ τακτοποίησε ὅλα;
trelogiannis
https://amethystosbooks.blogspot.com/2018/07/blog-post_515.html

Αυτοκτόνησε η ηγέτης των FEMEN στην Ουκρανία


 Η Oksana Shachko ,η διάσημη ακτιβίστρια και συνιδρύτρια του Ουκρανικού παραρτήματος των FEMEN,απαγχονίστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι.
Μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες αυτοκτονίας τελικά έφυγε, αφήνοντας το μήνυμα:«Όλοι είστε ένα ψέμα»

Ένθερμη ''αγωνίστρια''για τα δικαιώματα και την προστασία των γυναικών απέναντι στην σεξουαλική παρενόχληση,την ανεκτικότητα,τις διακρίσεις,την ομοφοβία κ.τλ.,η προοδευτική της ιδεολογία τελικά εξαντλήθηκε...
Μονίμως στο επίκεντρο της προσοχής του Τύπου,υποστηριζόμενοι από πλούσιους και με επιρροή φίλους,έφυγε σε ηλικία 31 ετών...Τραγικό και πολύ λυπηρό...
Αποτέλεσμα εικόνας για Krestopoval”
Με λύπη θυμάμαι το κόψιμο των Εσταυρωμένων με πριόνι στο Κίεβο,το σατανικό σχέδιο ''Krestopoval'',βάση του οποίου ήθελαν να κόψουν όλους τους Εσταυρωμένους στα ιερά μέρω της Ρωσίας και της Ουκρανίας.
Τα τελευταία χρόνια η Oksana είχε δημοσιεύσει στο Instagram αισχρα σκίτσα όπου καθυβριζε τα ιερά σύμβολα του Χριστιανισμού...Επίσης δεν μπορούν να ξεχαστούν τα βλάσφημα βίντεο των Femen που έφτιαχνε αυτή η χαμένη και βασανισμένη ψυχή..

Αν και στο τέλος η Οksana κατάλαβε την ματαιότητα του εφήμερου αυτού κόσμου,μάλλον ήταν αργά..Συνειδητά,σε όλη της την ζωή ,κατέστρεψε όλες τις γέφυρες προς Εκείνον που μπορεί να είναι το μόνο στήριγμα στις δύσκολές στιγμές της εσωτερικής ανισσοροπίας...

''Θάνατος αμαρτωλών πονηρός..(Ψαλμ.33),ενώ ο Σολομώντας μας λέει ότι οι άπιστοι:« θησαυρίζουσιν ἑαυτοῖς κακά, ἡ δέ καταστροφή ἀνδρῶν παρανόμων κακή·αὗται αἱ ὁδοί εἰσι πάντων τῶν συντελούντων τὰ ἄνομα· τῇ γάρ ἀσεβείᾳ τήν ἑαυτῶν ψυχήν ἀφαιροῦνται».
Πρόσχωμεν
π.Teodor Pelin

πηγή/ Απόδοση στα ελληνικά π.Γεώργιος Κονισπολιάτης /  proskynitis.blogspot
https://proskynitis.blogspot.com/2018/07/femen.html

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πύρινος Ἅγιος. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης



Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πύρινος Ἅγιος. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Προχθὲς τὴν Παρασκευὴ ἤτανε ἡ μνήμη τοῦ προφήτη Ἠλία. Αὐτὸς ὁ ἅγιος ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, καὶ μὲ ὅλο ποὺ ἤτανε ἄνθρωπος, φαίνεται σὰν κάποιο ὑπερφυσικὸ καὶ μυστηριῶδες πλάσμα, ποὺ ἔρχεται καὶ ξανάρχεται στὸν κόσμο. Οἱ Ἰουδαῖοι περιμένανε νὰ ξανἄρθει στὸν κόσμο, γιὰ τοῦτο θαρρούσανε πὼς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἤτανε ὁ Ἠλίας. Καὶ τότε ποὺ ρώτησε ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητὲς τοῦ «Ποιός, λένε, πὼς εἶμαι, οἱ ἄνθρωποι;», τοῦ ἀπαντήσανε πὼς λέγανε πὼς ἤτανε ὁ Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ἀπὸ τοὺς προφῆτες. Ὁ προφήτης Μαλαχίας, ποὺ ἔζησε πολὺ ὑστερώτερα ἀπὸ τὸν Ἠλία, λέγει: «Τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ», καὶ πολλοὶ τὸ ἐξηγήσανε πὼς ὁ Ἠλίας θἄρθη πάλι στὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ θὰ μαρτυρήσει. Σὲ ὅλα μοιάζει μ᾿ αὐτὸν ὁ Πρόδρομος, γι᾿ αὐτὸ οἱ ἀπόστολοι κ᾿ οἱ ἄλλοι Ἑβραῖοι ὑποπτευόντανε μήπως ἤτανε ὁ Ἠλίας ξαναγεννημένος.
Ὕστερα ἀπὸ τὴ Μεταμόρφωση, σὰν κατεβήκανε ἀπὸ τὸ βουνὸ οἱ τρεῖς μαθητάδες μὲ τὸν Χριστό, τὸν ρωτήσανε: «Οἱ γραμματεῖς λένε πὼς ὁ Ἠλίας πρέπει νἄρθει πρῶτα. Ἐσὺ τί λές;» Κι᾿ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίθηκε: «Ὁ Ἠλίας ἔρχεται πρῶτα καὶ θὰ τ᾿ ἀποκαταστήσει ὅλα· ἀλλὰ σᾶς λέγω πὼς ὁ Ἠλίας ἦρθε κιόλας, καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, ἀλλὰ τοῦ κάνανε ὅσα θελήσανε· τὰ ἴδια μέλλεται νὰ πάθει καὶ ὁ γυιὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπ᾿ αὐτούς». Τότε καταλάβανε οἱ μαθητὲς πὼς γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ τοὺς εἶπε (Ματθ. ιστ´, 10). Ρωτήσανε οἱ μαθητὲς τὸν Χριστὸ γιὰ τὸν Ἠλία, ἐπειδὴ τὸν εἴχανε δεῖ πρὶν ἀπὸ λίγο, ἀπάνω στὸ Θαβώρ, νὰ φανερώνεται μαζὶ μὲ τὸν Μωυσῆ, τὴν ὥρα ποὺ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστός, καὶ νὰ μιλᾶ μαζί του, μὲ ὅλο ποὺ εἶχε ζήσει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ 800 χρόνια. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ Σταύρωση, σὰν φώναξε ὁ Χριστὸς «Ἠλὶ ἠλί, λαμὰ σαβαχθανί», κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ποὺ στεκόντανε κοντὰ στὸ σταυρὸ λέγανε πὼς θὰ φώναζε τὸν Ἠλία νὰ τὸν βοηθήσει: «Τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἐστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος» (Ματθ. κζ´, 46). Παντοῦ πλανιέται ὁ ἴσκιος του.

Ὁ προφήτης Ἠλίας γεννήθηκε πρὸ 2767 χρόνια. Πατρίδα τοῦ ἤτανε ἕνας τόπος ποὺ τὸν λέγανε Θέσβη, στὰ σύνορά της Ἀραβίας, κι᾿ ἀπὸ τοῦτο λέγεται Θεσβίτης. Τὸν πατέρα τοῦ τὸν λέγανε Σωβάκ, ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἀαρῶν. Τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε εἶδε ὁ πατέρας του πὼς πήγανε νὰ τὸν χαιρετήσουνε κάποιοι ἄνθρωποι μὲ ἄσπρα ροῦχα καὶ πὼς φασκιώσανε μὲ φωτιὰ τὸ νήπιο καὶ τοῦ δίνανε νὰ φάγει φωτιά. Σὰν μεγάλωσε, ἔγινε ἕνας ἄντρας τρομερὸς κ᾿ ἔτρεχε παντοῦ καὶ ξόρκιζε τοὺς Ἑβραίους νὰ γυρίσουνε στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ποὺ τὸν εἴχανε ἀρνηθεῖ καὶ προσκυνούσανε τὸν Βάαλ. Φωτιὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ δὲν στεκότανε μέρα-νύχτα, ἀλλὰ ὁλοένα μιλοῦσε γιὰ τὴν πίστη τ᾿ ἀληθινοῦ Θεοῦ, γιὰ τοῦτο ὀνομάσθηκε «ζηλωτής»: «Καὶ ἀνέστη Ἠλίας προφήτης ὡς πῦρ, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ὡς λαμπὰς ἐκαίετο» (Σοφ. Σειρὰχ μη´, 1). Φωτιὰ ἔτρωγε νήπιο, μὲ φασκιὲς ἀπὸ φωτιὰ ἤτανε τυλιγμένος, φωτιὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του, φωτιὰ ἔπεσε στὸ θυσιαστήριο μὲ τὴν προσευχή του, φωτιὰ ἔκαψε τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ἀνεβροχιὰ ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεό, φωτιὰ ἤτανε τ᾿ ἁμάξι ποὺ τὸν ἅρπαξε στὸν οὐρανό.

Τὸν καιρὸ ἐκεῖνον ἤτανε βασιλιὰς τῶν Ἑβραίων ὁ Ἀχαάβ, ἄνθρωπος ἀσεβῆς, ποὺ προσκυνοῦσε τὸν Βάαλ, κ᾿ εἶχε γυναίκα τὴν Ἰεζάβελ, μιὰ τίγρη αἱμοβόρα ποὺ κυνηγοῦσε τὸν Ἠλία νὰ τὸν σκοτώσει, ἐπειδὴ δὲν ἔπαυε ἐλέγχοντας τὴν γιὰ τὴν ἀπιστία της καὶ γιὰ τὰ κακουργήματα ποὺ ἔκανε. Καὶ σὲ τοῦτο μοιάζει ὁ Ἠλίας μὲ τὸν Πρόδρομο, ποὺ τὸν κατάτρεχε ἡ Ἡρῳδιάδα. Γιὰ νὰ φανεῖ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὸν παρακάλεσε ὁ Ἠλίας νὰ μὴ βρέξει. Καὶ σφαλίσθηκε ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν ἔπεσε σταλαγματιὰ στὴ γῆ. Κ᾿ ἔγινε λόγος Κυρίου στὸν Ἠλία νὰ πάγει νὰ κρυφθεῖ σ᾿ ἕνα ξεροπόταμο ποὺ τὸ λέγανε Χοράθ. Κι᾿ ὁ Ἠλίας πῆγε στὸ ξεροπόταμο, καὶ τὰ κοράκια τοῦ πηγαίνανε ψωμὶ καὶ κρέας κι᾿ ἔτρωγε, κ᾿ ἔπινε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ στεκότανε στὶς λακκοῦβες τοῦ ξεροπόταμου. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες ξεράθηκε ὁλότελα τὸ ξεροπόταμο καὶ τοῦ λέγει ὁ Θεός: «Σήκω καὶ σύρε σὲ μία πολιτεία ποὺ τὴ λένε Σάρεφθα κοντὰ στὴ Σιδώνα, κ᾿ ἐγὼ θὰ προστάξω μία χήρα γυναίκα νὰ σὲ θρέφει». Πῆγε λοιπὸν καὶ στάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν καστρόπορτα, καὶ βλέπει μία γυναίκα ποὺ μάζευε λίγα ξυλαράκια, κ᾿ ἔκραξε ὁ προφήτης καὶ τῆς εἶπε: «Σύρε καὶ φέρε μου μιὰ στάλα νερὸ νὰ πιῶ». Καὶ πηγαινάμενη ἡ γυναίκα νὰ φέρει τὸ νερό, τῆς φώναξε ὁ Ἠλίας: «Φέρε μου καὶ λίγο ψωμὶ νὰ φάγω». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα: «Ὁ Θεὸς ξέρει πὼς δὲν ἔχω ἄλλο τίποτα παρὰ μονάχα μιὰ δράκα (μονοχεριά) ἀλεύρι στὴν κρήνα (σεντουκάκι) καὶ λίγο λάδι στὸ λαδικό, καὶ μαζεύω τώρα λίγα ξύλα νὰ κάνω μία μικρὴ πίτα νὰ φάγω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου κ᾿ ὕστερα νὰ πεθάνουμε». Τότε τῆς λέγει ὁ Ἠλίας: «Μὴ φοβᾶσαι, μόνο σύρε καὶ κᾶνε καθὼς εἶπα, ἀλλὰ φέρε μου πρῶτα ἕνα κομμάτι πίτα, κ᾿ ὕστερα νὰ φᾶς ἐσὺ καὶ τὰ παιδιά σου· γιατί, νὰ τί λέγει ὁ Κύριος: «Ἀπὸ τὸν κουβά σου δὲν θὰ λείψει τ᾿ ἀλεύρι κι᾿ ἀπὸ τὸ λαδόμπρικό σου δὲν θὰ λιγοστέψει τὸ λάδι, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ στείλω βροχὴ ἀπάνω στὴ γῆ». Πῆγε λοιπὸν ἡ γυναίκα κ᾿ ἔκανε ὅπως τῆς παράγγειλε ὁ Ἠλίας, καὶ τὸν πῆρε στὸ σπίτι της, κι᾿ ἀπὸ κείνη τὴ μέρα δὲ λιγόστεψε τ᾿ ἀλεύρι μήτε τὸ λάδι σώθηκε, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ πέρασε καιρός, ἀρρώστησε βαρειὰ ὁ γυιὸς τῆς χήρας καὶ πέθανε. Κ᾿ ἡ μάνα του ἡ καημένη, ἀπὸ τὴν πίκρα της, εἶπε στὸν Ἠλία: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἦρθες στὸ σπίτι μου γιὰ νὰ τοῦ θυμίσεις τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ πάρει τὸ παιδί μου;» Τῆς λέγει ὁ Ἠλίας: «Δῶσε μου τὸ γυιό σου». Τὸν πῆρε λοιπὸν στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν ἀνέβασε στ᾿ ἀνώγι ποὺ κοιμότανε, καὶ τὸν ἔβαλε ἀπάνω στὸ στρωσίδι ποὺ κοιμότανε ὁ ἴδιος καὶ φύσηξε τρεῖς φορὲς στὸ πρόσωπό του κ᾿ ἔκραξε στὸ Θεὸ κ᾿ εἶπε: «Ἂς γυρίσει πίσω ἡ ψυχὴ σὲ τοῦτο τὸ παιδάριο». Κ᾿ ἔγινε καθὼς εἶπε, καὶ ζωντάνεψε τὸ παιδάριο. Τότε φώναξε τὴ μητέρα του καὶ τῆς τόδωσε, λέγοντάς της: «Νά, ζεῖ πάλι ὁ γυιός σου». Κ᾿ εἶπε ἡ γυναίκα: «Τώρα κατάλαβα πὼς εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κι᾿ ὁ λόγος του εἶναι ἀληθινὸς στὸ στόμα σου».

Σὰν περάσανε τρία χρόνια, εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Ἠλία: «Πήγαινε στὸν Ἀχαὰβ καὶ παρουσιάσου μπροστά του, καὶ θὰ δώσω βροχὴ στὸ πρόσωπο τῆς γῆς». Τράβηξε λοιπὸν ὁ Ἠλίας καὶ πῆγε στὰ μέρη τῆς Σαμάρειας, κ᾿ ἤτανε μεγάλη πείνα. Ὁ Ἀχαὰβ εἶχε ἕναν οἰκονόμο τοῦ παλατιοῦ του ποὺ τὸν λέγανε Ἀβδιού, ἄνθρωπο ποὺ πίστευε στὸ Θεὸ καὶ ποὺ προστάτευε τοὺς λίγους ποὺ προσκυνούσανε τὸν ἀληθινὸ Θεό, κ᾿ εἶχε κρύψει ἑκατὸ παπάδες σὲ δυὸ σπηλιὲς καὶ τοὺς ἔθρεφε κρυφά. Εἶπε λοιπὸν μία μέρα ὁ βασιλιὰς στὸν Ἀβδιοὺ νὰ βγοῦνε μαζὶ στὸν κάμπο ἴσως βροῦνε λίγο χορτάρι γιὰ τ᾿ ἄλογά τους νὰ μὴν ψοφήσουνε. Ὁ Ἀχαὰβ τράβηξε ἀλλοῦ, κι᾿ ὁ Ἀβδιοὺ τράβηξε σ᾿ ἄλλο μέρος. Καὶ κεῖ ποὺ περπατοῦσε ὁ Ἀβδιού, βλέπει τὸν Ἠλία, καὶ σὰν τὸν εἶδε τὸν γνώρισε κ᾿ ἔπεσε χάμω καὶ τὸν προσκύνησε κ᾿ εἶπε: «Ἐσὺ εἶσαι, ἀφέντη μου, ὁ Ἠλίας;» Τοῦ λέγει ὁ προφήτης: «Ἐγὼ εἶμαι· μόνο σύρε καὶ πὲς στὸν ἀφέντη σου τὸν Ἀχαὰβ πὼς θέλω νὰ τὸν ἀνταμώσω». Κι᾿ ὁ καημένος ὁ Ἀβδιοὺ στενοχωρέθηκε καὶ τοῦ λέγει: «Ἀφέντη μου, τόσο ἀψηφᾶς τὴ ζωή σου καὶ θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἀχαάβ; Αὐτὸς δὲν ἄφησε τόπο ποὺ νὰ μὴ στείλει νὰ σὲ ζητήσει. Καὶ καλὰ νὰ πάγω νὰ τοῦ πῶ πὼς τὸν θέλεις, μὰ ἂν ἔρθει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ ἁρπάξει καὶ δὲν σὲ βρεῖ ὁ Ἀχαὰβ καὶ πεῖ πὼς τοῦ εἶπα ψέματα, θὰ μὲ σκοτώσει». Τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: «Στ᾿ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πήγαινε νὰ κάνεις ὅπως σοῦ εἶπα καὶ μὴ φοβᾶσαι». Κι᾿ ὁ Ἀβδιοὺ πῆγε νὰ βρεῖ τὸν Ἀχαάβ. Καὶ σὰν εἶδε ὁ βασιλιὰς ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἠλία, τοῦ φώναξε: «Ἐσὺ εἶσαι ποὺ παραπλανᾶς τὸ λαό;» Τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ παραπλανῶ τὸ λαό, ἀλλὰ ἐσὺ κ᾿ οἱ δικοί σου ποὺ ἀρνηθήκατε τὸν Κύριο καὶ προσκυνᾶτε τὸν Βάαλ. Λοιπὸν στεῖλε τώρα καὶ σύναξε ὅλους τοὺς παπᾶδες τῶν εἰδώλων, τοὺς παπάδες τῆς ντροπῆς, νἄρθουνε στὸ βουνὸ Καρμήλι». Κι᾿ ὁ βασιλιὰς ἔκανε ὅπως τοῦπε ὁ Ἠλίας. Καὶ σὰν μαζευθήκανε οἱ ἀλλαξόπιστοι, γυρίζει καὶ τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Ὡς πότε θὰ κουτσαίνετε πότε ἀπάνω στόνα ποδάρι καὶ πότε ἀπάνω στάλλο; Ἂν εἶναι θεὸς ὁ Κύριος, πηγαίνετε ξοπίσω του, κι᾿ ἂν εἶναι θεὸς ὁ Βάαλ, πηγαίνετε μαζί του». Κι᾿ ὁ λαὸς δὲν εἶπε τίποτα. Τοὺς λέγει πάλι ὁ Ἠλίας: «Ἐγὼ ἀπόμεινα ὁλομόναχος προφήτης τοῦ Θεοῦ, κ᾿ οἱ παπάδες ποὺ προσκυνᾶνε τὸν Βάαλ εἶναι χίλιοι διακόσοι. Φέρτε λοιπὸν δυὸ μοσχάρια, κι᾿ ἂς πάρουμε ἀπὸ ἕνα κι᾿ ἂς τὰ σφάξουμε κι᾿ ἂς κάνουμε προσευχή, ὁ καθένας στὸ θεό του, κι᾿ ὅποιος θεὸς ρίξει φωτιὰ καὶ κάψει τὸ βόδι, ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀληθινὸς θεός». Κι᾿ ὁ λαὸς φώναξε: «Σωστὸς εἶναι ὁ λόγος σου». Πήρανε λοιπὸν τὸ ἕνα τὸ βόδι οἱ χοτζάδες τοῦ Βάαλ καὶ κάνανε θυσιαστήριο καὶ τὸ σφάξανε καὶ τριγυρίζανε γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ μεσημέρι καὶ βγάζανε μεγάλες φωνὲς καὶ λέγανε: «Ἄκουσέ μας, Βάαλ, ἄκουσέ μας καὶ ρίξε φωτιά». Μὰ ἀδιαφόρετα. Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Φωνάξετε πιὸ δυνατά, γιατὶ μπορεῖ ὁ θεός σας νὰ κοιμᾶται ἢ νἄχει πιάσει κουβέντα». Καὶ κεῖνοι κράξανε καὶ ἱδρώνανε καὶ κόβανε τὰ κρέατά τους μὲ τὰ μαχαίρια καὶ μὲ τὰ χαντζάρια, ὡς τὴν ὥρα ποὺ κόντευε νὰ βασιλέψει ὁ ἥλιος. Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Παραμερίσατε νὰ κάνω κ᾿ ἐγὼ τὴν προσευχή μου». Πῆρε δώδεκα πέτρες, κατὰ τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, κ᾿ ἔχτισε θυσιαστήριο, κ᾿ ἔσκαψε λάκκο βαθὺν ὁλόγυρα, καὶ λιάνισε τ᾿ ἄλλο βόδι καὶ τὄβαλε ἀπάνω στὰ ξύλα καὶ λέγει στὸ λαό: «Πάρετε τέσσερες καρδάρες νερὸ καὶ χύσετέ τις ἀπάνω στὸ βόδι καὶ στὶς σχίζες τὰ ξύλα». Καὶ τὸ κάνανε. Κ᾿ εἶπε: «Δευτερώσατε!» καὶ δευτερώσανε. Κ᾿ εἶπε: «Τριτέψετε» καὶ τριτέψανε. Καὶ γέμισε νερὸ ὁ λάκκος καὶ ξεχείλισε. Καὶ τότε γύρισε ὁ Ἠλίας κατὰ τὸν οὐρανὸ κ᾿ εἶπε: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ἄκουσέ με σήμερα καὶ ρίξε φωτιά, γιὰ νὰ γνωρίσει ἐτοῦτος ὁ λαὸς πὼς ἐσὺ εἶσαι Κύριος ὁ ἀληθινὸς Θεός, καὶ πὼς ἐγὼ εἶμαι δοῦλος δικός σου, καὶ πὼς γιὰ σένα ἔκανα ὅ,τι ἔκανα. Ἄκουσέ με, Κύριε, ἄκουσέ με καὶ ρίξε φωτιά, γιὰ νὰ καταλάβει ὁ λαὸς ὅτι εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινὸς καὶ πὼς ἐσὺ γύρισες τὴν καρδιὰ τοῦ πρὸς ἐσένα». Καὶ παρευθὺς ἔπεσε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατάφαγε τὸ βόδι, τὰ ξύλα καὶ τὸ νερὸ καὶ τὶς πέτρες, ἀκόμα καὶ τὸ χῶμα ἔγλειψε ἡ φωτιά. Τότε ὁ λαὸς ἔπεσε καὶ προσκύνησε καὶ φώναξε: «Ἀληθινὰ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός».

Κι᾿ ὁ Ἠλίας ἔφυγε ἀπὸ κεῖ, ἐπειδὴ ἡ Ἰεζάβελ ἔστειλε νὰ τὸν σκοτώσουνε, καὶ τράβηξε μέσα ἀπὸ βουνὰ καὶ πέτρες νὰ πάγει στὸ βουνὸ Χωρήβ, ποὺ εἶναι κολλημένο μὲ τὸ Σινᾶ. Κι᾿ ἀπὸ τὴν κούραση ἔπεσε μισοπεθαμένος καὶ κοιμήθηκε κάτω ἀπὸ ἕνα δεντρὶ ποὺ τὸ λέγανε οἱ ντόπιοι ραθμᾶν κ᾿ οἱ Ἕλληνες τὸ λέγανε ἄρκευθο, κ᾿ εἶναι σὰν τὸ κέδρο. Καὶ πῆγε ἕνας ἄγγελος καὶ τοῦ εἶπε: «Σήκω καὶ φάγε, γιατὶ ἔχεις πολὺν δρόμο νὰ πάρης». Καὶ σὰν σηκώθηκε, εἶδε κοντὰ στὸ μέρος ποὖχε βάλει τὸ κεφάλι του, ἕνα κριθαρόψωμο κ᾿ ἕνα λαγήνι νερό, κ᾿ ἔφαγε κι᾿ ἀποκοιμήθηκε πάλι. Τρεῖς φορὲς τὸν σήκωσε ὁ ἄγγελος. Καὶ φτάνοντας στὸ Χωρήβ, βρῆκε ἕνα σπήλαιο κοντὰ στὸ μέρος ποὺ εἶχε δεῖ τὸν βάτο ὁ Μωυσῆς ὁποὺ ἄναβε χωρὶς νὰ καίγεται, καὶ μπῆκε μέσα. Κι᾿ ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: «Τί κάθεσαι αὐτοῦ, Ἠλία;» Κ᾿ εἶπε ὁ Ἠλίας: «Ἀγάπησε ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο Παντοκράτορα, γιατὶ σὲ ἀφήσανε οἱ γυιοὶ τοῦ Ἰσραήλ, γκρεμνίσανε τὶς ἐκκλησίες σου, σκοτώσανε τοὺς παπάδες σου, κ᾿ ἐγὼ ἀπόμεινα καταμόναχος καὶ ζητᾶνε νὰ πάρουνε τὴ ζωή μου». Τοῦ λέγει ὁ Κύριος: «Αὔριο θἄβγεις νὰ σταθεῖς μπροστά μου στὸ βουνὸ ἐτοῦτο καὶ θὰ σηκωθεῖ ἄνεμος δυνατός, ποὺ θὰ χαλᾶ τὰ βουνὰ καὶ τὶς πέτρες, ἀλλὰ δὲν θἆμαι ἐκεῖ μέσα· ὕστερα θὰ γίνει σεισμός, μὰ κ᾿ ἐκεῖ δὲν θάμαι· κ᾿ ὕστερα θὰ γίνει φωτιά, κι᾿ οὔτε ἐκεῖ θἆμαι· κ᾿ ὕστερα θὰ σφυρίξει ἕνα λεπτὸ ἀγέρι, κ᾿ ἐκεῖ θἆμαι». Καὶ σὰν τἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἠλίας, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ σκέπασε τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν προβιὰ ποὺ φοροῦσε. Κι᾿ ἄκουσε πάλι τὴ φωνὴ καὶ τὸν πρόσταξε νὰ γυρίσει πίσω καὶ νὰ πάγει στὴ Δαμασκό. Κ᾿ ἔπιασε νὰ περπατᾶ στὴν ἔρημο σὰν ἀγρίμι. Καὶ φτάνοντας στὴν Παλαιστίνη, εἶδε ἕνα ζευγολάτη ποὺ ὄργωνε τὸ χωράφι του, κι᾿ ὁ Ἠλίας ἔρριξε τὴ γούνα τοῦ ἀπάνω του. Κι᾿ ὁ ξοχάρης ἄφησε τ᾿ ἀλέτρι καὶ τὰ βόδια καὶ πῆγε μαζὶ μὲ τὸν Ἠλία. Αὐτὸς ἤτανε ὁ Ἐλισσαῖος ποὺ γίνηκε μαθητής του, καὶ καταστάθηκε μέγας προφήτης, καὶ δὲν ἀποχωρισθήκανε ὡς τὴ μέρα ποὺ ἅρπαξε τὸ δάσκαλό του ἕνα πύρινο ἁμάξι, καὶ τοὔριξε τὴ γούνα του μὲ τὴν ὁποία χτύπησε τὸν Ἰορδάνη καὶ πέρασε χωρὶς νὰ βραχεῖ.

Ὁ προφήτης Ἠλίας εἶναι πολὺ τιμημένος ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ὅπου νὰ πᾶς θὰ δεῖς ρημοκλήσια του ἀπάνω στὶς κορφὲς τῶν βουνῶν, ἀπὸ τὰ μικρὰ ὡς τὰ μεγάλα. Ὁ ἅγιος Νικόλας φυλάγει τὴ θάλασσα κι᾿ ὁ προφήτης Ἠλίας τὰ βουνά. Μέσα στὰ ρημοκλήσια τοῦ εἶναι ζωγραφισμένος ἀπὸ κείνους τοὺς παληοὺς μαστόρους σὰν τσομπάνος μὲ τὴ φλοκάτα, μὲ μαλλιὰ καὶ γένια ἀνακατεμένα καὶ στριφτὰ σὰν ἀγριόπρινος, γερακομύτης σὰν ἀητός, μὲ μάτια φλογερά. Κάθεται ἀπάνω σὲ μιὰ πέτρα, μπροστὰ σὲ μιὰ σπηλιά, σὰν τὸ ὄρνιο στὴ φωλιά του. Ἔχει ἀκουμπισμένο τὸ κεφάλι του στὴν ἀπαλάμη του, καὶ κοιτάζει κατὰ πίσω, σὰν νὰ ἀκούγει τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ μιλᾶ μέσα σὲ κεῖνα τὰ ἄσπλαχνα κράκουρα. Ἀπὸ πάνω του πετᾶ ὁ κόρακας μ᾿ ἕνα κομμάτι κρέας, καὶ χυμίζει κατὰ κάτω νὰ τοῦ τὸ δώσει. Ὅπως εἶναι ζωγραφισμένος μέσα στὸ ρημοκλήσι του, θαρρεῖς πὼς βρίσκεσαι ἀληθινὰ μέσα στὴ σπηλιά του, καὶ ἀκοῦς τὸν ἀγέρα ποὺ βουΐζει στὰ χορτάρια καὶ τὰ ὄρνια ποὺ κράζουνε κόβοντας γύρους ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ βουνό. Κανένα παμπάλαιο θυμιατήρι εἶναι κρεμασμένο δίπλα τοῦ ἀπάνω στὸν καπνισμένον τοῖχο, κανένα κερὶ σβηστὸ στέκεται μπηγμένο στὸν ἄμμο σ᾿ ἕνα μανουάλι βουνίσιο σὰν τὸν ἅγιο ποὺ εἶναι ὁ νοικοκύρης ἐκείνου τοῦ ρημοκλησιοῦ. Κάθε χρόνο, στὶς 20 Ἰουλίου, ἔρχουνται ἀποβραδὺς οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ μὲ τὸν παπά, καὶ τὸν προσκυνᾶνε τὸν προφήτη Ἠλία, ἀνάβουνε τὰ καντήλια, θυμιάζουνε, καὶ ψέλνει κανένας γέρος καὶ λέγει τὰ στιχηρὰ τῆς μνήμης του, καὶ κεῖνος ἀκούγει μὲ τὸ ἄγριο κεφάλι του ἀκουμπισμένο στὸ χέρι του, κι᾿ ὁ κόρακας βαστᾶ τὸ ἴσιο μὲ τὴ βραχνὴ φωνή του: «Χαίροις ἐπίγειε Ἄγγελε καὶ οὐράνιε ἄνθρωπε, Ἠλία μεγαλώνυμε. Χαίροις Ἠλία ζηλωτά, τῶν παθῶν αὐτοκράτωρ. Ὢ τοῦ θαύματος! Ὁ πήλινος ἄνθρωπος, οὐρανοὺς τοῦ βρέχειν ὑετὸν οὐκ ἔδωκεν, καὶ οὐρανοὺς ἀνατρέχει ἐν πυρίνῳ ἄρματι». Καὶ τὴν ἄλλη μέρα, ἅμα τελειώσει ἡ λειτουργία, φεύγουνε οἱ ἄνθρωποι, κι᾿ ὁ Ἠλίας κάθεται πάλι ὁλομόναχος «μονώτατος», βουβός, τυλιγμένος στὴν προβιά του, σὰν ἀγιούπας κουρνιασμένος. Χιλιάδες χρόνια κάθεται ἔτσι, ἄλλες πολλὲς θὰ κάθεται, «ἕως τοῦ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανή».


https://amethystosbooks.blogspot.com

"Αν ο τόπος της καρδιάς γίνει καθαρός και αμόλυντος τα θεία χαρίσματα του Κυρίου έρχονται μόνα τους".



Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

"Η  πλάνη έχει διάφορες μορφές και κάθε μορφή διάφορες βαθμίδες. Τις πιο πολλές φορές η πλάνη είναι καλυμμένη. Λίγες φορές είναι φανερή. Συχνά φέρνει τον άνθρωπο σε κατάσταση τέτοιας συγχύσεως που φτάνει να γίνεται γελοίος και αξιολύπητος. Όχι σπάνια τον οδηγεί στην .... τελειωτική ψυχική καταστροφή. 

Η πλάνη δυστυχώς γίνεται αντιληπτή από τους πολλούς πολύ όψιμα και μάλιστα από τις φανερές συνέπειές της. Πρέπει όμως να γίνεται αντιληπτή από το ξεκίνημά της από τον πλανεμένο δηλαδή συλλογισμό του νου. Ο πλανεμένος συλλογισμός του νου αποτελεί τη βάση όλων των παρεκτροπών και των ολέθριων ψυχικών καταστάσεων. Σ΄αυτόν υπάρχει ήδη όλο το οικοδόμημα της πλάνης όπως στον σπόρο υπάρχει το φυτό που θα βλαστήσει μετά τη σπορά του στη γη.

Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος λέει: "Έχει γραφεί πως η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται φανερά, ΄οπως την περιμένουμε. Όσοι βρέθηκαν με τέτοιο φρόνημα κατάντησαν σε υπερηφάνεια και πτώση. 

Αλλά εμείς ας κάνουμε την καρδιά μας τόπο των έργων της μετάνοιας και της θεάρεστης διαγωγής. Τα χαρίσματα του Κυρίου έρχονται μόνα τους, αν ο τόπος της καρδιάς γίνει καθαρός και αμόλυντος.

Το να ζητάμε όμως τη φανερή απόκτηση των υψηλών θείων χαρισμάτων είναι απαράδεκτο για την Εκκλησία του Θεού. Όσοι το έκαναν απόκτησαν υπερηφάνεια και έπεσαν. Κι αυτό δεν είναι σημάδι αγάπης προς τον Θεόν αλλά αρρώστια της ψυχής. Πώς μπορούμε εμείς να ζητήσουμε τα υψηλά χαρίσματα του Θεού, όταν ο θείος Παύλος καυχιέται μέσα στις δοκιμασίες και θεωρεί ότι το πιο υψηλό χάρισμα του Θεού είναι η μετοχή στα παθήματα του Χριστού;". 

Την προσευχητική σου άσκηση στήριξέ την ολόκληρωτικά στον Θεό, διαφορετικά δεν θα μπορέσεις να κάνεις την παραμικρή πρόοδο. Σ΄αυτή την άσκηση κάθε βήμα προόδου είναι θείο δώρο.

Απαρνήσου λοιπόν τον εαυτό σου και παραδώσου στον Θεό. Άφησέ τον να κάνει σε σένα ό,τι θέλει. Και δεν θέλει ο Πανάγαθος παρά να σου χαρίσει όσα δεν έχει βάλει ο λογισμός σου, δεν θέλει παρά να σου δώσει αγαθά τέτοια που ονους και η καρδιά στην μεταπτωτική τους κατάσταση δεν τα γνωρίζουν.
Όποιος δεν απέκτησε ψυχική καθαρότητα δεν μπορεί να αποκτήσει την παραμικρή γνώση ή αντίληψη των πνευματικών χαρισμάτων με τη φαντασία του συγκρίνοντάς τα με τα γνωστά ευχάριστα ψυχικά αισθήματα. Γι΄αυτό ρίξε τη φροντίδα σου στον Κύριο με την απλότητα και τήν πίστη". 

--------------------------------------------------------
Από το βιβλίο: ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Δ΄, σελ. 8-9

https://amethystosbooks.blogspot.com/

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Ομοιοπαθης καλογερος σε μοναστήρι Χανιά Κρήτης . Συμφωνώ σε ολα πλην ευθανασίας Η ΓΑΡ ΔΥΝΑΜΙΣ ΜΟΥ ΕΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ

Φωτογραφία της Kiki Tsakiri.
 Ο κλινήρης μοναχός Σωφρόνιος, ο οποίος πάσχει από την τερματική Νόσο Κινητικού Νευρώνος, παραχώρησε πρόσφατα μια συγκλονιστική συνέντευξη στο Crete TV, με την βοήθεια βλεμματικού συστήματος πληκτρολόγησης.
.
ΕΡ: Λένε ότι ο πόνος ολοκληρώνει την ύπαρξη. Εσείς το βιώνετε αυτό και πώς;
.
ΑΠ: Ο πόνος είναι ένα μεγάλο σχολείο και διδάσκει την αυτογνωσία η οποία οδηγεί στην αδελφογνωσία και εν τέλει στη θεογνωσία. Ο πόνος σε ταπεινώνει και με την ταπείνωση, η καρδιά μας μαλακώνει και ανοίγει στο Θεό και στον συνάνθρωπο μας. Επικοινωνώ με ανθρώπους σε όλο το κόσμο που υποφέρουν από σωματικές ή ψυχικές ασθένειες. Με την βοήθεια του Θεού, με την εμπειρία μου στο κρεβάτι του πόνου, τους καταλαβαίνω, έστω και λίγο για να τους πω ένα παρήγορο λόγο, ένα λόγο του Χριστού μας. Σήμερα, υπάρχει τόση μοναξιά στον κόσμο και ταραχή και φόβος. Εμείς οι Χριστιανοί που έχουμε το δώρο Θεού να γνωρίζουμε τον Χριστό πρέπει να μοιραζόμαστε με τον συνάνθρωπο μας την χαρά, την γαλήνη και την αγάπη που είναι ο Χριστός. Δεν είναι αυτός ο στόχος της ύπαρξής μας, να σωθούμε όλοι;
.
ΕΡ: Τι θα λέγατε σε κάποιον που θέλει να κάνει ευθανασία;
.
ΕΡ: Η ζωή είναι ένα δώρο του Θεού προς όλους μας. Το καταλαβαίνω αυτό καλύτερα από ποτέ τώρα που είμαι στο κρεβάτι. Κανείς μας δεν ήρθε στη ζωή με τη θέλησή του. Οπότε πώς μπορείς να δώσεις ένα τέλος στη ζωή σου, αφού στην ουσία δεν σου ανήκει ; Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το πρόβλημα της εποχής μας, καλλιεργεί στο σύγχρονο άνθρωπο ένα εγωκεντρικό τρόπο ζωής, αποκομμένο από το κοινωνικό σύνολο, από την οικογένεια, τη γειτονιά, την πατρίδα κ.λπ. με αποτέλεσμα να θεωρούμε ότι είμαστε ανεξάρτητοι, αυτοκινούμενοι σε αυτό τον κόσμο. Νομίζω είναι λάθος θεώρηση της ζωής που οδηγεί τον άνθρωπο της εποχής μας από την «αυτοθέοση» στην αυτοκτονία. Καταλαβαίνω ότι δε θέλει ο ασθενής να γίνει βάρος στους άλλους ή δε θέλει τους αγαπημένους του να τον βλέπουν να υποφέρει. Είναι πολύ ταπεινωτικό – το ξέρω πολύ καλά. Αλλά ο ταπεινός έχει την Βασιλεία του Θεού, όχι ο εγωιστής.
.
ΕΡ: Πιστεύετε ότι εάν δεν είχατε πίστη θα είχατε την ίδια στάση απέναντι στον πόνο;
.
ΑΠ: Χωρίς τον Χριστό θα ήμουν χάλια. Υπάρχει ένας άλλος πόνος που είναι οδυνηρότερος του πόνου για τον οποίο μιλούμε. Και αυτός είναι ο πόνος που νιώθει η ψυχή, όταν της λείπει η παρουσία του Θεού, που ζωογονεί τα πάντα και δίδει νόημα και σε αυτόν τον ανθρώπινο πόνο. Η απουσία του Θεού από τη ζωή του ανθρώπου σήμερα, είναι ο οδυνηρότερος και πιο αβάσταχτος πόνος.
.
ΕΡ: Στο κρεβάτι του πόνου έρχονται στιγμές που σας κάνει να αμφισβητήσετε το Θεό και την πίστη σας;
.
ΑΠ: Το αντίθετο, με ενώνει με το Θεό και νιώθω την Αγάπη και την παρουσία Του πιο έντονη. Αλλά δεν σημαίνει ότι δεν έρχονται και οι στιγμές της ανθρώπινης αδυναμία. Ο Χριστιανός χρειάζεται πίστη, ανδρεία, και τόλμη. Ο Θεός δεν σας εγκαταλείπει ποτέ.
.
ΕΡ: Πώς μπορεί να γίνει ο πόνος ευλογία; Τί μπορεί να σημαίνει "ζωή" όταν είσαι καθηλωμένος στο κρεβάτι του πόνου;
.
ΑΠ: Ο πόνος και οι δυσκολίες μερικές φορές είναι ανυπόφοροι για τον άνθρωπο. Αυτές τις στιγμές νιώθω την παρουσία και την παρηγοριά του Θεού πιο έντονα. Νομίζω και σε αυτά τα δύο ερωτήματα η απάντηση μπορεί να δοθεί από Εκείνον που κι εγώ τη λαμβάνω στις δύσκολες στιγμές μου, όταν ενατενίζω τον παθόντα και εσταυρωμένο Χριστό. Αυτός πρώτος μετέτρεψε τον δικό Του πόνο σε ευλογία. Και η δική Του ζωή πάνω στο Σταυρό δοξάστηκε και παρέμεινε στην ιστορία ως ο Βασιλεύς της Δόξης. Είναι το πρότυπο και συγχρόνως η ανάπαυση κάθε πονεμένου.
.
ΕΡ: Ποιές είναι οι δυσκολίες της ασθενείας σας;
.
ΑΠ: Έχω ALS/MND - η ασθένεια του Stephen Hawking. Δεν έχει θεραπεία. Είμαι παράλυτος, μόνο κουνώ τα βλέφαρα και τα χείλη μου. Δεν καταπίνω, σιτίζομαι από ένα γαστροσωλήνα. Δεν αναπνέω μόνος μου, παρά μόνο με την υποστήριξη ενός αναπνευστήρα. Μπορώ να σας πω λεπτομέρειες, αλλά αρκεί να πω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα χωρίς την βοήθεια κάποιου να με φροντίζει. Ως λαϊκός ήμουν πολύ ανεξάρτητος σε ένα βαθμό πολύ εγωιστικό. Τώρα που δεν μπορώ να κάνω το παραμικρό χωρίς κάποιον άλλον, καταλαβαίνω γιατί ο Χριστός μας δίδαξε να είμαστε ενωμένοι σε ένα σώμα. Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον, να είμαστε σε μια κοινωνία με τους συνάνθρωπους μας.
.
ΕΡ: Πόσα χρόνια βρίσκεστε στο κρεβάτι και πως γίνεται η επικοινωνία;
.
ΑΠ: Είμαι 6 χρόνια μόνιμα στο κρεβάτι. Επικοινωνώ με ένα σύστημα του υπολογιστή που μου επιτρέπει να γράφω με τα μάτια μου. Δόξα τω Θεώ! Βλέπετε, τί οικονομεί ο καλός Θεός!
.
ΕΡ: Τί θεωρείτε πως κερδίσατε ως το πιο θετικό από την ασθένεια σας;
.
ΑΠ: Χωρίς αμφιβολία, το πιο θετικό είναι η ένωση μου με τον Θεό, που νοιώθω την αγάπη Του να γεμίζει την καρδιά μου.
.
ΕΡ: Η σχέση σας με τους αδερφούς σας στην Ι.Μ. Γουβερνέτου, πώς είναι τώρα με την ασθένεια σας;
.
ΑΠ: Είμαι πολύ ευλογημένος στην Ι.Μ. Γουβερνέτου. Είναι ένας άγιος τόπος κάτω από την σκέπη της Παναγίας. Με την έντονη παρουσία του Αγίου Ιωάννη του Ερημίτη και τόπος μαρτύρων – έχει πολύ χάρη. Μες στην Θεία Οικονομία έχω ένα πολύ ευλογημένο ηγούμενο, τον γέροντα Ειρηναίο, άνθρωπο του Θεού, γεμάτο αγάπη. Η αδελφότητα είναι πολύ αγαπημένη με πατέρες ταπεινούς, που κάνουν τον αγώνα τους. Με φροντίζουν με θυσιαστική αγάπη. Ένα παράδειγμα για την αγάπη που υπάρχει εδώ: Ταυτόχρονα ως δόκιμος παρουσιάστηκε η ασθένειά μου. Διαγνώστηκε ΑLS, μια ανίατη ασθένεια . Όταν έμαθα ποιά θα είναι η εξέλιξή της είπα στον γέροντά μου ότι δεν θέλω να γίνω βάρος στην αδελφότητα και δεν θα μονάσω. Όμως ο γέροντας και όλοι οι πατέρες είπαν ότι με θέλουν όπως είμαι. Αυτή είναι η αγάπη του Χριστού.
.
ΕΡ: Τι θα ήθελες να έλεγες στους τηλεθεατές που σε παρακολουθούν αυτήν την στιγμή, ασθενείς και μη;
.
ΑΠ: Η ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Με τον Χριστό στο κέντρο της ζωής σας έχετε αγάπη, γαλήνη και η ζωή έχει άλλο νόημα. Όπως ο άγιος Πορφύριος έλεγε: «Ο Χριστός είναι το παν».


https://www.facebook.com/kiki.tsakiri.90

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΙΤΟΥ. ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Φωτογραφία του Sotiris Evangelidis.

Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με
Αυτά δεν σας τα έχω πει άλλη φορά. Αυτή είναι μια δική μου παράλειψης, κι ας πούμε δική μου υπευθυνότητα.
Ή καρδιά τού ανθρώπου είναι το κέντρο των υπέρ φύσιν, των κατά φύσιν και των παρά φύσιν κινήσεων. Τα πάντα ξεκινούν από την καρδιά. Εάν ή καρδιά καθαρισθεί, τότε όπτάνεται ό Θεός, βλέπουμε τον Θεό. Πώς θα Τον δούμε; Μήπως ό Θεός είναι ανθρωπόμορφος και έχει σχήμα ανθρώπινο για να Τον δούμε; Όχι. Ό Θεός είναι νοητός. Ό Θεός είναι Πνεύμα- και ως Πνεύμα απόλυτον βρίσκεται στο σύμπαν. Αλλά βρίσκεται και μέσα στην καρδιά τού ανθρώπου, όταν αυτή γίνει δεκτικό δοχείο. Και για να γίνει δεκτικό δοχείο, πρέπει να γίνει καθαρή. Όχι να την πλένουμε με νερό, αλλά να γίνει καθαρή από λογισμούς ακάθαρτους. Αλλά για να καθαρισθεί ή καρδιά πρέπει να πιει κάποιο φάρμακο. Το φάρμακο είναι ή προσευχή.
https://www.facebook.com/evangelidissotos

Οι πέτρες. Πρώτη σύσταση, στερνό απομεινάρι της γης ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ




Οι πέτρες. Πρώτη σύσταση, στερνό απομεινάρι της γης
(Φώτης Κόντογλου)
Πέτρες! Τί εἶναι οἱ πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές. Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης.
Ὡστόσο, μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του. Δὲν κουνιοῦνται ἀπὸ τὸν τόπο τους, δὲν μιλᾶνε. Μὰ θαρρῶ πὼς ἀκοῦνε καὶ πὼς βλέπουνε. Μᾶς βλέπουνε ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κι ὅσα κάνουμε, ἀκοῦνε ὅσα λέμε ἐμεῖς οἱ λιγόζωοι, οἱ ψευτο-κανωμένοι, καὶ μᾶς ἐλεεινολογᾶνε γιὰ τὴν ἀνοησία μας, πὼς τάχα θὰ κυριέψουμε τὸν κόσμο! Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα σὲ κάποια μεριά. Ἀπὸ τότε τὶς πατήσανε χιλιάδες ἄνθρωποι, δίχως νὰ τὶς δώσουνε καμμιὰ προσοχή, κι ὅλοι τους γινήκανε κουρνιαχτός, σὰν νὰ μὴν ᾔρθανε ποτὲς στὸν κόσμο.


Πολλὲς φορὲς κάθουμαι καὶ κοιτάζω τὶς πέτρες ποὺ τυχαίνει νὰ βρίσκουνται μπροστά μου, καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ κοιτάζουνε καὶ κεῖνες μὲ κάποια μυστηριώδη μάτια ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ πὼς κρυφοκουβεντιάζουνε μεταξύ τους καὶ πὼς κρυφογελοῦνε γιὰ τὴν κουταμάρα μας νὰ φανταζόμαστε μεγάλα καὶ τρανὰ πράγματα, νὰ βγάζουμε ὁ ἕνας τ᾿ ἀλλουνοῦ τὰ μάτια καὶ νὰ τὶς στοιβιάζουμε, αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ μᾶς περιγελᾶνε, τὴ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη, ἢ νὰ τὶς πελεκᾶμε γιὰ νὰ κάνουμε ἀγάλματα καὶ ταφόπετρες, γιὰ νὰ τὶς βάλουμε ἀπάνω στὴν κοιλιά μας ἅμα πεθάνουμε! Ἀνατριχιάζω ὧρες-ὧρες, γιατὶ νοιώθω καθαρὰ τὰ γέλια ποὺ κάνουνε κρυφὰ οἱ πέτρες γιὰ τὴν κουταμάρα μας.

*
Ἀπὸ μικρὸς ἀγαποῦσα νὰ μαζεύω βότσαλα στὴν ἀκροθαλασσιά. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ἔχω ἀκόμα. Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ἕνα βράδυ, βρέθηκα κοντὰ στὴν ἀγαπημένη μου τὴ θάλασσα, σὲ μιὰ βορεινὴ ἀκρογιαλιά. Ὁ ἥλιος ἔγερνε στὸ βασίλεμα. Φυσοῦσε λίγο βοριαδάκι, καὶ τὰ κύματα ἔρχονταν ἥμερα ἀπὸ τὸ πέλαγο κι ἀφρίζανε ἀπάνω στὰ χαλίκια. Ἔγινα ἄλλος ἄνθρωπος ἄμα ἄκουσα τὸ ροχαλητὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ μὲ νανούρισε ἀπὸ τὴν κούνια μου. Πῆρα τὸ γιαλό-γιαλό, καὶ τράβηξα κατὰ κεῖ ποὺ ἔβγαινε ἕνας κάβος κ᾿ ἔκλεινε ὁ κόρφος.
Ἀντίκρυ θαμποφαινόντανε, μέσα στὴ ἄχνα της θάλασσας, τὰ βουνὰ τῆς Εὔβοιας. Κατὰ τὸν γραῖγο, ξεχώριζε καθαρὰ ἡ στεριά, μ᾿ ἕναν ἄλλο κάβο, πέρα ἀπὸ τὸν Μαραθῶνα. Παραμέσα στὴ στεριά, βορεινότερα ἀπὸ κεῖ ποὺ στεκόμουνα, μαυρίζανε τὰ ἄγρια μυτερὰ βουνά, ποὺ ξεπετιοῦνται ἀπὸ τὴν Πεντέλη σὰν δυναμάρια. Ὅσο ἥμερο εἶναι αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη μπάντα, ποὺ κοιτάζει κατὰ τὴν Ἀθήνα, τόσο ἄγριο καὶ θυμωμένο εἶναι ἀπὸ τούτη τὴ μεριά, ἀπὸ τὰ βορεινά, σὰν νὰ φοβερίζει τὸ μπουγάζι ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πέρσες γιὰ νὰ τὸ πατήσουν, πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια.
Περπατοῦσα, λοιπόν, γιαλὸ-γιαλὸ καὶ μάζευα πέτρες. Εἶχε χρωματιστὰ χαλίκια λογῆς-λογῆς, μὰ ἡ θάλασσα τὰ ξέπλυνε κι ἀνάβανε τὰ γλυκὰ χρώματα ποὺ εἴχανε. Τὰ κύματα ἀφρίζανε δίπλα μου, βγάζοντας τὴ μυστικὴ βουή τους, ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια ἀνασαμιὰ τῆς θάλασσας, κι ἐγὼ ἔσκυβα κάθε τόσο κι ἔπαιρνα ἕνα χρωματιστὸ λιθάρι, κι ἀφοῦ τὸ κοίταζα καλά, τὸ ἔχωνα στὴν τσέπη μου, σὰ νά ῾τανε κανένα ρουμπίνι ἢ ζουμπρούτι. Κάθε τόσο, κάθιζα χάμω καὶ κοίταζα, μιὰ κατὰ τὰ πέλαγο, μιὰ τὸν θησαυρὸ ποὺ πατοῦσα, τὶς δροσερόχρωμες κεῖνες πέτρες ποὺ στολίζανε τὸ σύνορο τῆς θάλασσας. Ὅπως μὲ χώριζε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πολιτείας κι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες της τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας, γεμίζοντας τ᾿ αὐτιά μου μὲ τὰ μυστικὸ καὶ βαρὺ ἴσο του, τὸ ἴδιο καὶ τὰ χαλίκια μὲ κάνανε νὰ ξεχάσω κάθε τι πολύπλοκο καὶ μάταιο ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος.
*
Μάζεψα κάμποσα βότσαλα καὶ τὰ πῆγα σ᾿ ἕνα μέρος καὶ τὰ φύλαξα. Ὕστερα ξαναγύρισα καὶ μάζεψα κι ἄλλα. Τί ἔμορφα κ᾿ ἐκφραστικὰ χρώματα ποὺ εἴχανε τὰ χαλίκια! «Οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλλετο ὡς ἓν τούτων». Τί παράξενα κόκκινα, κεραμιδιά, βυσσινιά, τριανταφυλλιά, σταχτιὰ λογιῶν-λογιῶν, κίτρινα, ἀσπροκίτρινα, πορτοκαλλιά, μελιά, πρασινογάλαζα, λαδιά, μαῦρα, πρασινόμαυρα!
Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὰ μικρά μου χρόνια, κι ὅσα ἔγραψα τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα μοναχὸς στὸ νησί μου; «Μάζευα ὅ,τι εὕρισκα στὴν ἀκροθαλασσιά, ἕναν κόσμο κοχύλια καὶ τσόφλια, εἴτε χρωματιστὲς πέτρες. Ὅλα αὐτὰ τὰ στόλιζα ἐκεῖ μέσα. Μοῦ ῾καναν μιὰ βαθειὰ ἐντύπωση, ὅσο τίποτα στὸν κόσμο… Ἔστεκα ὧρες καὶ τὰ κοίταζα, σηκωνόμουν κ᾿ ἔβλεπα ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὰ βουνὰ καὶ τὴ θάλασσα». Κι ἀλλοῦ ἔγραφα: «Μιὰ ἄσπρη πέτρα ἀπάνω στὸν ἄμμο, ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ κείτεται στ᾿ ἀκρογιάλι, τραβοῦν τὴν προσοχή μου. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα πράγματα, ἐδῶ μοῦ φαίνονται γεμάτα ἀπὸ ἐνδιαφέρον… Βλέπω τὰ πράγματα ἴσια, χωρὶς ἡ ἐντύπωση νὰ βλαφτεῖ ἀπ᾿ ὅ,τι ἔμαθα νὰ καταλαβαίνω ὡς τώρα, λέγοντας αὐτὰ τὰ δυὸ λόγια: Νερὰ καὶ γῆς. Ἐδῶ κἂν δὲν ὑπάρχουν πλέον ὀνόματα, παρὰ τὰ ἴδια τὰ πράγματα πέφτουν ἀπάνω στὴν ψυχή μου ἀπ᾿ τὸ βάρος τους, ἄγρια κι ἀδιάφορα…».
Καὶ ὅμως, πόσο ἀγαπημένες μοῦ εἶναι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ μάζεψα! Κείτουνται ἐκεῖ χάμω, σωρός, καὶ κανένας δὲν τὶς βλέπει, κανένας δὲν καταδέχεται νὰ τὶς δεῖ. Κ᾿ ἐγώ, σὰν νὰ εἶμαι ὁ μόνος πό ῾χει μάτια γιὰ νὰ δεῖ τὴ μυστηριώδη ἐμορφιά τους.
Σάν γύρισα στὸ σπίτι μου, τὶς ἔβαλα μέσα σ᾿ ἕνα τάσι, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ποὺ εἶχα μαζέψει ἄλλη φορά, κι ἔχυσα μέσα νερὸ γιὰ νὰ μὴν ξεραθοῦνε καὶ ξεθωριάσουν.
«Ἄχ! Τίποτα μέσα στὴν κάμαρα δὲν ἤτανε τόσο ἔμορφο, σὰν καὶ κεῖνες τὶς πέτρες, μήτε οἱ ζωγραφιές, μήτε τὰ κανάτια, μήτε τὸ παλιὸ κιλίμι ποὺ εἶναι στρωμένο χάμω. Ἀληθινὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰπωμένα ὄχι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται».
(“Ευλογημένο Καταφύγιο“, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΑΚΡΙΤΑΣ”)

(Πηγή ηλ. κειμένου: nektarios.gr)
https://anasasismoisotirias.blogspot.com/2018/06/blog-post.html

Αγάπη είναι....

Φωτογραφία του χρήστη Ο τοίχος είχε τη δική του υστερία.

https://www.facebook.com/oToixosEixeThDikhTouYsteria/