Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Αγ. Νικολάου Καβάσιλα - Περί της εν Χριστώ ζωής (Απόσπασμα Λόγου Α : Η ένωση των πιστών με τον Χριστό)


 Η ένωση των πιστών με τον Χριστό


6. Πέρα όμως από όλα αυτά, όταν η ίδια η Ζωή, ο Χριστός, υπόσχεται στους πιστούς ότι θα είναι για πάντα μαζί τους, λέγοντας «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως τής συντελείας του αιώνος», τί άλλο χρειάζεται να σκεφθούμε; Ο Χριστός εξάλλου δεν έφερε στην γη τους σπόρους της ζωής ούτε έδωσε την φωτιά και το μαχαίρι και ευθύς αμέσως απήλθε αφήνοντας στους ανθρώπους την φροντίδα για την βλάστηση και την ανάπτυξη των φυτών, για το άναμμα τής φωτιάς και για την χρήση του μαχαιριού, αλλά ο Ίδιος είναι πράγματι πανταχού παρών «ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν», όπως είπε ο μακάριος Παύλος. Και την φωτιά Αυτός την ανάβει και μας την προσφέρει, και το μαχαίρι Αυτός είναι που το κρατά. Και με έναν λόγο, όπως «ούτε η αξίνη έχει αξία χωρίς τον εργάτη πού την υψώνει», έτσι και κανένα αγαθό δεν μπορεί να αποκτηθεί από όσους δεν έχουν μαζί τους τον Πανάγαθο Θεό.

7.Και ακόμη, ο Κύριος δεν υποσχέθηκε στους πιστούς ότι θα είναι απλώς κοντά τους, αλλά και ότι θα μένη μαζί τους και μάλιστα, ότι θα εγκαταστήση μέσα τους μόνιμη κατοικία. Αλλά τί λέω, αφού ακόμη αναφέρεται ότι τόσο φιλάνθρωπα ενώνεται μαζί τους, ώστε να αποτελή με αυτούς «εν πνεύμα»; «Ο κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμα εστι», διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος. Και αλλού λέει: «Ίνα ήτε εν σώμα και εν πνεύμα, καθώς εγεννήθητε». Και όπως ακριβώς η φιλανθρωπία του Θεού είναι άρρητη και η αγάπη Του για το γένος μας ασύλληπτη από τον ανθρώπινο νου και ταιριαστή μόνον στην θεία αγαθότητα - γιατί αυτή είναι «η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν» -, έτσι και η ένωση του Θεού με τους αγαπημένους Του είναι επόμενο να υπερβαίνη κάθε ένωση και να μη συγκρίνεται με τίποτε.

8. Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή δεν αρκέσθηκε σε Ένα μόνον παράδειγμα, αλλά χρησιμοποίησε πολλά, για να μπορέση να δηλώση αυτήν την συνάφεια Θεού και ανθρώπου. Έτσι, άλλοτε φέρνει ως παράδειγμα την σχέση οικίας και ενοίκου, άλλοτε της αμπέλου και του κλήματος, άλλοτε τού γάμου και άλλοτε την σχέση των μελών του σώματος και της κεφαλής. Κανένα όμως από τα παραδείγματα αυτά δεν εξισώνεται με την συνάφεια Θεού και ανθρώπου, γιατί μέσω αυτών δεν μπορούμε να φθάσουμε με ακρίβεια στην αλήθεια. Διότι η συνάφεια πρέπει να είναι ανάλογη προπάντων με την αγάπη. Τί θα μπορούσε όμως να εξισωθή με την αγάπη του Θεού;

9. Έπειτα, ακόμη και τα παραδείγματα που θεωρούνται ότι κατ’ εξοχήν φανερώνουν την συνάφεια και την ενότητα - ο γάμος δηλαδή και η συναρμογή των μελών με την κεφαλή -, και αυτά απέχουν πολύ από το να δηλώσουν την ένωση Θεού και ανθρώπου. Ο μεν γάμος δεν είναι δυνατόν να συνάψη τους συζύγους τόσο στενά, ώστε να υπάρχη και να ζή ο ένας μέσα στον άλλον, πράγμα που συμβαίνει στην ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας. Γι’ αυτό ο θείος Απόστολος, όταν είπε για τον γάμο: «το μυστήριον τούτο μέγα εστιν», προσέθεσε: «λέγω δε εις Χρίστον και εις την Εκκλησίαν», θέλοντας να δείξη ότι τον θείο γάμο θαυμάζει και όχι τον ανθρώπινο. Τα μέλη πάλι του σώματος είναι συνημμένα με την κεφαλή και ζουν χάρη στην ένωση μαζί της και, αν χωρισθούν από αυτήν, πεθαίνουν. Αλλά είναι φανερό ότι και αυτά είναι περισσότερο συνημμένα με τον Χριστό παρά με την ίδια τους την κεφαλή, και η ζωή τους εξαρτάται περισσότερο από τον Χριστό παρά από την συναρμογή τους με την κεφαλή. Αυτό φάνηκε από την στάση των αγίων Μαρτύρων, οι οποίοι υπέμειναν ευχαρίστως τον διαμελισμό των σωμάτων τους, δεν ανέχθηκαν όμως ούτε να ακούσουν τον χωρισμό από τον Χριστό. Δέχθηκαν με αγαλλίαση τον χωρισμό των μελών από την κεφαλή τους, από τον Χριστό όμως δεν μπόρεσαν να χωρισθούν ούτε με μία τους λέξη.

10. Και δεν ανέφερα ακόμη το πιο παράδοξο: Με τί άλλο θα μπορούσε να ενωθή κανείς στενότερα παρά με τον εαυτό του; Και όμως η ένωση αυτή είναι ασθενέστερη από την ένωση με τον Χριστό. Καθένα δηλαδή από τα πνεύματα των αγίων είναι μεν ένα και το αυτό με τον εαυτό του, είναι όμως περισσότερο ενωμένο με τον Σωτήρα παρά με τον εαυτό του, γιατί αγαπά περισσότερο Εκείνον παρά τον εαυτό του. Το επιβεβαιώνει αυτό ο Απόστολος Παύλος, ο όποιος ευχόταν να χωρισθή από τον Χριστό χάριν της σωτηρίας των Ιουδαίων, για να αυξηθή η δόξα Εκείνου. Αν όμως η ανθρώπινη αγάπη είναι τόσο μεγάλη, την θεϊκή είναι αδύνατον να την συλλαβή κανείς. Γιατί, αν οι πονηροί άνθρωποι μπόρεσαν να δείξουν τόσο μεγάλη καλοκαγαθία, τί πρέπει, να πή κανείς για την αγαθότητα του Θεού;Αφού λοιπόν ο θείος έρωτας είναι τόσο υπερφυής, κατ’ ανάγκην και η συνάφεια με την οποία συνδέονται με τον Θεό όσοι Τον αγαπούν υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική και είναι αδύνατον να παραλληλισθή με κάποιο παράδειγμα.

Αρχαίο κείμενο

6. Καίτοι οὐ παρεῖναι τοῖς ἁγίοις ὁ Κύριος ἐπηγγείλατο μόνον, ἀλλὰ καὶ μένειν παρ’ αὐτοῖς, καί, ὃ τούτου μεῖζον, μονὴν ἐν αὐτοῖς ποιῆσαι. Καὶ τί λέγω, ὅπου γε καὶ ἑνοῦσθαι λέγεται αὐτοῖς οὕτω φιλανθρώπως ὥστε ἓν πνεῦμα μετ’ αὐτῶν εἶναι. «Ὁ γὰρ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι», καί· «Ἵνα ἦτε ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα καθὼς ἐγεννήθητε», Παύλου φωνή.

7. Καθάπερ γὰρ ἡ φιλανθρωπία ἄρρητος, καὶ ἡ περὶ τὸ ἡμέτερον γένος ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν λόγον τὸν ἀνθρώπινον ὑπερβαίνει καὶ τῇ θείᾳ ἀγαθότητι μόνῃ προσῆκεν, αὕτη γάρ ἐστιν «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν», τὸν ἴσον τρόπον ἀκόλουθον καὶ τὴν πρὸς τοὺς φιλουμένους ἕνωσιν ὑπὲρ πᾶσαν ἕνωσιν εἶναι ἣν ἄν τις δύναιτο λογίσασθαι, καὶ πρὸς οὐδὲν παράδειγμα φέρειν.

8. Διὰ τοῦτο καὶ πολλῶν ἐδέησε τῇ Γραφῇ παραδειγμάτων, ὥστε δυνηθῆναι τὴν συνάφειαν ἐκείνην μηνῦσαι, ὡς οὐκ ἀρκοῦντος ἑνός. Καὶ νῦν μὲν ἔνοικον καὶ οἰκίαν εἰσάγει, νῦν δὲ ἄμπελον καὶ κλῆμα· καὶ νῦν μὲν γάμον, νῦν δὲ μέλη καὶ κεφαλήν· ὧν οὐδέν ἐστιν ἴσον ἐκείνῃ· οὐ γάρ ἐστι ἀπὸ τούτων τῆς ἀληθείας ἀκριβῶς ἐφικέσθαι. Μάλιστα μὲν γὰρ ἀνάγκη τῇ φιλίᾳ καὶ τὴν συνάφειαν ἀκόλουθον εἶναι· τί δ’ ἂν γένοιτο τῆς θείας ἀγάπης ἴσον;

9. Ἔπειθ’ ὅτι καὶ τὰ μάλιστα συνάφειαν καὶ ἑνότητα δεικνύναι δοκοῦντα, ὁ γάμος ἐστὶ καὶ ἡ τῶν μελῶν πρὸς τὴν κεφαλὴν ἁρμονία· ταῦτα δὲ παμπληθὲς εἴσω πίπτει, καὶ πολλοῦ δεῖ τὰ ὄντα δηλῶσαι. Καὶ γὰρ ὁ μὲν γάμος οὐκ ἂν οὕτω συνάψαι, ὡς ἐν ἀλλήλοις εἶναι καὶ ζῆν τοὺς συναπτομένους, ὅπερ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἐκκλησίας συμβαίνει· ὅθεν ὁ θεῖος ἀπόστολος, εἰπὼν περὶ τοῦ γάμου «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν», ἐπήγαγε· «λέγω δὲ εἰς Χριστὸν καὶ τὴν ἐκκλησίαν»· δεικνὺς οὐ τοῦτον ἀλλ’ ἐκεῖνον τὸν γάμον διὰ θαύματος ἄγων. Τὰ δὲ μέλη συνῆπται μὲν τῇ κεφαλῇ καὶ ζῇ τῷ συνῆφθαι καὶ διαιρεθέντα ἀποθνῄσκει· φαίνεται δὲ καὶ ταῦτα τῷ Χριστῷ συνημμένα μᾶλλον ἢ τῇ ἑαυτῶν κεφαλῇ, καὶ τούτῳ ζῶντα μᾶλλον ἢ τῇ πρὸς αὐτὴν ἁρμονίᾳ.


10. Καὶ τοῦτο δῆλον ἀπὸ μακαρίων μαρτύρων, οἳ τὸ μὲν ὑπέμειναν ἡδέως, τὸ δὲ οὐδὲ ἀκοῦσαι ἠνέσχοντο, καὶ τὴν μὲν κεφαλὴν ἀπέθεντο τὰ μέλη σὺν ἡδονῇ, τοῦ Χριστοῦ δὲ οὐδὲ μέχρι φωνῆς ἐδυνήθησαν ἀποστῆναι. Καὶ οὔπω λέγω τὸ καινότατον. Τί γὰρ ἂν ἄλλο συνάπτοιτο μᾶλλον ἢ αὐτὸ ἑαυτῷ; Ἀλλὰ καὶ αὕτη ἡ ἑνότης τῆς συναφείας ἐκείνης ἔλαττον ἔχει.

Πηγή: http://www.orthodoxfathers.com/ και
Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, «Περί της εν Χριστώ ζωής»,  έκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» 
http://www.biblionet.gr/ και https://www.stamoulis.gr/
Ἡ σύνταξη τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἒγινε από τό Ιερόν Ησυχαστήριον                
« Ευαγγελιστής Ιωάννης ὁ Θεολόγος »
και  ἀποτελεί  εἰσαγωγή  τοῦ  έργου  «Περὶ  τῆς  ἐν  Χριστῷ  ζωῆς  Λόγοι  επτά»  του  Ἁγίου Νικόλαου Καβάσιλα ὅπως ἐκδόθηκε από αυτό στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης τό 2005.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας:  ἡ  ἐποχή,  ἡ  ζωὴ  καὶ  τὸ  ἔργο  του  «Περὶ  τῆς  ἐν  Χριστῷ
ζωῆς»

1. Ἡ ἐποχὴ 
Ὁ  14ος  αἰώνας,  κατὰ  τὸν  ὁποῖο  ἔζησε  ὁ  Ἅγιος  Νικόλαος  Καβάσιλας,  ἦταν  μία  ἐποχὴ κρίσιμη  γιὰ  τὴν  Βυζαντινὴ  Αὐτοκρατορία.  Οἱ  ὅλο  καὶ  πιὸ  ἀπειλητικοὶ  ἐξωτερικοὶ  ἐχθροὶ  ‐ Φράγκοι,  Σέρβοι,  Βούλγαροι  καὶ  Τοῦρκοι  ‐,  οἱ  συνεχεῖς  πόλεμοι,  οἱ  διαμάχες  γιὰ  τὸν αὐτοκρατορικὸ  θρόνο,  ἡ  κατάφωρη  κοινωνικὴ  ἀνισότητα,  τὰ  μεγάλα  οἰκονομικᾶ προβλήματα καὶ ἡ γενικώτερη κρίση τῶν ἀξιῶν μαρτυροῦσαν ὅτι ἡ αὐτοκρατορία βρισκόταν στὰ πρόθυρα τῆς καταρρεύσεως.
Μὲ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ αὐτὴ ἀναταραχὴ συμβαδίζει καὶ ἡ πρόκληση τοῦ δυτικοῦ
ἀναγεννησιακοῦ  πνεύματος,  ποὺ  ἤδη  ἔχει  ἀρχίσει  νὰ  ἐμφανίζεται  σπερματικά,  καὶ  τοῦ ὁποίου  βασικὰ  χαρακτηριστικὰ  ἦταν  ὁ  αὐτονομημένος  ἀνθρωπισμός,  ποὺ  ἤθελε  τὸν ἄνθρωπο  ξεκομμένο  ἀπὸ  τὸν  Θεό,  ὁ  ὀρθολογισμός,  ποὺ  εἶχε  θεοποιήσει  τὴν  ἀνθρώπινη λογικὴ  καὶ  γνώση,  καὶ  ἡ  ἀποξένωση  τῆς  Θεολογίας  ἀπὸ  τὴν  βιωματικὴ  ἐμπειρία  τῆς Ἐκκλησίας.  Κύριος  ἐκφραστῆς  καὶ  φορέας  τοῦ  πνεύματος  αὐτοῦ  ἦταν  ὁ  Ἕλληνας  μοναχὸς Βαρλαὰμ ἀπὸ τὴν Καλαβρία τῆς Ἰταλίας (1290‐1350), ὁ ὁποῖος ἀμφισβητώντας τὴν ἐμπειρία τῆς  θεοπτίας  καὶ  ἀποκλείοντας  τὴν  δυνατότητα  πραγματικῆς  κοινωνίας  τοῦ  ἀνθρώπου  μὲ τὸν  Θεὸ  στράφηκε  ἐναντίον  τῶν  ἡσυχαστῶν,  οἱ  ὁποῖοι  διὰ  τῆς  ἀσκητικῆς  πολιτείας,  τῆς λατρευτικῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς γίνονταν θεωροὶ τοῦ ἀκτίστου φωτός.
Τὴν  ὑπεράσπιση  τῶν  ἡσυχαστῶν,  ποὺ  οὐσιαστικὰ  ἦταν  ταυτόσημη  μὲ  τὴν  ὑπεράσπιση τῆς  ἐμπειρίας  τῆς  θεώσεως,  ἀνέλαβε  ὁ  Ἅγιος  Γρηγόριος  ὁ  Παλαμᾶς  (1296‐1359).  Ὁ  Ἅγιος Γρηγόριος ἐκφράζοντας ὁλόκληρη τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ παράδοση δίδαξε ὅτι ὑπάρχει πραγματικὴ κοινωνία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, διότι ὁ Θεὸς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν οὐσία Του, ποὺ εἶναι ἀπρόσιτη καὶ ἀμέθεκτη, ἔχει καὶ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του, ποὺ εἶναι προσιτὲς καὶ μεθεκτὲς ἀπὸ  τὸν  ἄνθρωπο.  Μὲ  τὴν  μετοχὴ  στὰ  Μυστήρια,  τὴν  ἀδιάλειπτη  προσευχὴ  καὶ  τὴν πνευματικὴ ἐργασία γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη οἱ Χριστιανοὶ μετέχουν στὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες καὶ θεώνονται.
Ἡ  θεολογικὴ  αὐτὴ  διαμάχη  ἦταν  οὐσιαστικὰ  ἡ  σύγκρουση  τῆς  Ὀρθόδοξης  παραδόσεως τῆς Ἀνατολῆς μὲ τὴν λογοκρατούμενη παράδοση τῆς Δύσεως.
Μέσα  σὲ  αὐτὸ  τὸ  πνευματικὸ  κλίμα  ἔζησε  ὁ  «σοφώτατος  καὶ  λογιώτατος  καὶ  τοῖς  ὅλοις ἁγιώτατος»1 Νικόλαος Καβάσιλας. Βαθειὰ θεμελιωμένος στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, σοφὸς κατὰ Θεὸν  καὶ  κατὰ  κόσμον,  ἔμπειρος  στοὺς πνευματικοὺς  ἀγῶνες,  ζυμωμένος  μὲ  τὴν πατερικὴ παράδοση  καὶ  γνώστης  τῶν  προβληματισμῶν  καὶ  τῶν  φιλοσοφικῶν  ρευμάτων  τῆς  ἐποχῆς του, ἁπαντᾶ μὲ τὸν δικό του τρόπο στὶς προκλήσεις της. Δὲν ἔρχεται σὲ ἀνοικτὴ σύγκρουση μὲ  τοὺς  ἐχθρούς  της  Ὀρθοδοξίας,  ὅπως  ὁ  Ἅγιος  Γρηγόριος  ὁ  Παλαμᾶς,  ἀλλὰ  ἀθορύβως ἐργάζεται γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο κινδύνευε ἀπὸ τὰ ὑπόγεια ὕδατα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ. Κάτοχος τῆς σοφίας τοῦ κόσμου τούτου βρίσκει τὰ ὅριά της καὶ τονίζει ὅτι ἡ γνώση τοῦ  Θεοῦ εἶναι ἐμπειρικὴ καὶ
μᾶς τὴν δίνουν τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Στὸν  αὐτονομημένο  ἀνθρωπισμὸ  ἀντιπαραθέτει  τὸν  ἀναγεννημένο  ἀπὸ  τὴν  Χάρη  τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ζώντας ἐν Χριστῷ γεύεται ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ τὴν μακαριότητα τῆς μελλούσης.

2. Βιογραφικὰ στοιχεῖα 
Λίγα στοιχεῖα ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα γνωρίζουμε.
Παρόλο  ποὺ  ὁ  μεγάλος  αὐτὸς  Θεολόγος  ἔζησε  στὴν  Θεσσαλονίκη  καὶ  στὴν
Κωνσταντινούπολη καὶ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴν ἐποχὴ του συμβάλλοντας οὐσιαστικὰ στὴν ἑδραίωση  τῆς  νίκης  τῶν  ἡσυχαστῶν,  τὸ  μεγαλύτερο  μέρος  τῆς  προσωπικῆς  του  ζωῆς παρέμεινε στὴν ἀφάνεια. Δὲν εἶναι  γνωστὸ  οὔτε πότε ἀκριβῶς  γεννήθηκε  καὶ πέθανε  οὔτε ἂν  ἔγινε  μοναχὸς  ἢ  κληρικός.  Οἱ  λιγοστὲς  πληροφορίες  ποὺ  ἔχουμε  γιʹ  αὐτὸν  προέρχονται ἀπὸ  τὰ  ἔργα  του  καὶ  ἀπὸ  τὶς  ἱστορικὲς  πηγὲς  τῆς  ἐποχῆς  του,  διότι  ὁ  βίος  του  δὲν  ἔχει διασωθῆ ἀπὸ  κάποιον  βιογράφο.  Τὸ πνευματικὸ  ὅμως  βίωμα τοῦ Ἁγίου  ἔχει  διασωθῆ μέσα στὰ ἔργα του καὶ κυρίως στοὺς Λόγους του «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς».
Σύμφωνα  λοιπὸν  μὲ  τὶς  ὑπάρχουσες  πληροφορίες  ὁ  Ἅγιος  Νικόλαος  Καβάσιλας
γεννήθηκε στὴν Θεσσαλονίκη γύρω στὸ 1322/3 καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1392‐1397. Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι, ἐπιφανεῖς καὶ ἐνάρετοι. Σὲ αὐτοὺς ὀφείλει τὴν χριστιανικὴ ἀγωγὴ  ποὺ  ἔλαβε  ἀπὸ  τὴν  παιδική  του  ἡλικία.  Ἡ  μητέρα  του  ἦταν  ἀδελφὴ  τοῦ Ἀρχιεπισκόπου  Θεσσαλονίκης  Νείλου  Καβάσιλα  (1361‐1363)  καὶ  μετὰ  τὸν  θάνατο  τοῦ συζύγου της ἔγινε μοναχὴ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας στὴν Θεσσαλονίκη. Ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῆς μητέρας του ἔλαβε καὶ τὸ ἐπώνυμο Καβάσιλας, ἐνῶ τὸ πατρωνυμικό του ἦταν Χαμαετός. Ὁ πατέρας του ἦταν ἄνθρωπος πιστὸς καὶ εὐσεβής, ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία  ποὺ  εἶχε  ὁ  Ἅγιος  μαζί  του  κατὰ  τὴν  περίοδο  τῶν  σπουδῶν  του  στὴν Κωνσταντινούπολη.
Τὰ πρῶτα του γράμματα τὰ ἔμαθε στὴν Θεσσαλονίκη ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ θείου του
Νείλου Καβάσιλα, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ἔτσι τὸ πνευματικὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο γαλουχήθηκε ὁ Ἅγιος ἦταν τὸ περιβάλλον τῶν ἡσυχαστῶν. Ἐξέχουσα θέση μέσα σὲ αὐτὸ κατεῖχε τότε ὁ Ἅγιος
Ἰσίδωρος,  μετέπειτα  Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως  (1347‐1350).  Μαθητὴς  τοῦ  Ἁγίου Γρηγορίου  τοῦ  Σιναῒτου (1255‐1346),  πατρὸς  καὶ  διδασκάλου  τῆς  ἡσυχίας,  ὁ  Ἅγιος  Ἰσίδωρος ζοῦσε κατὰ τὴν προτροπὴ ἐκείνου στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἦταν ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς τῶν  νέων.  Ὁ  Ἅγιος  Νικόλαος  σὲ  ἕνα  ἐπιτύμβιο  ἐπίγραμμα  ποὺ  τοῦ  ἀφιέρωσε  τὸν χαρακτηρίζει  «ἀγλαὸν  ἀρχιερέα», «ἀστέρα», «θεοειδή», «φῶς»2. Πνευματικὸς  δὲ Πατὴρ  τοῦ Ἁγίου ὑπῆρξε ὁ Δωρόθεος Βλατῆς, μαθητὴς καὶ πιστὸς ἀκόλουθος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ  καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1371‐1379). «Τὸν πατέρα μου ἐξαίρω, τὸν ἱερώτατο Βλατῆ· καὶ στὸ νεῦμα του μόνον εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑπακούσω»3, γράφει ὁ Ἅγιος
σὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν κατὰ σάρκα πατέρα του.
Μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ  διδασκάλου καὶ θείου του Νείλου Καβάσιλα  ὁ Ἅγιος συνεχίζει τὶς
σπουδές  του  στὴν  Κωνσταντινούπολη (1335/7‐1342). Στὴν Σχολὴ τῆς  Φιλοσοφίας σπουδάζει τὰ  προβλεπόμενα  μαθήματα:  Θεολογία,  φιλοσοφία,  κλασικὰ  γράμματα,  ρητορική,  νομικὴ καὶ  φυσικὲς  ἐπιστῆμες.  Στὶς  ἐπιστολὲς  καὶ  στὶς  σύντομες  πραγματεῖες  ποὺ  ἀνήκουν  στὴν περίοδο αὐτὴ βλέπει κανεὶς τὸ συγγραφικό του χάρισμα, τὴν ἀγάπη του γιὰ τὰ γράμματα, τὸ κύρος τοῦ ἀνάμεσα στοὺς συνομηλίκους του, τὴν εὐλάβεια καὶ τὸ ἀγωνιστικό του πνεῦμα.
Πρὸς  τὸ  τέλος  τῶν  σπουδῶν  του  (1341)  δυὸ  γεγονότα  συγκλονίζουν  τὴν Κωνσταντινούπολη:  Ἡ  ἡσυχαστικὴ  ἔριδα  καὶ  ἡ  διαμάχη  μεταξὺ  Ἀλεξίου  Ἀποκαύκου  καὶ Ἰωάννου Στ΄  Καντακουζηνοῦ  γιὰ  τὴν  ἐπιτροπεία  τοῦ  χηρεύσαντος  αὐτοκρατορικοῦ  θρόνου μετὰ  τὸν  θάνατο  τοῦ  Ἀνδρονίκου  Γʹ  (1328‐1341).  Ὁ  Ἅγιος  Νικόλαος  Καβάσιλας  θὰ  σταθῆ ἀκόλουθος  τοῦ  Ἁγίου  Γρηγορίου  τοῦ  Παλαμᾶ  καὶ  συνεργάτης  τοῦ  φίλου  τῶν  ἡσυχαστῶν Καντακουζηνοῦ.
Ὅταν  ἐπιστρέφη  ὁ  Ἅγιος  τὸ  1312  στὴν  Θεσσαλονίκη,  βρίσκει  νὰ  ἐπικρατῆ  μεγάλη
πολιτική,  κοινωνικὴ  καὶ  θρησκευτικὴ  ἀναστάτωση.  Τὴν  πόλη  κατεῖχαν  οἱ  Ζηλωτές,  ποὺ ἐξήγειραν  τὸν  λαὸ  σὲ  ἔνοπλη  ἐπανάσταση  κατὰ  τῶν  εὐγενών4.  Σὲ  μία  προσπάθεια  εἰρηνεύσεως  οἱ  εὐγενεῖς  της  Θεσσαλονίκης  στέλνουν  τὸν  Ἰούλιο  τοῦ  1345  τὸν  Νικόλαο Καβάσιλα  μαζὶ  μὲ  ἕναν  ἄλλο  Θεσσαλονικέα,  τὸν  Γεώργιο  Φαρμάκη,  στὴν  Βέροια,  γιὰ  νὰ παραδώσουν  τὴν  Θεσσαλονίκη  στὸν  υἱὸ  καὶ  ἀντιπρόσωπο  τοῦ  Καντακουζηνοῦ  Μανουήλ.
Ἀντὶ ὅμως νὰ ἐπικρατήση εἰρήνη, ἀκολουθεῖ φοβερὴ σφαγὴ τῶν εὐγενῶν της Θεσσαλονίκης ἀπὸ  τοὺς  Ζηλωτές.  Ἐλάχιστοι  σώθηκαν,  ἀνάμεσα  στοὺς  ὁποίους  καὶ  ὁ  Ἅγιος,  τὸν  ὁποῖο ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ἔκρυψαν μέσα σὲ πηγάδι.
Μετὰ τὴν ἀνέλπιστη σωτηρία του γράφει «Εὐχὴν εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἴησοῦν Χριστὸν τὸν Μονογενῆ Υἱόν του Θεοῦ καὶ Λόγον»5. Ἢ προσευχὴ αὐτὴ περιέχει  δοξολογία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς  ἄπειρες  εὐεργεσίες  Του  πρὸς  τὸ  ἀνθρώπινο  γένος  καὶ  καταλήγει  σὲ  μία  γεμάτη  πόνο ἱκεσία γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου: «... Δεόμεθά σου, φιλάνθρωπε, ἔπιδε ἐπὶ τὸν  λαόν  σου  καὶ  τὴν  κληρονομίαν  σου  καὶ  βράβευσον  εἰρήνην  τῇ  πολιτείᾳ  σου...  δὸς  τοῖς βασιλεῦσι τὸ κρῖμα σου, λῦσον τάς ἐμφυλίους μάχας, στῆσον τὴν κατέχουσαν ἡμᾶς ζάλην, παῦσον τοὺς πολέμους  καὶ τοὺς  κοινοὺς τούτους  καὶ τοὺς  ἰδία ἐκάστω παρὰ τῶν  δαιμόνων ἐγειρομένους•  γενοῦ  πᾶσι  βοηθὸς  τοῖς  ἐπικαλουμένοις  τὸ  ὄνομά  σου  καὶ  ἂφες  ἡμῖν  τᾶς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ στήριξον ἡμᾶς ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου...».
Ὕστερα ἀπὸ τὰ δραματικὰ ἐκεῖνα γεγονότα ὁ Ἅγιος σκύβει μὲ εὐαισθησία καὶ κατανόηση στὰ  κοινωνικὰ  προβλήματα  ποὺ  προκάλεσαν  τὰ  ἐγκλήματα  αὐτὰ  καὶ  ἀναζητεῖ  λύσεις.  Σὲ δυὸ  πραγματεῖες  του  καυτηριάζει  τὴν  τοκογλυφία  καὶ  τὶς  ἀδικίες  τῶν  «ἀπανθρώπων» πλουσίων,  ποὺ  ὁδήγησαν  τὸν  λαὸ  στὴν  φτώχεια  καὶ  στὴν  βιαιότητα,  καὶ  προτείνει  τοὺς νόμους  ποὺ  θὰ  μποροῦσαν  νὰ  ἀνακουφίσουν  τοὺς  δυστυχισμένους  αὐτοὺς  ἀνθρώπους6.
Μέσα  σὲ  αὐτὲς  διακρίνει  κανεὶς  τὴν  εὐσπλαγχνία  του  Ἁγίου  καὶ  τὸν  ζῆλό  του  γιὰ  τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀλήθεια.
Τὸ  1347  λήγει  ἡ  διαμάχη  Ἀποκαύκου  καὶ  Καντακουζηνοῦ  καὶ  ὁ  δεύτερος  στέφεται
αὐτοκράτορας. Ἡ νίκη τοῦ Καντακουζηνοῦ ἦταν συγχρόνως καὶ νίκη τῶν ἡσυχαστῶν. Μέσα σὲ  αὐτὸ  τὸ  κλίμα  τῆς  εἰρηνεύσεως  καὶ  τοῦ  θριάμβου  τῆς Ὀρθοδοξίας  ὁ  νέος  αὐτοκράτορας ἐκτιμώντας τὴν προσωπικότητα τοῦ Νικολάου Καβάσιλα τὸν προσκαλεῖ μέσω τοῦ παιδικοῦ του  φίλου Δημητρίου  Κυδώνη  στὴν  Κωνσταντινούπολη  ὡς  σύμβουλό  του.  Γιὰ  ἑπτὰ  χρόνια, ἀπὸ τὸ 1347 ἕως τὸ 1354, ὁ Ἅγιος διατελεῖ σύμβουλος τοῦ αὐτοκράτορος Καντακουζηνοῦ. Τὸ φθινόπωρο  τοῦ  1347  συνοδεύει  τὸν  νεοεκλεγέντα  Ἀρχιεπίσκοπο  Θεσσαλονίκης  Ἅγιο Γρήγόριο Παλαμᾶ στὴν ἕδρα του. Φθάνουν στὴν Θεσσαλονίκη διὰ θαλάσσης, ἀλλά, ἐπειδὴ οἱ Ζηλωτὲς  ἐμποδίζουν  τὴν  εἴσοδό  τους  στὴν  πόλη  κατευθύνονται  στὸ  Ἅγιον Ὅρος,  ὃπου παραμένουν ἕναν χρόνο καὶ κατόπιν ἐπιστρέφουν στὴν Κωνσταντινούπολη.
Τὸ  1349  ὁ  Ἅγιος  Νικόλαος  μαζὶ  μὲ  τὸν  αὐτοκράτορα  Καντακουζηνὸ  καὶ  τὸν  Δημήτριο Κυδώνη  ἀποφασίζουν  νὰ  ἀκολουθήσουν  τὴν  μοναχικὴ  ζωή,  ἀλλὰ  ἡ  ἐπιθυμία  τους  δὲν πραγματοποιεῖται.  Τὸ  1354  ὁ  Ἰωάννης  Ἐʹ  Παλαιολόγος  ὑστέρα  ἀπὸ  διαμάχη  μὲ  τὸν Καντακουζηνὸ καταλαμβάνει μὲ τὴν βοήθεια τῶν Δυτικῶν τὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, καὶ ὁ Καντακουζηνὸς  ἐγκαταλείπει  τὸν  κόσμο  καὶ  γίνεται  μοναχός.  Ἀπὸ  τότε  ὁ  Νικόλαος Καβάσιλας δὲν φαίνεται νὰ ἀσχολῆται μὲ τὰ δημόσια πράγματα.
Ἀπὸ  τὴν  τελευταία  αὐτὴ  περίοδο  τῆς  ζωῆς  του  προέρχονται  τὰ  περισσότερα  καὶ
σπουδαιότερα  ἔργα  του:  Οἱ  Λόγοι  «Περὶ  τῆς  ἐν  Χριστῷ  ζωῆς»,  ἡ  «Ἑρμηνεία  εἰς  τὴν  θείαν Λειτουργίαν»,  τρεῖς  ἐξηγητικὲς  πραγματεῖες  στὶς  ὁράσεις  τοῦ  Προφήτου  Ἰεζεκιὴλ  καὶ  οἱ Λόγοι  του  στὰ  Πάθη  καὶ  στὴν  Ἀνάληψη  τοῦ  Κυρίου,  καθὼς  καὶ  στὸ  Γενέθλιο,  τὸν Εὐαγγελισμὸ  καὶ  τὴν  Κοίμηση  τῆς  Θεοτόκου.  Οἱ  Λόγοι  «ΙΙερί  τῆς  ἐν  Χριστῷ  ζωῆς»  καὶ  ἡ  «Ἑρμηνεία  εἰς  τὴν  Θείαν  Λειτουργίαν»  εἶναι  τὰ  πιὸ  ὥριμα  ἔργα  τοῦ  Ἁγίου  καὶ  τὸν ἀναδεικνύουν  διδάσκαλο  τῆς  πνευματικῆς  ζωῆς  καὶ  ἔγκυρο  ἑρμηνευτή  τῆς  θείας Λειτουργίας.
Τὰ  τελευταῖα  βιογραφικὰ  στοιχεῖα  τὰ  λαμβάνουμε  ἀπὸ  ἐπιστολὴ  ποὺ  τοῦ ἀπευθύνει  ὁ ὑπέρμαχος  τῆς  Ὀρθοδοξίας  Ἰωσὴφ  Βρυέννιος7 (1350‐1431).  Στὴν  ἐπιστολὴ  αὐτὴ  ὁ  ἱερὸς Καβάσιλας ἐμφανίζεται σὲ προχωρημένη ἡλικία νὰ ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἦταν ἡ  ἐποχὴ  τῆς  διαμάχης  ἑνωτικῶν  καὶ  ἀνθενωτικῶν,  καὶ  ὁ  Πατριάρχης  Φιλόθεος  Κόκκινος προσπαθοῦσε  νὰ  στηρίξη  τὸν  λαὸ  στὴν  Ὀρθόδοξη  πίστη,  ἐνῶ  ὁ  αὐτοκράτορας  Ἰωάννης  Ἐʹ Παλαιολόγος  μὲ  συνεργάτη  του  τὸν  Δημήτριο  Κυδώνη  καὶ  ἄλλους  ἀξιωματούχους βρίσκονταν στὴν Δύση διαπραγματευόμενοι τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν.
Στὴν  ἐπιστολὴ  του  ὁ  Βρυέννιος  σκιαγραφεῖ  τὴν  σεπτὴ  μορφὴ  τοῦ  Ἁγίου  καὶ  τὴν
ἐγκωμιάζει. Ἐξαίρει τὴν σοφία καὶ τὴν σύνεση του, τὸν χαρακτηρίζει σοφὸ καὶ μακάριο ὄχι μόνο  γιὰ  τὴν  φιλόθεο  ζωή  του,  ἀλλὰ  κυρίως  γιατί  ἀνήκει  στὴν  «ἀκίβδηλον  καὶ  γνησίαν» μερίδα  τῶν  Χριστιανῶν  καὶ  φυλάσσει  «τὴν  ἐκ  τῶν  πατέρων  εὐσέβειαν  ἀπαραποίητον».
Διάχυτα στὴν ἐπιστολὴ εἶναι τὰ αἰσθήματά του, θαυμασμοῦ  καὶ ἀγάπης: «Ποιὸς  δὲν θὰ σὲ θαυμάοη για τις ἀρετές σου; Ποιὸς δὲν θὰ σὲ ἀγαπήση; Σὲ ἀγαπᾶμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ἀλλὰ πρὶν  ἀπὸ  ἐμᾶς  σὲ  ἀγαπᾶ  ὁ  Θεός,  ἐσένα  τὴν  ἀγαπητὴ  σὲ    Ἐκεῖνον  ψυχή,  ἡ  ὁποία  Τὸν  ἔχει μιμηθῆ στὴν φιλανθρωπία».
Δυστυχῶς,  δὲν  ἒχοῦμε  περισσότερα  στοιχεῖα  γιὰ  τὴν  ζωὴ  καὶ  τοὺς  ἀγῶνες  τοῦ  Ἁγίου. Εἶναι  ὡστόσο  φανερὸ  ὅτι  ἡ  ζωή    του  ὑπῆρξε  ἀφ’    ἐνὸς  μὲν  πολυκύμαντη  λόγω  τῶν ἐκκλησιαστικῶν  καὶ  πολιτικῶν  προβλημάτων  τῆς  ἐποχῆς  του,  ἀφʹ  ἑτέρου  δὲ  σεμνὴ  καὶ ἀθόρυβη.  Τὸ  χαρακτηριστικό  του  Ἁγίου  Νικολάου  Καβάσιλα  ἦταν  ἀκριβῶς  αὐτό:
Ἀγωνίσθηκε «ὑπὲρ τῆς εὐσέβειας» μὲ πραότητα καὶ διακριτικότητα. Ἴσως αὐτὸς νὰ ἦταν καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ οἱ ἀγῶνες του ἔμειναν στὴν ἀφάνεια.
Ἡ Ὄρθοδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του στὶς 20 Ἰουνίου.

3. Τὸ ἔργο «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς»
Τὰ  συγγράμματα  τοῦ  Ἁγίου  Νικολάου  Καβάσιλα  ἀποτελοῦν  κατὰ  τὸν  Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως  Γεννάδιο  Σχολάριο (1400‐1472)  κόσμημα  τῆς  Ἐκκλησίας  τοῦ  Χριστοῦ: «Τὰ  συγγράμματα  τοῦ  Νικολάου  κόσμος  εἰσὶ  τῇ  τοῦ  Χριστοῦ  Ἐκκλησίᾳ,  τὰ  τε  ἂλλα  καὶ  οἱ περὶ  τῆς  ἐν  Χριστῷ  ζωῆς  αὐτῷ  συγγραφέντες  λόγοι,  ἐν  οἷς  πᾶσιν  οὐ  μόνον  εὐσέβειαν  καὶ θεολογικὴν  ἐπιστήμην  ἔδειξεν  ἔχων  ὑπερφυῶς,  ἀλλὰ  καὶ  τέχνη  καὶ  χάριτι  ρητορικὴ  πρὸς τοὺς πρώτους, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς Ἐλλησι διαμιλλώμενος»8.
Στοὺς  ἑπτὰ  λόγους  τοῦ  «Περὶ  τῆς  ἐν  Χριστῷ  ζωῆς»  ὁ  ἱερὸς  συγγραφέας  περιγράφει  καὶ ἀναλύει τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ὅπως γεννιέται, καλλιεργεῖται καὶ ἀναπτύσσεται πρωτίστως μὲ τὴν  Χάρη  τοῦ  Θεοῦ,  ποὺ  λαμβάνεται  διὰ  τῶν  Μυστηρίων,  ἀλλά  καὶ  μὲ  τὴν  ἀνθρώπινη συνεργία. Ἢ περιγραφὴ αὐτὴ γίνεται μὲ τρόπο τόσο συστηματικὸ καὶ  ὁλοκληρωμένο, ὥστε νὰ  ἀποτελῆ  μία  ἄριστη  χειραγωγία  στὴν  χριστιανικὴ  ζωή.  Ὁ  Ἅγιος  ἀπευθύνεται  στοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς ἐξηγεῖ τί ἔλαβαν ἀπὸ τὰ Μυστήρια καὶ πὼς ὀφείλουν νὰ πολιτευθοῦν, γιὰ νὰ μὴν προδώσουν τὸν θησαυρὸ αὐτόν.
«Ἡ  ἐν  Χριστῷ  ζωὴ  φύεται  μὲν  ἐν  τῶδε  τῷ  βίῳ  καὶ  τάς  ἀρχὰς  ἐντεῦθεν  λαμβάνει•
τελειοῦται  δὲ  ἐπὶ  τοῦ  μέλλοντος» (Αʹ  1).  Μὲ  αὐτὴν  τὴν  φράση  ξεκινᾶ  ὁ  πρῶτος  λόγος,  ὁ ὁποῖος  ἐξηγεῖ  πὼς  διὰ  τῆς  θείας  Οἰκονομίας  ἑνώθηκε  ὁ  ἐπίγειος  κόσμος  μὲ  τὸν  οὐράνιο,  ἡ παροῦσα ζωὴ μὲ τὴν μέλλουσα, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό. Τὰ Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι κατὰ τὸν  ἱερὸ συγγραφέα οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ, τὰ  «παράθυρα  ἀπὸ  τὰ  ὁποία  εἰσέρχεται  στὸν  σκοτεινὸ  τοῦτο  κόσμο  ὁ  Ἥλιος  τῆς δικαιοσύνης» (Αʹ 19). Ἡ καινὴ ζωὴ ποὺ χάρισε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Καβάσιλα μυστηριακὴ ζωὴ καὶ βιώνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. «Σημαίνεται δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς Μυστηρίοις, λέει χαρακτηριστικά, οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις, ἄλλως ἐν καρδίᾳ μέλη καὶ ὡς ἐν
ρίζῃ  φυτοῦ  κλάδοι  καί,  καθάπερ  ἒφη  ὁ  Κύριος,  ὡς  ἐν  ἀμπέλῳ  κλήματα»9.  Ἡ  Ἐκκλησία δηλαδὴ φανερώνεται καὶ ἐκφράζεται στὰ Μυστήρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦν ἁπλὰ σύμβολα, ἀλλὰ εἶναι ὅπως εἶναι τὰ μέλη σὲ σχέση μὲ τὴν καρδιά, ὅπως εἶναι τὰ κλαδιὰ ἐνὸς δένδρου ἢ τὰ κλήματα τῆς ἀμπέλου.
Οἱ τρεῖς ἑπόμενοι λόγοι ἀναφέρονται στὰ τρία Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ἐξηγοῦν πὼς τὸ καθένα ἀπὸ αὐτά μας κάνει μετόχους στὴν ἐν Χριστῷ  ζωή.  Τὸ  Βάπτισμα  ὡς  μετοχὴ  στὸν  θάνατο  καὶ  στὴν  ἀνάσταση  τοῦ  Χριστοῦ  εἶναι γέννηση πνευματικὴ καὶ ἀρχὴ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἡ Χάρη τοῦ Βαπτίσματος ἀνακαινίζει τὸ ἀμαυρωμένο  ἀπὸ  τὸ  προπατορικὸ  ἁμάρτημα  «κατʹ  εἰκόνα»  καὶ  καθιστᾶ  τὸν  βαπτιζόμενο μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. «Ὁ βαπτιζόμενος γεννιέται καὶ πλάθεται μέσα στὸ φῶς τῆς ἡμέρας,  ὅπως  εἶπε  ὁ  Δαβὶδ  (Βλ.  Ψάλμ. 138, 16),  δέχεται  τὴν  ὡραία  σφραγίδα,  γίνεται  ἀπὸ σκοτάδι φῶς, περνᾶ ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη, γίνεται φίλος καὶ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ δεσμωτήριο καὶ τὴν ἐσχάτη δουλεία στὸν βασιλικὸ θρόνο» (Βʹ 30). Τὸ Χρίσμα
εἶναι τὸ Μυστήριο ποὺ παρέχει στὸν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο τὴν πνευματικὴ ἐνέργεια καὶ
κίνηση,  ἐπειδὴ  τοῦ  χορηγεῖ  τὸ  Ἅγιο  Πνεῦμα.  Τέλος,  ἡ  θεία  Εὐχαριστία  τρέφει  τὰ  μέλη  τοῦ σώματος  τοῦ  Χριστοῦ  καὶ  τὰ  διατηρεῖ  στὴν  ζωή.  Ἔτσι  ὁ  ἄνθρωπος  γίνεται  σύσσωμος  καὶ σύναιμος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μέτοχος στὴν ἄφθαρτη καὶ αἰώνιο ζωή Του.
Ἀκολουθεῖ  ὁ  πέμπτος  λόγος,  ὁ  ὁποῖος  ἀναφέρεται  στὸν  καθαγιασμὸ  τοῦ  ἱεροῦ
Θυσιαστηρίου  καὶ  στὸν  ἐγκαινιασμὸ  τοῦ  Ναοῦ.  Ὁ  ἱερὸς  συγγραφέας  ἀπὸ  τὴν  ἀρχὴ
δικαιολογεῖ  τὴν  παρεμβολὴ  τοῦ  λόγου  αὐτοῦ  διευκρινίζοντας  ὅτι  τὸ  ἱερὸ Θυσιαστήριο ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρία ὅλων τῶν Μυστηρίων.
Γιὰ  νὰ  καρποφορήση  ὅμως  ἡ  Χάρη  τῶν  Μυστηρίων  εἶναι  ἀπαραίτητη  καὶ  ἡ  ἀνθρώπινη συνεργία,  ἡ  συνεισφορὰ  δηλαδὴ  τοῦ  ἀνθρώπου.  Ὁ  Ἅγιος  Νικόλαος  Καβάσιλας  τὴν προσδιορίζει  μὲ  ἐξαιρετικὴ  σαφήνεια: «Ἡ  μόνη  μας  συνεισφορὰ  στὴν  ἐν  Χριστῷ  ζωὴ  εἶναι αὐτή:  Νὰ  διατηρήσουμε  τὶς  δωρεὲς  ποὺ  λάβαμε  καὶ  νὰ  μὴν  πετάξουμε  τὸ  στεφάνι  ποὺ  μὲ πολλοὺς ἵδρωτες καὶ πόνους ἔπλεξε γιὰ μᾶς ὁ Θεός» (αʹ 56). Πρόκειται γιὰ τὴν διατήρηση τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν ἐργασία τῆς ἀρετῆς, ἡ  ὁποία ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἔκφραση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.
Αὐτὴν τὴν ἐργασία ἐξετάζει ὁ ἱερὸς συγγραφέας στοὺς δυὸ τελευταίους λόγους τοῦ ἔργου
του, στοὺς ὁποίους κάνει μία βαθειὰ ἀνάλυση τῆς κατὰ Θεὸν ζωῆς συνυφαίνοντας τὴν πράξη μὲ τὴν θεωρία καὶ καλύπτοντας τὰ βασικὰ στάδια τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος. Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ ἀγωνίζονται κατὰ τῶν παθῶν βρίσκουν στοὺς λόγους αὐτοὺς τὸν τρόπο τῆς καθάρσεως.
Ἐκεῖνοι  ποὺ  ἔχουν  καθαρθῆ  ἀπὸ  τὰ  πάθη  μυοῦνται  στὴν  ἐργασία  τῆς  τηρήσεως  τοῦ θελήματος  τοῦ  Θεοῦ  καὶ  στὴν  ἀπόκτηση  τῶν  ἀρετῶν.  Ὅσοι  τέλος  ἔχουν  φθάσει  στὴν τελειότητα  καὶ  τηροῦν  τὶς  θεῖες  ἐντολὲς  ὡς  τέκνα Θεοῦ,  ἀπὸ  ἀγάπη  γιὰ  τὴν  ἀρετὴ  καὶ  τὸν Θεό,  καὶ  ὄχι  ὡς  δοῦλοι  ἢ  μισθωτοί,  ἀπὸ  φόβο  ἢ  ἰδιοτέλεια,  γεύονται  τὴν  γλυκύτητα  «τοῦ μακαρίου πάθους», ποὺ εἶναι  ἡ τέλεια ἀγάπη. Ὁ τρόπος μὲ τὸν  ὁποῖο  ὁ Ἅγιος παρουσιάζει τὴν  πορεία  τῆς  πνευματικῆς  τελειώσεως  εἶναι  σαφὴς  καὶ  ἐπαγωγικός,  σύμφωνα  μὲ  τὶς σχέσεις  τῶν  ἐνεργημάτων  τῶν  δυνάμεων  τῆς  ψυχῆς,  τοῦ  λογιστικοῦ,  τοῦ  θυμικοῦ  καὶ  τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. «Κάθε  πράξη,  λέει,  ξεκινᾶ  ἀπὸ  τὴν  ἐπιθυμία  καὶ  κάθε  ἐπιθυμία  ἀπὸ  τὸν λογισμό» (Στʹ 9).
Ὁ  ἓκτος  λόγος  ἀναφέρεται  στὴν  καλλιέργεια  τῶν  καλῶν  λογισμῶν.  Ἡ  μελέτη  τῶν
εὐεργεσιῶν  τοῦ  Θεοῦ  διώχνει  ἀπὸ  τὴν ψυχὴ  κάθε  κακὸ  λογισμὸ  καὶ  γίνεται  ὁδὸς πρὸς  τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό· ἣ δὲ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν  Του. Ἔτσι παύουν  νὰ ἐνεργοῦν τὰ πάθη,  ἡ ψυχὴ  διατηρεῖ  καθαρὴ  τὴν  λάμψη ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τὰ Μυστήρια, βλαστάνει μέσα της ἡ ἀρετή, καὶ  ὃ πιστὸς γεύεται τὴν μακαρία ζωή.  Ἑρμηνεύοντας  ὁ  Ἅγιος  Νικόλαος  τοὺς  Μακαρισμοὺς  κάνει  φανερὸ  πὼς  ἡ  μνήμη  τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ μελέτη τῆς θείας Οἰκονομίας ὁδηγεῖ στὴν μακαριότητα, ἐνῶ στὸ τέλος τοῦ ἕκτου λόγου  τονίζει  τὴν  ἀναγκαιότητα  τῆς  ἀδιάλειπτης  προσευχῆς  καὶ  τῆς  συχνῆς  θείας Κοινωνίας. Ἡ θεία Κοινωνία ὄχι μόνον τρέφει τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ «σφραγίζει τὶς θύρες τῶν αἰσθήσεων, ἀπωθεῖ τὸν διάβολο, μεταβάλλει τὴν καρδιὰ σὲ ναὸ τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἀφήνει
νὰ στηθῆ σὲ αὐτὴν εἴδωλο πονηρό, ἀλλὰ στηρίζει τὸν νοῦ ʺπνεύματι ἡγεμονικῷʺ (Ψάλμ.. 50, 14)  καὶ  ὑποτάσσει  σὲ  αὐτὸν  τὸ  φρόνημα  τῆς  σαρκός,  ὥστε  ὁ  ἄνθρωπος  νὰ  ἀπολαμβάνη γαλήνη βαθειά» (Στʹ 96).
Στὸν  ἕβδομο,  τέλος,  λόγο  ὁ  ἱερὸς  συγγραφέας  περιγράφει  τὴν  πνευματικὴ  κατάσταση στὴν  ὁποία  φθάνουν  οἱ  πιστοί,  ὅταν  μὲ  τὸν  ἀγώνα  τοὺς  διαφυλάξουν  τὴν  Χάρη  τῶν  ἱερῶν Μυστηρίων:  Ὁ  νοῦς  καὶ  ἡ  καρδιὰ  τους  ἀπαλλάσσονται  ἀπὸ  τὶς  βιοτικὲς  μέριμνες  καὶ προσκολλῶνται  στὴν  μνήμη  καὶ  τὴν  ἀγάπη  τοῦ  Θεοῦ.  Γιʹ  αὐτὸ  λυποῦνται  μόνο  γιὰ  τὴν ἁμαρτία,  ἐνῶ  χαίρονται  κατὰ  Θεὸν  καὶ  ἀγαποῦν  μόνον  τὸν  Θεὸ  κατὰ  τρόπο  τέλειο  καὶ ὑπερφυή,  ὥστε  νὰ  ξεχνοῦν  τὸν  ἑαυτό  τους  καὶ  νὰ  δίνωνται  στὸν  Θεὸ  καὶ  στοὺς συνανθρώπους  τους.  Αὐτὴ  ἢ  ἀγάπη  καὶ  ἢ  χαρὰ  εἶναι  ὃ  ἀρραβώνας  τῆς  μελλούσης μακαριότητας,  ἐνῶ  ἢ  ἄμεση  καὶ  συνεχὴς  θέα  τοῦ  Θεοῦ  εἶναι  τὸ  μυστήριο  ποὺ  θὰ  τοὺς ἀποκαλυφθῆ στὸν μέλλοντα αἰώνα, ὅταν θὰ ἑνωθοῦν τέλεια μὲ τὸν Θεό.
Μιλώντας  ὁ  ἱερὸς  Καβάσιλας  γιὰ  τὴν  ἐν  Χριστῷ  ζωὴ  δὲν  κάνει  ἠθικὴ  διδασκαλία  ἀλλὰ ἀναλύει  τὴν  χριστιανικὴ  ὀντολογία.  Ἡ  ἐν  Χριστῷ  ζωὴ  δὲν  εἶναι  ἡ  τυπικὴ  ἐφαρμογὴ  τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ἡ ὀντολογικὴ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἑνώνεται μὲ τὸν Θεὸ «διὰ τῶν Μυστηρίων, τῆς προσευχῆς, τῆς μελέτης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν καλῶν λογισμῶν», ὅπως ἐπιγραμματικά συνοψίζεται στὸ τέλος τοῦ ἕκτου λόγου.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας μὲ τὸ ἔργο του αὐτὸ ἀπαντᾶ μὲ τρόπο ἔμμεσο ἀλλὰ σαφῆ
στὶς προκλήσεις τῆς ἐποχῆς του: τὸν δυτικὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ τὴν σχολαστικὴ Θεολογία. Στὴν αὐτονόμηση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ στὸν ἀνθρωποκεντρισμὸ τῆς Δύσεως ἀντιπαραθέτει τὴν  ἐν  Χριστῷ  ζωή,  ὡς  τὴν  αὐθεντικὴ  ζωὴ  τοῦ  ἀνθρώπου  ποὺ  δὲν  εἶναι  ἀνθρώπινη,  ἀλλὰ θεανθρώπινη,  ἀφοῦ  μέτρο  γιʹ  αὐτὴ  δὲν  εἶναι  ὁ  παλαιὸς  ἄνθρωπος  ἀλλὰ  ὁ  Καινός,  ὁ Θεάνθρωπος Χριστός: «Πρῶτος καὶ μόνος ὁ Σωτήρας ἔδειξε μὲ τὸ ἦθος Του καὶ τὴν ζωὴ Του ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος»(Στ΄ 87).
Ἐπίσης,  ἀντικρούοντας  τὴν  σχολαστικὴ  μεθοδολογία  τῆς  Δυτικῆς  Θεολογίας,  σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι καρπὸς διανοήσεως, ὁ Ἅγιος Νικόλαος προβάλλει τὴν διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ μόνος δρόμος γιὰ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐμπειρία. «Γνώρισαν καθαρὰ τὸν «ʹὩραῖον κάλλει», γράφει γιὰ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες, εἶδαν μὲ τὰ μάτια τοὺς τὴν ὡραιότητά Του καὶ γεύθηκαν τὸ κάλλος Του. Μὲ τὴν προσωπική τους δηλαδὴ ἐμπειρία ἔφθασαν στὴν τέλεια γνώση, τὴν ὁποία δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς προσφέρη ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία» (Βʹ71).
Ἡ  ἐμπειρία  αὐτὴ  κατὰ  τὸν  ἱερὸ  συγγραφέα  εἶναι  «καρπὸς  τοῦ  βαπτίσματος». «Μόλις βαπτιζόμαστε, λέει παραθέτοντας τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ ψυχή μας λάμπει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἐπειδὴ καθαίρεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ ὄχι μόνο βλέπουμε τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ καταυγαζόμαστε ἀπὸ τὴν αἴγλη τῆς» (Βʹ 96). Αὐτὴν τὴν ἐμπειρία τῆς θέας τοῦ Θεοῦ μεταδίδει τὸ Βάπτισμα σὲ ὅλους τους Χριστιανούς, ἀλλὰ τὴν γεύονται μόνον ὅσοι  δὲν τύφλωσαν τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμούς τους μὲ τὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν τους. Καὶ γιὰ τὸ Μυστήριο ἐξάλλου τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁ Ἅγιος λέει ὅτι «εἶναι φῶς γιὰ ὅσους ἔχουν καθαρθῆ» (Δʹ 31). Οἱ  «καθαροὶ  τῇ  καρδίᾳ»  μποροῦν  ἀπὸ  τὴν  παροῦσα  ζωὴ  νὰ  δοῦν  τὸ  ἄκτιστο  αὐτὸ  φῶς. «Μὲ  τὴν  λάμψη  αὐτή,  λέει  ὁ  ἱερὸς  συγγραφέας,  ζοῦν  οἱ  Ἅγιοι,  καὶ  ἡ  λάμψη  αὐτὴ  δὲν ἀποχωρεῖ μετὰ τὸν θάνατό τους, ἀλλὰ φθάνουν στὴν ἄλλη ζωὴ λάμποντας μὲ τὸ φῶς αὐτό, μὲ  τὸ  ὁποῖο  διαρκῶς  συνυπῆρχαν  καὶ  τὸ  ὁποῖο  σπεύδουν  τώρα  νὰ  συναντήσουν» (Δʹ  92).
Ἀναφερόμενος  στὴν μέλλουσα  δόξα  τῶν  Ἁγίων  τονίζει  ὅτι  τὸ  φῶς  τῆς  Βασιλείας  τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ φῶς ἐκεῖνο μὲ τὸ  Χριστὸς παρουσιάσθηκε στοὺς Ἀποστόλους στὸ ὅρος Θαβώρ.
Τέλος, ὁ ἱερὸς Καβάσιλας λέει ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, ὅπως εἶπε καὶ ὁ
Ἴδιος ὁ Χριστός: «Αὐτὴ ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἳνα γινώσκωσι σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὅν  ἀπέστειλας  Ἴησοῦν  Χριστόν» (Ἴω. 17, 3).  Στὴν  παροῦσα  ζωὴ  ἡ  γνώση  αὐτὴ  δὲν  εἶναι τέλεια,  ἀλλὰ  γνωρίζουμε  τὸν  Θεὸ  «ἐν  αἰνίγματι», «ἐν  εσόπτρῳ»  καὶ  «ἐκ  μέρους»,  γιατί  ἡ ἄμεση καὶ συνεχὴς θέα τοῦ Θεοῦ ἀπόκειται στὴν μέλλουσα ζωή.
Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ λοιπὸν εἶναι ἡ μυστηριακὴ ἐμπειρία τῆς θέας καὶ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ γεύονται οἱ πιστοί. Καρποὶ τῆς ἐμπειρίας αὐτῆς εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ χαρά, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων. «Ὅπλισμένοι μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα οἱ Ἅγιοι, δὲν ἦταν  δυνατὸν  νὰ  ἡττηθοῦν  οὔτε  ἀπὸ  τὰ  δεινὰ  οὔτε  ἀπὸ  τὶς  ἡδονές,  διότι  τὰ  μὲν  δεινὰ  τὰ ὑπερνικοῦσε ἡ χαρὰ ποὺ εἶχαν μέσα τους, οἱ δὲ ἡδονὲς δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς ἑλκύσουν ἢ νὰ τοὺς  κάνουν  νὰ παραλύσουν,  ἀφοῦ  μία  τόσο  δυνατὴ  ἀγάπη  τοὺς  ἕνωνε  μὲ  τὸν  Χριστό» (Βʹ 103).
Ἡ  ἀληθινὴ  ἀγάπη  προέρχεται  κατὰ  τὸν  Ἅγιο  Νικόλαο  Καβάσιλα  ἀπὸ  τὸ  «Πνεῦμα  τῆς υἱοθεσίας», πού μας δίνουν τὰ Μυστήρια καὶ ποὺ ὀφείλουμε νὰ διαφυλάξουμε τηρώντας τὶς ἐντολές. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή. Μὲ αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος  ὑπερβαίνει τὴν φύση του, ὁμοιώνεται μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἑνώνεται μαζί Του, γιατί «ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἑνώσεως» (Ζʹ 61). Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ ταυτίζεται τελικὰ μὲ τὴν ἀγάπη. «Τί ἄλλο λοιπὸν θὰ ἄξιζε νὰ  ὀνομασθῆ  ζωὴ παρὰ  ἡ  ἀγάπη;  Καὶ  ὅταν  στὸν  μέλλοντα  αἰώνα  καταργηθοῦν  τὰ πάντα, ὅπως  λέει  ὁ Ἀπόστολος Παῦλος Κόρ. 13, 8‐13),  ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ μόνο ποὺ θὰ μείνη  καὶ θὰ ἐπαρκῆ γιὰ τὴν μέλλουσα ἐκείνη ζωή, τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν» (Ζʹ 94). Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ κλείνει ὁ Ἅγιος τὸ ἔργο του «ΙΙερί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς». Εἶναι φανερὸ  ὅτι τὴν ζοῦσε  καὶ βρῆκε τρόπους  νὰ ἐκφράση ἕνα ἐλάχιστο μέρος τῆς ἐμπειρίας του ὡς ἐκχείλισμα ἀγάπης γιὰ τὸν κόσμο. Αὐτὸ φαίνεται ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ περιχόμενο τοῦ ἔργου του ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν γλώσσα καὶ τὸ ὕφος του.
4. Ἡ γλώσσα καὶ τὸ ὕφος
Ἡ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας εἶναι ἡ ἀττικίζουσα διάλεκτος, ἡ ὁποία δὲν ἦταν πλέον ἡ ὁμιλουμένη ἀλλὰ ἡ γλώσσα τοῦ γραπτοῦ λόγου. Γιʹ αὐτὸ καὶ παρὰ τὴν  γλωσσικὴ  καλλιέργεια  καὶ  τὴν  ἱκανότητα  τοῦ  ἱεροῦ  συγγραφέως,  τὸ  κείμενο γίνεται στριφνὸ  καὶ  δύσκολο  στὴν  προσέγγισή  του.  Ὑπάρχουν  ὡστόσο  συνεχεῖς  ὀάσεις, ὀποῦ συναντᾶ κανεὶς μία ἀμεσότητα, ἁπλότητα καὶ ἁρμονία ποὺ κάνουν τὴν γλώσσα ρέουσα καὶ ποιητικὴ φανερώνοντας τὴν συγκίνηση καὶ τὴν πνευματικὴ εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου.
Σὲ πολλὰ σημεῖα ὁ Ἅγιος ἀποκαλύπτει προσωπικὰ του βιώματα. Τότε νιώθει κανεὶς ὅτι ὁ
λόγος του ξεχειλίζει ἀπὸ τὴν καρδιά του καὶ βγαίνει ἁπλός, ὄμορφος, ζωντανὸς καὶ δυνατός. Ὅταν  γιὰ  παράδειγμα  κάνη  λόγο  γιὰ  «τὰ  Χριστοῦ  φίλτρα,»,  ποὺ  παρακίνησαν  ὅλους  τους Ἁγίους νὰ κάνουν ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι φανερὸ ὅτι καὶ ὁ ἴδιος  διακατέχεται  ἀπὸ  τὴν  ἀγάπη  αὐτὴ  καὶ  μεταδίδει  καὶ  στοὺς  ἀναγνῶστες  ἕναν  ἱερὸ ἐνθουσιασμό: «Τάς  πληγᾶς  αὐτάς  ἐφίλουν,  αὐτῶν  ὠρέγοντο  τῶν  πόνων,  αὐτὸν  ποθεινὸν ἡγοῦντο  τὸν  θάνατον...  Οἱ  μὲν  γὰρ  ξίφους  ἐπεθύμησαν...  οἱ  δὲ  διὰ  βίου  κακοπαθεῖν  καὶ πονεῖν  καὶ  πόρρω  πάσης  ἀνέσεως  ζῆν,  καὶ  τοῦτο  τρυφὴν  νομίζειν  τὸ  καθʹ  ἡμέραν ἀποθνήσκειν» (Βʹ 65).
Ὅταν πάλι περιγράφη τὴν χαρὰ ποὺ νιώθει ὅποιος ζῆ ἐν Χριστῷ, ὁ λόγος του μοιάζει μὲ
ξέσπασμα χαρᾶς. Οἱ μικρὲς φράσεις καὶ οἱ ἐπαναλήψεις τὸν κάνουν ζωντανὸ καὶ πληθωρικό, τέρπει τὸν ἀναγνώστη καὶ μεταδίδει χαρά: «Πάντα μὲν  οἶδεν ἔργα Θεοῦ...,  ὅθεν πάντα μὲν αὐτῷ  τὴν  Ἐκείνου  συντηρεῖ  μνήμην,  πάντα  δὲ  τὸ  φίλτρον  ἄσβεστον  φυλάττει,  πάντα  δὲ τέρπει» (Ζʹ 48).
Ἀναφερόμενος  ὁ  Ἅγιος  στὴν  ἀνέκφραστη  ἀγάπη  τοῦ  Θεοῦ  γιὰ  τὸν  ἄνθρωπο,  τὸν
«μανικὸν ἔρωτα» κατὰ τὴν χαρακτηριστική του ἔκφραση, δείχνει ὅτι δὲν βρίσκει λέξεις γιὰ νὰ ἐκφράση  τὸ  μεγαλεῖο  της: «Τί  τοῦ  φίλτρου  τούτου  γένοιτʹ  ἂν  ἴσον;  Τί  τοσοῦτον  ἐφίλησεν ἄνθρωπος;  Τί  οὕτω  μήτηρ  φιλόστοργος  ἢ πατὴρ  φιλότεχνος;» (Στʹ  15).  Ἀλλὰ  καὶ  ὅταν  μιλᾶ γιὰ τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ,  ὁ λόγος του γίνεται χειμαρρώδης:  ‐Τοῦτο τό σῶμα... ἐδειλία  καὶ ἠγωνία  καὶ  ἰδρώτι  περιερρεῖτο  καὶ  προὐδόθη  καὶ  συνελήφθη  καὶ  κριτῶν  ἠνέσχετο παρανόμων... καὶ ἤλγησε μαστιγούμενον και ὠδυνήθη προσηλούμενον. Τοῦτο τὸ αἷμα... τὸν ἥλιον ἒσβεσε καὶ τὴν γῆν ἔσεισε καὶ τὸν ἀέρα ἡγίασε καὶ πάντα τὸν κόσμον ἀπέκλυσε τοῦ ρύπου τῆς ἁμαρτίας» (Δʹ 22).
Τέλος,  ὅταν  ὁ  ἱερὸς συγγραφέας περιγράφη τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν μέλλουσα δόξα τῶν Ἁγίων, φανερώνει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος μετέχει στὸ λαμπρὸ αὐτὸ πανηγύρι. Ὁ λόγος  του  εἶναι  πανηγυρικός,  πλούσιος,  ρυθμικός,  καὶ  οἱ  εἰκόνες  ἔχουν  κίνηση  καὶ φωτεινότητα: «Φανέντα  γὰρ  τὸν  Δεσπότην  ὁ  τῶν  ἀγαθῶν  δούλων  περιστήσεται  χορός,  καὶ λάμποντος ἐκείνου καὶ αὐτοὶ λάμψουσιν... Χορὸς μακαρίων, δῆμος χαιρόντων! Καὶ ὁ μὲν εἰς τὴν γῆν ἐξ οὐρανοῦ καταβαίνει, γῆ δὲ ἡλίους ἄλλους ἀντανίσχει τῷ τῆς δικαιοσύνης ἠλίῳ καὶ πάντα γέμει φωτός» (Στʹ 23).
Ἀλλὰ  καὶ  ὁλόκληρο  τὸ  ἔργο  «Περὶ  τῆς  ἐν  Χριστῷ  ζωῆς»  μποροῦμε  νὰ  ποῦμε  ὅτι  «γέμει φωτός»,  καθὼς  περιγράφει  πὼς  «εἰς  τὸν  σκοτεινὸν  τοῦτον  κόσμον,  ὁ  ἥλιος  εἰσέρχεται  τῆς δικαιοσύνης  καὶ  θανατοῖ  μὲν  τὴν  σύστοιχον  τῷ  κόσμῳ  τούτῳ  ζωήν,  ἀνίστησι  δὲ  τὴν ὑπερκόσμιον» (Ἀʹ  19).  Οἱ  εἰκόνες  ποὺ  μὲ  τέχνη  χρησιμοποιεῖ  ὁ  Ἅγιος  δὲν  εἶναι  ἁπλὰ  καὶ ἀφηρημένα  σύμβολα,  ἀλλὰ  ἔχουν  συγκεκριμένο  καὶ  οὐσιαστικὸ  ἀντίκρυσμα,  μᾶς  ποτίζουν μὲ τὰ νάματα τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μᾶς μεταδίδουν χάρη καὶ πνοὴ ζωῆς.

1. Ἔτσι ἀποκαλεῖ τὸν Ἅγιο ὁ ἀντιγραφέας τοῦ ἀρχαιότερου κώδικα τῶν ἔργων τοῦ (Parisinus 1213) μοναχός της Ἱερᾶς Μονῆς Ξανθοπούλων Ἴωάσαφ.
2. Μάσ. Λαούρδα, «Καβάσιλα,  ΙΙροσφώνημα  καὶ  ἐπιγράμματα  εἰς  τὸν Ἅγιον Δημήτριον»
στὴν Ἐπετηρίδα Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 22 ( 1952) 108‐109.
3. P.Enepekides , « Der Briefwechsel des Mystikers Nikolaos Kabasilas », στο  Byzantinische
Zeitschrift 46 (1953) 33.
4. Τὸ  κίνημα  τῶν Ζηλωτῶν  ἐμφανίσθηκε  στὴν Θεσσαλονίκη  τὸν  ΙΊο  αἰ.  ὡς  ἐπανάσταση
καὶ ἐξέγερση τῶν χαμηλῶν οἰκονομικά καὶ κοινωνικὰ τάξεων.
5. S. Salaville, «Prière inédited de Nicolas Cabasilas a Jésus  ‐ Christ» στο Echos d’ Orient 39
(1936) 43‐45,
6.α)Λόγος κατὰ τῶν τοκιζόντων καὶ β) Ἲʹἡ Εὐσεβέστατη Αὐγούστη περὶ τόκου.  
7.Ν. Β.Τωμαδάκη, «Χρονολογικὰ  προβλήματα  Ἰωσὴφ  Βρυενίου»  στην  Ἐπετηρίδα
Βυζαντινών Σπουδῶν 29 (1959) 31‐32.
8. Miklosich‐ Müller , Acta Patriarchatus Constantinopolitani, II, 27.
9. Ἑρμηνεία εἰς την θείαν Λειτουργίαν  , 38, PG 150, 452c‐d.
Γιὰ τὴν σύνταξη τῆς παρούσης Εἰσαγωγῆς λάβαμε ὑπʹὄψιν κυρίως τὰ ἀκόλουθα ἔργα:
Ἀθαν.  Ἀγγελοπούλου,  Νικόλαος  Καβάσιλας  Χαμαετός,  Ἀνάλεκτα  Βλατάδων5,
Θεσσαλoνίκη 1970.
Θεοδώρου  Ζήση,  πρωτοπρεσβυτέρου,  Θεολόγοι  τῆς  Θεσσαλονίκης,  ἐκδ. «Βρυέννιος»,
Θεσσαλονίκη 1997.
Νικολάου  Καβάσιλα, «Εἰς  τὴν  θείαν  Λειτουργίαν»  καὶ  «Περὶ  τῆς  ἐν  Χριστῷ  ζωῆς»,
Εἰσαγωγή‐Κείμενον‐Μετάφρασις‐Σχόλια  Παν.  Χρήστου,  Φιλοκαλία  τῶν  Νηπτικῶν  καὶ
Ἀσκητικῶν 22, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1979.
Νικολάου  Καβάσιλα,  Ἑρμηνεία  τῆς  θείας  Λειτουργίας,  Ἀπόδοση  στὴν  Νεοελληνικὴ  καὶ
Εἰσαγωγὴ Ἀντωνίου Γαλίτη, ἐκδ. «Ὀρθοδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1978.
Νικολάου Καβάσιλα, Ἡ χριστιανικὴ ζωή, ἔκδ. «Ζωή», Ἀθῆναι 1964.
Nicolas Kabasilas, La vie eh Christ, Indroduction, Texte critique, Traduction, Annotation et
Index par Marie –Hélène Congourdeau, Sources Chrétiennes 355 et 361, Paris 1989‐1990.
Nicholas Cabasilas The life in Christ , translated from the Greek by Carmino J. deCatanzaro;
with an indroduction by Boris Bobrinskoy , St. Vladimir’s Seminary Press,1974.
Ἑλένης  Καλτσογιάννη  ‐  Σοφίας  Κοτζαμπάση  ‐  Ἠλιάνας  Παρασκευοπούλου,  Ἡ
Θεσσαλονίκη  στὴ  Βυζαντινὴ  Λογοτεχνία.  Ρητορικὰ  καὶ  ἁγιολογικὰ  κείμενα,  ἔκδ.  Κέντρου
Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Θεσσαλονίκη 2002.
Ἀνέστη  Γ.  Κεσελόπουλου,  Πάθη  καὶ  ἀρετὲς  στὴ  διδασκαλία  τοῦ  Ἁγίου  Γρηγορίου  τοῦ
Παλαμᾶ, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθήνα 1986.
Ἀνέστη  Γ.  Κεσελόπουλου, «Ἡ  πνευματικὴ  ζωὴ  κατὰ  τὸ  Νικόλαο  Καβάσιλα»,  στὸ
Προτάσεις Ποιμαντικῆς Θεολογίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ, « Θεσσαλονίκη 2003.
Γ. Μαντζαρίδου, «Nicolas Cabasilas», στὸ Patrimoine Litteraire Europeen 5, Bruxxeles  1995,
σ. 551.
Πάν. Νέλλα, Ἢ Θεομήτωρ. Τρεῖς θεομητορικὲς ὁμιλίες τοῦ Νικολάαυ Καβάσιλα, Ἀθῆναι
1968.
Πάν. Νέλλα, Προλεγόμενα, εἰς τὴν μελέτην Νικολάου τοῦ Καβάσιλα, Ἀθῆναι 1968.
Πάν. Νέλλα, Ἡ περὶ δικαιώσεως διδασκαλία Νικολάου τοῦ Καβάσιλα, Πειραιεύς 1975.
Πρακτικὰ  Διεθνῶν  Ἐπιστημονικῶν  Συνεδρίων  Ἀθηνῶν  (13‐15/11/1998)  καὶ  Λεμεσοῦ  (5‐
7/11/1999), Ὁ  Ἅγιος  Γρηγόριος  ὁ  Παλαμᾶς  στὴν  ἰστορία  καὶ  τὸ  παρόν,  ἐκδ.  Ἱερᾶς Μεγίστης
Μονῆς  Βατοπαιδίου,  Ἅγιον  Ὅρος  2000.  ΙΙρακτικά  Θεολογικοῦ  Συνεδρίου  εἰς  μνήμην  τοῦ
σοφωτάτου καὶ λογιωτάτου καὶ τοῖς ὅλοις ἁγιωτάτου πατρὸς ἡμῶν Νικολάου Κάβασιλα τοῦ
καὶ Χαμαετοῦ, ἔκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσανονίκη 1984
Δημ.  Τσελεγγίδη,  Χάρη  καὶ  ἐλευθερία  κατὰ  τὴν  πατερικὴ  παράδοση  τοῦ  ΙΔʹαἰώνα,  ἔκδ.
Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1987.
Πάν. Χρήστου, Θεολογικὰ Μελετήματα. ,Ἴ, Νηπτικὰ καὶ Ἡσυχαστικά, ἔκδ. Πατριαρχικοῦ
Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1977.
Wolfgang Buchwald – Armin Hohlweg – Otto Prinz, Tasculum
Λεξικὸν Ἑλλήνων  καὶ Λατίνων συγγραφέων τῆς Ἀρχαιότητας  καὶ τοῦ Μεσαίωνα, τόμος
Αʹ, ἔκδ. Ἀθαν. Ἀλεξ. Φούρλας, Ἀθήνα 1993.

ΣΧΟΛΙΟ: Τί θέση μπορεί νά έχει στό μυστήριο τής εκκλησίας η φυσική μίμησις Αγίου διά τών κανόνων, μέ τήν οποία κοροιδεύουν τόν εαυτό τους σήμερα οι αποτειχισμένοι κάθε λογής, επιδιώκοντας νά πολεμήσουν τήν διάλυση τών πάντων πού προγραμματίζει ο οικουμενισμός; ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ;

https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Ο Θεός είναι πάντα πιο κοντά σε κείνους που τοv καλούν, από όσο είναι η ίδια η καρδιά τους. Ν. Καβάσιλας

Ξαναγυρίζοντας τώρα στο Βυζάντιο είναι καλό να πάμε πρώτα στον τελευταίο μεγάλο μυστικό του, τον Νικόλαο Καβάσιλα (+ 1471), που εμπνέεται πολύ από τον Συμεώνα. Θα γυρίσωμε έπειτα να δούμε τους ησυχαστάς.
Το οικογενειακό του όνομα ήταν Χαμαετός, γνωστή βυζαντινή οικογένεια.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Καβάσιλας. έφτασε στις ακρότερες .συνέπειες, στις οποίες οδηγούσε η κατεύθυνση που με τόσο ζωηρό παλμό εχάραξεν ο Συμεών.

Το σπουδαιότερο έργο του είναι η «ζωή εν Χριστώ». Τό απλό και μαζί βαθύ, λυρικό και μαζί μυστικό ύφος του αποπνέει τη δροσιά και την αισιοδοξία των αποστολικών χρόνων. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες αισθάνονταν συχνά την ανάγκη να ξαναγυρίζουν στο Σωκράτη για να βαπτιστούν στη γεμάτη αισιοδοξία αλλά και απλότητα σκέψη και ζωή του, έτσι και οι Βυζαντινοί, όσες φορές η εκλεπτυσμένη θεολογική σκέψη εστέγνωνε την ψυχήν των ξαναγυρίζουν στους αποστολικούς χρόνους, στην απλότητα της πίστης και στην αισιοδοξία των. Θα σταματήσωμε σε δυο μόνο σημεία που δείχνουν σημαντική πρόοδο της μυστικής θεωρίας. «Ο νόμος του πνεύματος, λέγει ο Καβάσιλας, που είναι η αγάπη για τον Θεό, είναι νόμος φιλίας και ευγνωμοσύνης. Για να ακολουθήση κανείς αυτό το νόμο δεν είναι ανάγκη να καταβάλη κόπους, ούτε έξοδα, ούτε να χύση ιδρώτα ... Ούτε, προσθέτει, είναι ανάγκη να αφήσης τη δουλειά σου, ή να αποσυρθής σε απόμερα μέρη, να διάγης μια παράξενη ζωή και να φορής ένα παράξενο ένδυμα. Δε χρειάζεται να κάμης όλα αυτά. Μπορείς να μείνης στο σπίτι σου, και, χωρίς να χάσης τα αγαθά σου, να βρίσκεσαι πάντα στη μελέτη του Θεού και του ανθρώπου, στη μελέτη της συγγενείας του ανθρώπου με το θείο και σε κάθε άλλη τέτοιας λογής μελέτη». «Και πρώτα πρώτα, προσθέτει αλλού, δε χρειάζονται προετοιμασίες για την προσευχή μας, ούτε ειδικοί τόποι, ούτε φωνές όταν επικαλούμαστε το Θεό. Γιατί δεν υπάρχει τόπος από όπου λείπει ο Θεός, δεν είναι δυνατό να μην είναι μαζί μας, αφού ο Θεός είναι πάντα πιο κοντά σε κείνους που τοv καλούν, από όσο είναι η ίδια η καρδιά τους. Θα έλθη προς ημάς, ακόμη κι αν είμαστε κακοί, γιατί ο Θεός είναι αγαθός».  Χάνεται τελείως, όπως βλέπομε, όχι μόνο η αντιδικία με τη σάρκα, αλλά και όλες οι εξωτερικές συνθήκες και μορφές της ζωής (αναχωρητισμός, ένδυμα κλπ.) που τις θεωρούσαν απαραίτητες. Η ευσέβεια είναι αποκλειστικά έργο της δικής μας εσωτερικής διαθέσεως, της δικής μας θέλησης. Γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο επακόλουθο του μυστικισμού η εξωτερική αποχώρηση από τον κόσμο, ο αναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στην καθημερινή, την κοινωνική του ζωή ο άνθρωπος, μπορεί και πρέπει να την μετουσιώνη με τη μελέτη των υψηλών πνευματικών θεμάτων, που απεργάζονται τη μεταστροφή της βουλήσεώς του.

Δεν είναι λοιπόν ο Καβάσιλας ο μυστικός των εκστατικών καταστάσεων. Σκοπός του να περιγράψη τη θεία χάρη μέσα στον κοινό χριστιανό. Και αυτό το κάνει με εξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Η εν Χριστώ ζωή είναι η ζωή του Χριστού, που μπαίνει μέσα στον καθένα μας με ένα μυστήριο οικειότητας.  Είναι φυσικό, λέγει, κάθε πράγμα να είναι δεμένο με τον εαυτόν του περισσότερο παρά με κάθε άλλο. Έτσι πιστεύομε. Και όμως, προσθέτει ο Καβάσιλας, η ένωσή μας με το Χριστό είναι ακόμα πιο δυνατή. Οι μακάριοι άνδρες νοιώθουν τον εαυτό τους δεμένο περισσότερο με το Σωτήρα παρά με τον εαυτό τους.  Ο Χριστός είναι την ίδια ώρα ξένος μας και ενδιαίτημά μας. Αναπνέομε το Χριστό. Σε τούτο ακριβώς διαφέρει η Νέα από την Παλαιά Διαθήκη, στην παρουσία μέσα μας του Χριστού, που διαθέτει την ψυχή του ανθρώπου και την μεταπλάθει. Χρέος μας ιερό να μη σβύσωμε τη μέσα μας αναμένη λαμπάδα, αλλά να σκάψωμε μέσα μας και να ανακαλύψωμε την καθαρή ουσία της αρετής, την αξία της ανθρώπινης φύσης και την φιλανθρωπία του Θεού. «Ούτε οι ναοί, λέγει ο Καβάσιλας, ούτε οτιδήποτε άλλο ιερό είναι τόσο άγιο όσο ο άνθρωπος με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Θεός. Εκείνος που θα έλθη καθήμενος επί των νεφών είναι άνθρωπος, όπως είναι ασφαλώς Θεός. Καθένας μας. μπορεί να λάμψη περισσότερο από τον ήλιο, να ανέβη στα σύννεφα, να πετάξη προς το Θεό, να τον πλησιάση, να κάμη ώστε ο Θεός να τον κυττάξη με γλυκύτητα» Νάμαστε λοιπόν πάλι στη Σωκρατική αφετηρία, με νέο βάθος: να ανακαλύψης την αξία της φύσης σου και να οικοδομήσης τη ζωή σου πάνω σ' αυτήν. «Αν, προσθέτει ο Καβάσιλας, ύστερα από αυτή την ανακάλυψη αναλογισθή ο άνθρωπος την φτώχεια μέσα στην οποία ζει -ενώ έχει τόσο πλούσια φύση,- επειδή άφησε την οκνηρία και τον ύπνο να τον περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη και δάκρυα πολλά θα τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή.  Αλλά την ημέρα όμως που θα κάμη τη ζωή του όπως έπρεπε να είναι, από πηγή θλίψεως και δακρύων που ήτανε, θα γίνη τότε η ζωή του πηγή ευδαιμονίας και πνευματικής χαράς». 
Με τον ιδεαλισμό του κατορθώνει ο Καβάσιλας, περισσότερο από κάθε άλλον Βυζαντινό, να ανακαλύψη τον πνευματικό άνθρωπο όχι στον αναχωρητή αλλά στην έξοχη ανθρώπινη φύση, με την οποίαν επικοινωνεί ο Θεός, και να καλέση κάθε Χριστιανό να κάμη την ίδια ανακάλυψη. Η θρησκευτική σκέψη λυτρώνεται από κάθε δεσμό με έξωτερικές συνθήκες. Από τον ασκητισμό του σώματος; τον πόλεμο κατά της σάρκας των ερημιτών της Θηβαΐδος, ανεβαίνουμε στην κορφή της καθαρής πνευματικής χώρας τoυ ανθρώπου. Αυτή είναι από τις μεγαλύτερες πνευματικές νίκες του Βυζαντίου.

Αλλά και από ένα άλλο κίνδυνο του μυστικισμού βρίσκει τον τρόπο να ξεφύγη ο Καβάσιλας. Ενώ εξαίρει το βάθος και τη σημασία του μυστηρίου για τη ζωή τoυ Χριστιανού δεν είναι γι' αυτό εχθρός της επιστήμης, όπως άλλοι μυστικοί (Κλίμαξ, Στηθάτος κ.ά.), δεν καταδικάζει το λόγο.  Με ιδιαίτερο ζήλο εκαλλιέργησε την αστρονομία, αλλά και με άλλες επιστήμες ασχολήθηκε. Η εκτίμησή του για την επιστήμη ήταν τόση, ώστε φτάνει στο σημείο να ονομάση τους αγίους ατελή όντα, «γιατί, λέγει, δε δέχτηκαν σε τούτο τον κόσμο ένα ανθρώπινο αγαθό, ενώ μπορούσαν να το αποκτήσουν. Και κάθε ον που δεν μπορεί να υψώση σε ενέργεια ό,τι έχει μέσα του δυνάμει είναι ατελές».  Με άλλα λόγια ο Καβάσιλας κάνει ένα γενναίο βήμα προς την πλήρη συμφιλίωση του θρησκευτικού μυστικισμού και της σοφίας του κόσμου τούτου. Μας θυμίζουν οι απόψεις αυτές πολύ έντονα ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Αναγέννησης, ένα από τα κυριώτερα γνωρίσματα της οποίας είναι αυτή η συμφιλίωση. Από τη συμφιλίωση πέρασαν έπειτα οι νεώτεροι χρόνοι στην έξαρση του ανθρωπισμού, του ανθρώπινου δηλαδή μέρους του ανθρώπου; αντίθετα προς το Βυζάντιο και το Δυτικό Μεσαίωνα που αποτελούν έξαρση του θείου, ολοκληρωτική στροφή του ανθρώπου προς το θείο. Αυτής της έξαρσης την τελευταία μεγάλη αποκορύφωση στο Βυζάντιο την έδωσεν, όπως θα δούμε, ο ησυχασμός.

Ονομάσαμε τον Συμεώνα μεγάλο μυστικό, ίσως είναι ο πιο μεγάλος του Βυζαντίού. Δεν είναι όμως ο τελευταίος. Σπουδαίοι μυστικοί σημαδεύουν τους μετά το Συμεώνα αιώνες, ως το τέλος του Βυζαντίου. Αλλά και τότε δεν εξαφανίζεται ο βυζαντινός μυστικισμός. Η πνοή του παραμένει ζωντανή στους κύκλους των μοναχών, κυρίως των μοναχών του Αγίου Όρους, εξακολουθεί να φωτίζη και να διαμορφώνη άνδρας με υψηλό ήθος, με φλογερό έρωτα προς το θείο, όπως ο Διονύσιος ο Ζαγοραίος, ο Κοσμάς ο Αιτωλός κ.ά. 


Εξακολουθεί να αποτελή μια από τις σπουδαιότερες εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αλλά και σήμερα δεν είναι μακριά μας. Μένει πάντα αγνή πηγή πνευματικής ζωής. Διαπότισε την ψυχή του Σολωμού, ενέπνευσε τα υψηλά θρησκευτικά του ποιήματα, αλλά και την ψυχή του ΙΙαπαδιαμάντη. 
Είναι πάντα πηγή ζώσα, έτοιμη να προσφερθή στην ψυχή καθε φορά που κουρασμένη από τις εξωτερικές επιτεύξεις του πολιτισμού μας, ξαναγυρίζει στον εαυτό της, τον ψάχνει, τον βαθαίνει, αισθάνεται την ανάγκη για πνευματικά πώματα.

B. N. Τατάκη

Ο Βυζαντινός Μυστικισμός ( Κυριώτερα Ρεύματα )


http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tatakis/tatakis_ch5.htm
 
 
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας


Ἀπό: Νικολάου Καβάσιλα,
Ἡ Θεομήτωρ (Τρεῖς Θεομητορικὲς Ὁμιλίες),
κείμενο, μετάφραση, εἰσαγωγή, σχόλια:
Παν. Νέλλας, Σειρὰ «Ἐπὶ τὰς Πηγάς»,
ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας ©, Ἀθῆναι 1995.

Αποτέλεσμα εικόνας για νικόλαος καβάσιλαςἘὰν πρέπει κάποτε νὰ χαίρῃ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ σκιρτᾶ καὶ νὰ ψάλλῃ μὲ εὐφροσύνη, ἐὰν ὑπάρχῃ μιὰ περίοδος ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ λεχθῇ ὅ,τι ὑπάρχει πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ λαμπρὸ καὶ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ποθῇ νὰ ἔχῃ ὅσο τὸ δυνατὸν εὐρύτερη σχέση, ὡραιότερη ἔκφραση καὶ δυνατώτερο λόγο, γιὰ νὰ ὑμνήσῃ τὰ μεγαλεῖα της, δὲν βλέπω ποιὰ ἄλλη μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτή, ἂν ὄχι ἡ σημερινὴ γιορτή. Γιατὶ σὰν σήμερα ἔφθασε στὴ γῆ Ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀναγγέλλοντας τὴν ἀπαρχὴ ὅλων τῶν καλῶν. Σήμερα ὁ οὐρανὸς μεγαλύνεται. Σήμερα ἡ γῆ ἀγάλλεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση χαίρει. Καὶ δὲν μένει ἔξω ἀπὸ τὴ γιορτὴ οὔτε Αὐτὸς ποὺ κρατεῖ στὰ χέρια Του τὸν οὐρανό. Γιατὶ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σήμερα εἶναι ἕνα πραγματικὸ πανηγύρι. Ὅλοι συναντιοῦνται σ᾿ αὐτό, στὴν ἴδια χαρά. Ὅλοι ζοῦν καὶ δίνουν καὶ σ᾿ ἐμᾶς τὴν ἴδια εὐφροσύνη: Ὁ Δημιουργός, τὰ δημιουργήματα ὅλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ τοῦ πρόσφερε τὴ φύση μας καὶ τὸν ἔκαμε ἔτσι κοινωνὸ στὶς χαρμόσυνες συνάξεις καὶ τὶς γιορτές μας. Χαίρει πρὶν ἀπ᾿ ὅλους ὁ Δημιουργός. Γιατὶ εἶναι βέβαια εὐεργέτης κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἔχει σὰν ἔργο Του τὴν εὐεργεσία. Ποτέ Του δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε καὶ δὲν ξέρει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ προσφέρῃ καὶ νὰ εὐεργετῇ. Σήμερα ὅμως, χωρὶς νὰ σταματήσῃ τὸ σωτήριο ἔργο Του, περνᾶ στὴ δεύτερη θέση, ἔρχεται ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ εὐεργετοῦνται. Καὶ δὲν χαίρεται τόσο γιὰ τὶς μεγάλες δωρεὲς ποὺ χάρισε Αὐτὸς στὴν κτίση καὶ ποὺ τὸν ἀποδεικνύονν γενναιόδωρο, ὅσο γιὰ τὰ μικρὰ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τοὺς εὐεργετημένους, γιατὶ ἔτσι φανερώνεται ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος. Καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸν δοξάζουν ὄχι μόνο ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἴδιος ἔδωσε στοὺς φτωχοὺς δούλους, ἀλλὰ κι ὅσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατὶ ἂν καὶ διάλεξε ἀπὸ τὴ θεία δόξα τὴν κένωση καὶ καταδέχθηχε νὰ πάρῃ σὰν δῶρο ἀπὸ μᾶς τὴν ἀνθρώπινη φτώχεια, ὁ πλοῦτος Του ἔμεινε ἀναλλοίωτος καὶ μετέτρεψε πάνω του τὸ δῶρο μας σὲ κόσμημα καὶ βασιλεία.
Γιὰ τὴν κτίση πάλι -καὶ λέγοντας κτίση ἐννοῶ ὄχι μόνο τὴν ὁρατή, ἀλλὰ κι ἐκείνη ποὺ ξεπερνᾶ τὸ ἀνθρώπινο μάτι- τί θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσῃ μεγαλύτερη ἀφορμὴ εὐφροσύνης ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι βλέπει τὸ Δημιουργό της νὰ ἔρχεται μέσα της καὶ τὸν Κύριο τῶν ὅλων νὰ παίρνῃ θέση ἀνάμεσα στοὺς δούλους; Κι αὐτὸ ὄχι ἀπογυμνώνοντας τὸν ἑαυτό Του ἀπὸ τὴν ἐξουσία Του, ἀλλὰ προσλαμβάνοντας τὸ δοῦλο, ὄχι ἀποβάλλοντας τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μεταδίδοντάς τον στὸ φτωχό, ὄχι ξεπέφτοντας ἀπὸ τὰ ὕψη Του, ἀλλὰ ἐξυψώνοντας τὸν ταπεινό.
Ἀλλὰ χαίρει καὶ ἡ Παρθένος, χάρις στὴν ὁποία ὅλες αὐτὲς oι δωρεὲς δόθηκαν στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ χαίρει γιὰ πέντε λόγους. Πρὶν ἀπ᾿ ὅλα σὰν ἄνθρωπος, ποὺ συμμετέχει, ὅπως ὅλοι, στὰ κοινὰ ἀγαθά. Χαίρει ὅμως καὶ γιατὶ oι δωρεὲς δόθηκαν σ᾿ Αὐτὴ καὶ πρὶν καὶ ἀφθονώτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κι ἀκόμη περισσότερο, γιατὶ Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ oἱ δωρεὲς αὐτὲς δόθηκαν σ᾿ ὅλους. Ὁ πέμπτος ὅμως καὶ μεγαλύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο χαίρει ἡ Παρθένος εἶναι ὅτι ὄχι ἁπλῶς διὰ μέσου αὐτῆς ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια, χάρις σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ γνώρισε καὶ προεῖδε, ἔφερε τὴν ἀνάσταση στοὺς ἀνθρώπους.
2. Γιατὶ ἡ Παρθένος δὲν εἶναι ὅπως ἡ γῆ ποὺ συνετέλεσε μέν, ἀλλὰ δὲν ἔκαμε ὅμως ἡ ἴδια τίποτε στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χρησιμοποιήθηκε σὰν ἁπλὴ ὕλη ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ καὶ ἁπλῶς «ἔγινε» χωρὶς νὰ «πράξῃ» τίποτε. Ἡ Παρθένος πραγματοποίησε ἡ ἴδια μέσα της καὶ πρόσφερε στὸ Θεὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ προσείλκυσαν τὸν Τεχνίτη στὴ γῆ, ποὺ παρακίνησαν τὸ δημιουργικὸ χέρι. Καὶ ποιὰ εἶναι αὐτά; Βίος πανάμωμος, ζωὴ πάναγνη, ἄρνηση κάθε κακίας, ἄσκηση ὅλων τῶν ἀρετῶν, ψυχὴ ἀπὸ τὸ φῶς καθαρώτερη, σῶμα ἐντελῶς πνευματικό, λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καθαρώτερο, ἀπὸ τοὺς χερουβικοὺς θρόνους ἱερώτερο. Φτερούγισμα νοῦ, ποὺ δὲν δειλιάζει μπρὸς σὲ κανένα ὕψος, ποὺ ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ φτερὰ τῶν Ἀγγέλων. Θεῖος ἔρως, ποὺ ἀπορρόφησε καὶ ἀφομοίωσε κάθε ἄλλη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς. Κτῆμα τοῦ Θεοῦ, ἕνωση μὲ τὸ Θεὸ ποὺ δὲν χωράει σὲ καμμιὰ ἀνθρώπινη σκέψη.
Ἔτσι, ἔχοντας στολίσει μὲ τέτοιο κάλλος καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή Της, κατορθώνει νὰ ἑλκύσῃ ἐπάνω της τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ. Ἀνέδειξε, χάρις στὴ δική Της ὡραιότητα, ὡραία τὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φύση. Καὶ κατέκτησε τὸν ἀπαθῆ. Καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ἐξ αἰτίας τῆς Παρθένου Ἐκεῖνος ποὺ ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας ἦταν στοὺς ἀνθρώπους μισητός.
3. Καὶ τὸ «μεσότοιχον τῆς ἔχθρας» καὶ ὁ «φραγμὸς» δὲν εἶχαν γιὰ τὴν Παρθένο καμμιὰ ἰσχύ, ἀλλὰ κάθετι ποὺ χώριζε τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὸ Θεὸ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἴδια εἶχε καταργηθῆ. Ἔτσι καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν κοινὴ καταλλαγὴ εἶχε συναφθῆ ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὴν Παρθένο μόνη εἰρήνη. Ἀκόμη περισσότερο, δὲν χρειάσθηκε ποτὲ νὰ προσφέρῃ ἐκείνη σπονδὲς εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως, μιὰ καὶ στεκόταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴν κορυφὴ τοῦ χοροῦ τῶν φίλων. Ὅλα αὐτὰ πραγματοποιήθηκαν γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ ὑπῆρξε πρὶν ἀπὸ τὸν Παράκλητο, «παράκλητος ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεόν», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἔκφραση τοῦ Παύλου, ὑψώνοντας πρὸς Αὐτὸν γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων ὄχι τὰ χέρια Της, ἀλλά, ἀντὶ γιὰ ἄλλη ἱκεσία, τὴν ἴδια τὴ ζωή Της. Κι ἔφθασε ἡ ἀρετὴ μιᾶς ψυχῆς νὰ σταματήσῃ τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν αἰώνων. Ὅπως ἡ Κιβωτὸς ποὺ ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ κοινὸ ναυάγιο τῆς οἰκουμένης δὲν ἔλαβε ἡ ἴδια μέρος στὶς συμφορὲς καὶ διέσωσε στὸ γένος τὴ δυνατότητα νὰ συνεχισθῇ, τὸ ἴδιο συνέβηκε καὶ μὲ τὴν Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τὴ σκέψη Της τόσο ἄθικτη καὶ ἱερή, σὰν νὰ μὴν εἶχε ἀποτολμηθῇ ποτὲ στὴ γῆ καμμιὰ ἁμαρτία, σὰν νὰ ἦταν ὅλοι συνεπεῖς σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε, σὰν νὰ ἔμεναν ὅλοι ἀκόμα στὴν ἑστία τοῦ Παραδείσου. Οὔτε καν αἰσθάνθηκε, πράγματι, τὴν κακία ποὺ ξεχύθηκε σ᾿ ὅλη τὴν γῆ. Καὶ ὁ κατακλυσμὸς τῆς ἁμαρτίας ποὺ ξαπλώθηκε παντοῦ κι ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ κι ἄνοιξε τὸν Ἅδη κι ἔβαλε σὲ πόλεμο τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸν Θεὸ κι ἔδιωξε ἀπὸ τὴ γῆ τὸν Ἀγαθό, φέρνοντας στὴ θέση του τὸν Πονηρό, δὲν κατάφερε οὔτε στὸ παραμικρὸ νὰ θίξῃ τὴ μακαρία Παρθένο. Ἀλλ᾿ ἐνῷ κυριάρχησε σ᾿ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη κι ἔσεισε καὶ συντάραξε καὶ γκρέμισε τὰ πάντα, νικήθηκε ἀπὸ ἕνα μόνο λογισμό, ἀπὸ μιὰ ψυχή. Καὶ δὲν νικήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο μόνο, ἀλλὰ χάρις σ᾿ αὐτὴν ὑποχώρησε ἡ ἁμαρτία κι ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Αὐτὴ ἦταν ἡ συμβολὴ τῆς Παρθένου στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, πρὶν φθάσῃ, ἡ ἡμέρα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὸ προαιώνιο σχέδιό Του, νὰ κλίνῃ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατέβῃ στὴ γῆ: ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε οἰκοδομοῦσε κατάλυμα γιὰ ἐκεῖνον, ποὺ μποροῦσε νὰ σώσῃ τὸν ἄνθρωπο, ἀγωνιζόταν νὰ καταστήσῃ ὡραία τὴν κατοικία τοῦ Θεοῦ, τὸν ἑαυτό Της, τέτοια ποὺ νὰ μπορῇ νὰ εἶναι ἄξια γι᾿ Αὐτόν. Ἔτσι τίποτε δὲν βρῆκε νὰ κατηγορήσῃ στὰ ἀνάκτορα ὁ βασιλιάς. Κι ἀκόμη περισσότερο, δὲν τοῦ πρόσφερε ἡ Παρθένος μόνο βασιλικὴ κατοικία ἀξία τοῦ μεγαλείου του, ἀλλὰ τοῦ ἑτοίμασε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της καὶ τὴ βασιλικὴ πορφύρα καὶ τὴ ζώνη καί, ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ, τὴν «εὐπρέπεια», τὴ «δύναμη» καὶ τὴν ἴδια τὴ «βασιλεία». Ὅπως μιὰ λαμπρὴ πολιτεία, ποὺ ξεπερνᾷ ὅλες τὶς ἄλλες στὸ μέγεθος καὶ τὴν ὡραιότητα, στὸ ὑψηλὸ ἠθικὸ φρόνημα καὶ στὸ πλῆθος τῶν κατοίκων καὶ στὸν πλοῦτο καὶ σὲ κάθε εἴδους δύναμη, δὲν περιορίζεται μόνο στὸ νὰ δεξιωθῇ καὶ νὰ φιλοξενήσῃ ἁπλῶς τὸ βασιλιᾶ, ἀλλὰ γίνεται τὸ κράτος του καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἐξουσία του καὶ τὴν τιμή του καὶ τὴ δύναμη καὶ τὸν ὁπλισμό του. Ἔτσι καὶ ἡ Παρθένος, μὲ τὸ νὰ δεχθῇ μέσα της τὸ Θεό, μὲ τὸ νὰ τοῦ δώσῃ τὴ σάρκα της, ἔκαμε νὰ παρουσιασθῇ ὁ Θεὸς μέσα στὸν κόσμο καὶ νὰ γίνῃ στοὺς μὲν ἐχθροὺς συμφορὰ ἀκαταμάχητη, στοὺς δὲ φίλους σωτηρία καὶ πηγὴ ὅλων τῶν ἀγαθῶν.
4. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ὠφέλησε τὸ ἀνθρώπινο γένος πρὶν ἀκόμη ἔρθῃ ὁ καιρὸς τῆς γενικῆς σωτηρίας: Ἀλλὰ κι ὅταν ἦρθε ὁ καιρὸς καὶ παρουσιάσθηκε ὁ οὐράνιος ἀγγελιοφόρος, πάλι ἔλαβε ἐνεργητικὸ μέρος στὴ σωτηρία μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι πίστεψε σὲ ὅ,τι τῆς εἶπε καὶ δέχθηχε νὰ ἀναλάβῃ τὴ διακονία ποὺ τῆς ζήτησε ὁ Θεός. Γιατὶ ἦταν κι αὐτὰ ἀπαραίτητα καὶ χρειάζονταν ὁπωσδήποτε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἂν ἡ Παρθένος δὲν τηροῦσε αὐτὴ τὴ στάση, καμμιὰ πιὰ ἐλπίδα δὲν θὰ ἀπόμενε στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ἦταν βέβαια δυνατό, ὅπως εἶπα πιὸ πάνω, νὰ προσβλέψῃ ὁ Θεὸς μὲ εὐμένεια πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ νὰ θελήσῃ νὰ κατέβῃ στὴ γῆ, ἂν δὲν εἶχε προπαρασκευασθῆ ἡ Παρθένος, ἂν δὲν ὑπῆρχε δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὴν ὑποδεχόταν, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ διακονήσῃ στὴ σωτηρία. Κι οὔτε πάλι ἦταν δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἂν δὲν πίστευε σ᾿ αὐτὸ ἡ Παρθένος καὶ δὲν δεχόταν νὰ διακονήσῃ. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ μὲν Γαβριὴλ μὲ τὸ «χαῖρε» ποὺ εἶπε στὴν Παρθένο καὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν ὀνόμασε «κεχαριτωμένη» τελείωσε τὴν ἀποστολή του, φανέρωσε ὁλόκληρο τὸ μυστήριο. Ὅση ὅμως ὥρα ἡ Παρθένος ζητοῦσε νὰ μάθῃ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ γινόταν ἡ κύηση, ὁ Θεὸς δὲν κατερχόταν. Ἐνῷ τὴ στιγμὴ ποὺ πείσθηκε κι ἀποδέχθηκε τὴν πρόσκληση, ὁλόκληρο τὸ ἔργο μὲ μιᾶς πραγματοποιήθηκε: ὁ Θεὸς πῆρε ἐπάνω Του σὰν ἐνδυμασία τὸν ἄνθρωπο κι ἔγινε μητέρα τοῦ Κτίστου ἡ Παρθένος.
Ἀλλὰ τὸ ἀκόμη πιὸ θαυμαστὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ Θεὸς οὔτε προειδοποίησε τὸν Ἀδὰμ οὔτε τὸν ἔπεισε νὰ τοῦ δώσῃ τὴν πλευρά, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ ἡ Εὔα. Τὸν ἐκοίμισε κι ἔτσι, ἔχοντάς του ἀφαιρέσει τὶς αἰσθήσεις, τοῦ ἀπέσπασε τὸ μέλος. Ἐνῷ γιὰ νὰ προχωρήσῃ στὴ δημιουργία τοῦ Νέου Ἀδὰμ ἐδίδαξε προηγουμένως τὴν Παρθένο καὶ περίμενε τὴν πίστη καὶ τὴν παραδοχή της. Γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ Ἀδὰμ πάλι συσκέπτεται μὲ τὸν μονογενῆ του Υἱὸ λέγοντας: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον». Ὅταν ὅμως χρειάσθηκε νὰ «εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον»-αὐτὸν τὸν «θαυμαστὸν Σύμβουλον» -»εἰς τὴν οἰκουμένην», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, καὶ νὰ πλάσῃ τὸν δεύτερο Ἀδάμ, παίρνει στὴν ἀπόφασή του αὐτὴ συνεργάτη τὴν Παρθένο. Ἔτσι τὴ μεγάλη ἐκείνη «βουλὴ» τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Ἡσαΐας, τὴν ἀνήγγειλε ὁ Θεὸς καὶ τὴν ἐπεκύρωσε ἡ Παρθένος. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἦταν ἔργο ὄχι μόνο τοῦ Πατρός, ποὺ «εὐδόκησε», καὶ τῆς Δυνάμεώς του, ποὺ «ἐπεσκίασε», καὶ τοῦ Πνεύματος, ποὺ «ἐπεδήμησε», ἀλλὰ καὶ τῆς θελήσεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Παρθένου. Γιατὶ, ὅπως χωρὶς ἐκείνους δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ προσφερθῇ στοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀπόφαση γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου, ἔτσι χωρὶς τὴν προσφορὰ τῆς θελήσεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Πανάγνου ἦταν ἀδύνατη ἡ πραγματοποίηση τῆς θείας βουλῆς.
5. Ἀφοῦ λοιπὸν μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν καθοδήγησε καὶ τὴν ἔπεισε ὁ Θεός, τὴν κάνει στὴ συνέχεια μητέρα του. Ἔτσι δανείζεται τὴ σάρκα ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ καὶ θέλει νὰ τὴ δανείσῃ καὶ ξέρει γιατὶ τὸ κάνει. Γιατὶ ἔπρεπε νὰ συμβῇ στὴν Παρθένο ὅ,τι συνέβηκε καὶ στὸν ἴδιο. Ὅπως Αὐτὸς ἤθελε καὶ «συνελήφθη», ἔτσι κι ἐκείνη ἔπρεπε νὰ κυοφορήσῃ καὶ νὰ γίνῃ μητέρα του ὄχι ἀναγκαστικά, ἀλλὰ μ᾿ ὅλη τὴν ἐλεύθερη θέλησή της. Γιατὶ ἔπρεπε ἀκόμη -πράγμα πολὺ σημαντικώτερο- ὄχι μόνο νὰ συντελέσῃ στὴν oἰκoνoμία τῆς σωτηρίας σὰν κάτι τὸ ἑτεροκίνητο, ποὺ ἁπλῶς χρησιμοποιήθηκε, ἀλλὰ νὰ προσφέρῃ ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό Της καὶ νὰ γίνῃ συνεργάτης τοῦ Θεοῦ στὴ φροντίδα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔτσι, ὥστε νἄχῃ μ᾿ Αὐτὸν μερίδιο καὶ νὰ εἶναι κοινωνὸς καὶ στὴ δόξα ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιλανθρωπία. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὁ Σωτήρας δὲν ἦταν ἄνθρωπος καὶ υἱὸς ἀνθρώπου ἐξ αἰτίας μόνο της σάρκας, ἀλλ᾿ εἶχε καὶ ψυχὴ καὶ νοῦ καὶ θέληση καὶ κάθετι τὸ ἀνθρώπινο, ἦταν ἀνάγκη νὰ ἔχῃ καὶ μητέρα τελεία, ποὺ θὰ ὑπηρετοῦσε στὴ γέννησή Του ὄχι μόνο μὲ τὴ φύση τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴ θέληση καὶ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή της: νὰ εἶναι μητέρα καὶ κατὰ τὴ σάρκα καὶ κατὰ τὴν ψυχή, νὰ εἰσαγάγῃ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπόρρητη γέννηση.
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πρὶν ἡ Παρθένος θέσῃ τὸν ἑαυτό της στὴν ὑπηρεσία τοῦ θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει καὶ εὔχεται τὴν πραγματοποίησή του. Ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ κάμῃ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο φανερὴ τὴν ἀρετὴ τῆς Παρθένου. Πόσο δηλαδὴ μεγάλη ἦταν ἡ πίστη της καὶ πόσο ὑψηλὸ τὸ φρόνημά της, ποιὰ ἡ ἀκεραιότης τοῦ νοῦ καὶ ποιὸ τὸ μεγαλεῖο της ψυχῆς της, πράγματα ποὺ φανερώθηκαν μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παρθένος παραδέχθηκε καὶ πίστεψε τὸν παράδοξο λόγο τοῦ Ἀγγέλου: ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ ἔρθῃ ἀληθινὰ ὁ Θεὸς στὴ γῆ καὶ νὰ φροντίσῃ προσωπικὰ ὁ ἴδιος γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ διακονήσῃ συμμετέχοντας ἐνεργητικὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο. Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι πρῶτα ζήτησε ἐξηγήσεις καὶ πείσθηκε, εἶναι λαμπρὴ ἀπόδειξή του ὅτι γνώριζε πολὺ καλὰ τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἔβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, ἄξιο νὰ τὸ ἐπιθυμήσῃ. Ἐξάλλου τὸ ὅτι ὁ Θεὸς θέλησε νὰ φανερώσῃ τὴν ἀρετή της εἶναι ἰσχυρὴ ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ἡ Παρθένος γνώριζε πολὺ καλὰ τὸ μέγεθος τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ φιλανθρωπίας. Καὶ μόνον φαίνεται ὅτι χάριν αὐτοῦ ἀκριβῶς δὲν μυήθηκε κατὰ τρόπο ἄμεσο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ δηλαδὴ πλήρως ὅτι ἡ πίστη μὲ τὴν ὁποία ζοῦσε κοντὰ στὸ Θεὸ ἦταν αὐτοπροαίρετη ἐκδήλωσή Της καὶ νὰ μὴ θεωρηθοῦν ὅλα σὰν ἀποτελέσματα τῆς δυνάμεως τοῦ πείθοντος Θεοῦ. Γιατὶ ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ποὺ δὲν εἶδαν καὶ ἐπίστευσαν εἶναι πιὰ μακάριοι ἀπὸ ὅσους ἀπαιτοῦν νὰ δοῦν, ἔτσι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πιστεύσει στὰ μηνύματα ποὺ ἔστειλε διὰ μέσου δούλων ὁ Δεσπότης ἔχουν περισσότερη φρόνηση ἀπὸ ἐκείνους ποὺ χρειάσθηκε νὰ τοὺς πείσῃ ὁ ἴδιος. Τὸ γεγονὸς πάλι ὅτι εἶχε συνείδηση πὼς δὲν ὑπῆρχε στὴν ψυχή της τίποτε τὸ ἀταίριαστο πρὸς τὸ μυστήριο καὶ πὼς τὰ ἤθη της ἅρμοζαν πρὸς αὐτὸ τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴν κάνῃ μνεία καμμιᾶς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀμφέβαλε γιὰ τὸ πῶς θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν συζήτησε καθόλου γιὰ τοὺς τρόπους ποὺ θὰ τὴν ὁδηγοῦσαν στὴν καθαρότητα, οὔτε εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ μυσταγωγό, ὅλα αὐτὰ δὲν ξέρω ἂν εἶναι πράγματα ποὺ μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἀνήκουν στὴν κτιστὴ φύση.
Γιατὶ κι ἂν ἀκόμη ἦταν Χερουβὶμ ἢ Σεραφὶμ ἢ κάτι πολὺ καθαρώτερο ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς αὐτὲς ὑπάρξεις, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ αὐτὴ τὴ φωνή; Πῶς θὰ νόμιζε ὅτι ἦταν δυνατὸ νὰ ἐκπληρώσῃ τὶς ἐπαγγελίες; Πῶς θὰ εὕρισκε δύναμη κατάλληλη γι᾿ αὐτὰ τὰ μεγαλειώδη ἔργα; Καὶ ὁ Ἰωάννης βέβαια, ἀπὸ τὸν ὁποῖον «κανεὶς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μεγαλύτερος», σύμφωνα μὲ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου του Σωτῆρα, δὲν ἀξίωσε τὸν ἑαυτό του οὔτε τὰ ὑποδήματα Ἐκείνου νὰ ἀγγίξῃ, κι αὐτὸ καίτοι ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν μὲ τὴν πτωχὴ ἀνθρώπινη φύση. Ἐνῷ ἡ Πανάμωμη τὸν ἴδιο τὸν λόγο τοῦ Πατρός, τὴν ἴδια τὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, καὶ πρὶν ἀκόμη κενωθῇ, πῆρε τὸ θάρρος νὰ φέρῃ μέσα στὰ σπλάχνα της. «Τίς εἰμι ἐγὼ καὶ τίς ὁ οἶκος τοῦ πατρός μου; Καὶ ἐν ἐμοί, Κύριε, σώσεις τὸν Ἰσραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεῖ κανεὶς ν᾿ ἀκούσῃ ἀπὸ τοὺς δικαίους, μολονότι καλοῦνται σὲ ἔργα πολλὲς φορὲς κι᾿ ἀπὸ πολλοὺς πραγματοποιημένα. Ἐνῷ τὴν μακαρία Παρθένο ὁ Ἄγγελος τὴν κάλεσε νὰ πραγματοποιήσῃ κάτι τὸ ἐντελῶς ἀσυνήθιστο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν σύμφωνο μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ξεπερνοῦσε τὴ λογικὴ κατανόηση. Γιατὶ στ᾿ ἀλήθεια τί μικρότερο τῆς ζητήθηκε ἀπὸ τὸ νὰ ἀνυψώσῃ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸ νὰ μετακινήσῃ καὶ νὰ ἀλλάξῃ, χρησιμοποιώντας σὰν μέσο τὸν ἑαυτό Της, τὸ σύμπαν; Κι ὅμως δὲν ταράχθηκε ὁ λογισμός Της οὔτε θεώρησε ὅτι δὲν ἄξιζε γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο. Ἀλλὰ ὅπως σὲ τίποτε δὲν ἐνοχλοῦνται τὰ μάτια, ὅταν πλησιάζῃ τὸ φῶς, κι ὅπως δὲν εἶναι παράξενο νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ὅτι, μόλις ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος, γίνεται ἡμέρα, ἔτσι καθόλου δὲν παραξενεύθηκε ἡ Παρθένος, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι θὰ μπορέσῃ νὰ δεχθῇ καὶ νὰ κυοφορήσῃ μέσα της τὸν ἀχώρητο σὲ ὅλους τοὺς τόπους Θεό. Καὶ δὲν ἄφησε βέβαια νὰ περάσῃ ἀνερεύνητη ἡ προσφώνηση οὔτε ἔπαθε τίποτε ἀνεξέταστα κι οὔτε πάλι παρασύρθηκε ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐγκωμίων. Ἀλλὰ συγκέντρωσε τὴν προσοχή της καὶ μὲ ὅλη της τὴν ἔνταση ἐξέταζε τὸ χαιρετισμό, ζητώντας νὰ μάθῃ μὲ ἀκρίβεια τόσο τὸν τρόπο τῆς κυήσεως, ὅσο καὶ κάθετι τὸ σχετικό. Πέρα ὅμως ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρεται καθόλου νὰ ρωτήσῃ ἂν εἶναι ἡ ἴδια ἱκανὴ καὶ κατάλληλη γιὰ μιὰ τόσο ὑψηλὴ διακονία, ἂν ἔχῃ ἀγνίσει ὅσο χρειάζεται τὸ σῶμα Της καὶ τὴν ψυχή Της. Ἐκπλήσσεται γιὰ τὰ θαυμάσια ποὺ ἐπέρχονται στὴ φύση καὶ ἀντιπαρέρχεται κάθετι ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴ δική Της προπαρασκευή. Γι᾿ αὐτὸ ζήτησε τὴν ἐξήγηση γιὰ τὸ πρῶτο ἀπὸ τὸ Γαβριήλ, ἐνῷ τὸ δεύτερο τὸ ἤξερε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Τὸ θάρρος πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴν παρρησία τὰ εὕρισκε πράγματι ἡ Παρθένος μέσα της, ἀφοῦ δὲν εἶχε «τὴν καρδίαν τῆς καταγινώσκουσαν», ὅπως λέγει ὁ Ἰωάννης, ἀλλὰ «συνηγοροῦσαν».
6. «Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό;» ἐρωτᾶ. Ὄχι γιατὶ ἔχω ἡ ἴδια ἀνάγκη ἀπὸ περισσότερη καθαρότητα καὶ μεγαλύτερη ἁγιότητα, ἀλλὰ γιατὶ εἶναι νόμος τῆς φύσεως νὰ μὴν μποροῦν νὰ κυοφορήσουν ὅσοι, ὅπως ἐγώ, ἔχουν διαλέξει τὴ ζωὴ τῆς παρθενίας. «Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό, ἐρωτᾶ, ἀφοῦ δὲν ἔχω σχέση μὲ ἄνδρα;» Ἐγὼ βέβαια, συνεχίζει, εἶμαι ἕτοιμη γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔχω ἀρκετὰ προπαρασκευασθῆ. Πές μου ὅμως σύ, ἂν ἡ φύση θὰ συμμορφωθῇ καὶ μὲ ποιὸ τρόπο. Καὶ τότε, μόλις ὁ Γαβριὴλ ἀνακοίνωσε τὸν τρόπο τῆς παράδοξης κυοφορίας λέγοντας τὸ γνωστό: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» καὶ τὰ ἐξήγησε ὅλα, ἡ Παρθένος δὲν ἀμφιβάλλει πλέον γιὰ τὸ ἀγγελικὸ μήνυμα, ὅτι εἶναι μακαρία, τόσο γι᾿ αὐτά, τὰ τόσο ὑπέροχα, στὰ ὁποῖα διακόνησε, ὅσο καὶ γι᾿ αὐτὰ στὰ ὁποῖα πίστεψε, ὅτι δηλαδὴ θὰ εἶναι ἀξία νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴ διακονία.
Κι αὐτὸ δὲν ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐλαφρότητος. Ἦταν ἡ φανέρωση τοῦ θαυμαστοῦ καὶ ἀπόρρητου ἐκείνου θησαυροῦ, ποὺ ἔκρυβε μέσα της ἡ Παρθένος, θησαυροῦ γεμάτου ἀπὸ ὕψιστη σύνεση, πίστη καὶ καθαρότητα. Αὐτὸ τὸ ἔκανε φανερὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ὀνομάζοντας τὴν Παρθένο μακαρία, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀποδέχθηκε τὸ μήνυμα καὶ δὲν δυσκολεύθηκε καθόλου νὰ πιστέψῃ στὶς οὐράνιες ἀγγελίες. Ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε ἡ ψυχή της ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ἐμακάρισε λέγοντας: «Ἂς εἶναι μακαρία αὐτὴ ποὺ πίστεψε ὅτι θὰ πραγματοποιηθοῦν ὅσα τῆς εἶπε ὁ Κύριος». Ἡ ἴδια ἡ Παρθένος ἄλλωστε εἶχε εἰπεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό της ἀπαντώντας στὸν Ἄγγελο: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου». Γιατὶ εἶναι, στ᾿ ἀλήθεια, δούλη τοῦ Κυρίoυ αὐτὴ ποὺ τόσο βαθιὰ κατανόησε τὸ μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ του. Αὐτὴ πού, «ὅταν ἦρθε» ὁ Δεσπότης καὶ «ἔκρουσε», ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ἄνοιξε ἀμέσως τὴν οἰκία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της καὶ χορήγησε ἔτσι σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ἄ-οἶκος πραγματικὸ κατοικητήριο ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
Συνέβη στὸ σημεῖο αὐτὸ κάτι παραπλήσιο μ᾿ ἐκεῖνο ποὺ συνέβη στὸν Ἀδάμ. Ἐνῷ ὅλο τὸ ὁρατὸ σύμπαν κτίσθηκε γιὰ χάρη δική του κι ὅλα τὰ ὑπόλοιπα κτίσματα εἶχαν βρεῖ τὸ καθένα τὸν κατάλληλο σύντροφό του, μόνο γιὰ τὸν Ἀδὰμ δὲν βρέθηκε, πρὶν ἀπὸ τὴν Εὔα, κατάλληλος βοηθός. Ἔτσι καὶ γιὰ τὸ Λόγο, ποὺ ἔφερε στὴν ὕπαρξη τὰ πάντα κι ὅρισε γιὰ τὸ κάθε πλάσμα τοῦ τὸν κατάλληλο τόπο, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς τόπος καὶ καμμιὰ κατοικία πρὶν ἀπὸ τὴν Παρθένο. Ἡ Παρθένος ὅμως δὲν ἔδωσε «ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς οὐδὲ νυσταγμὸν τοῖς βλεφάροις» ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ πρόσφερε σ᾿ Αὐτὸν σκήνωμα καὶ τόπο. Γιατὶ βέβαια τὰ λόγια αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ θεωρήσουμε σὰν φωνὴ τῆς Πανάγνου, ποὺ τὴν πρόφερε ἡ γλώσσα τοῦ Δαυΐδ, μιὰ κι αὐτὸς ἦταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς γενιᾶς της. Ὅπως ἀκριβῶς, σύμφωνα μ᾿ αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Παῦλος, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἔδωσε τὴν δεκάτη στὸ Μελχισεδέκ, ἔχει δώσει δεκάτη καὶ ὁ Λευῒ «ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ὤν».
7. Ἀλλὰ τὸ πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ παράδοξο ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι, χωρὶς τίποτε νὰ ξέρῃ ἀπὸ πρίν, χωρὶς καμμιὰ προειδοποίηση τόσο πολὺ ἦταν προετοιμασμένη γιὰ τὸ μυστήριο, ὥστε μόλις φάνηκε ξαφνικὰ ὁ Θεός, νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ τὸν ὑποδεχθῇ ὅπως ἔπρεπε, μὲ ψυχὴ ἕτοιμη καὶ ἄγρυπνη καὶ σταθερή. Κι αὐτὸ τὸ λόγο, ποὺ ἦταν κατάλληλος καὶ ἅρμοζε σ᾿ αὐτήν, ἀπάντησε γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι oι ἄνθρωποι τὴ σωφροσύνη μὲ τὴν ὁποία ἔζησε πάντοτε ἡ μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδὴ ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, πόσο ἦταν πρωτοφανής, πόσο ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ ὅσο μποροῦσαν νὰ καταλάβουν oι ἄνθρωποι, Αὐτὴ ποὺ ἄναψε μέσα στὴν ψυχή της τόσο σφοδρὸ ἔρωτα γιὰ τὸ Θεό, ὄχι γιατὶ τῆς εἶχαν προαγγελθῆ αὐτὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τῆς συμβοῦν προσωπικὰ καὶ στὰ ὁποῖα αὐτὴ μόνο θὰ λάβαινε μέρος, ἀλλὰ χάρις στὶς γενικὲς δωρεὲς ποὺ δόθηκαν ἢ ἐπρόκειτο νὰ δοθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους. Γιατὶ, ὅπως ὁ Ἰὼβ θαυμάζεται ὄχι τόσο γιὰ τὴν ὑπομονὴ ποὺ ἔδειξε μέσα στὶς συμφορές του, ὅσο γιατὶ δὲν ἤξερε τί ἐπρόκειτο νὰ τοῦ δοθῇ σὰν ἀμοιβὴ γι᾿αὐτὸ τὸν ἀγώνα τῆς ὑπομονῆς, ἔτσι κι ἐκείνη ἀνέδειξε τὸν ἑαυτό της ἄξιο νὰ λάβῃ τὶς δωρεὲς ποὺ ξεπερνοῦν κάθε ἀνθρώπινη λογική, χάρις σ᾿ αὐτὰ ποὺ δὲν ἐγνώριζε. Ὑπῆρξε νυμφικὸς θάλαμος, χωρὶς νὰ περιμένῃ τὸ Νυμφίο. Ἦταν οὐρανός, μολονότι ἀγνοοῦσε ὅτι μέσα ἀπὸ αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ ἀνατείλῃ ὁ Ἥλιος.
Τί εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξισωθῇ μὲ τοῦ νοῦ αὐτοῦ τὴ μεγαλωσύνη; Καὶ ποιὰ θὰ ἦταν ἂν τὰ ἤξερε ὅλα μὲ σαφήνεια ἀπὸ πρὶν καὶ εἶχε ἔτσι καὶ τῆς ἐλπίδας τὰ φτερά; Γιατί ὅμως δὲν τὰ εἶχε πληροφορηθῆ προηγουμένως; Μήπως ἐπειδὴ μ᾿ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος χῶρος στὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ, ἀφοῦ δὲν εἶχε ἀφήσει ἀξεπέραστη καμμιὰ κορυφὴ ἁγιότητος, κι ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτε τὸ ὁποῖο ὄφειλε νὰ προσθέσῃ σ᾿ αὐτὰ ποὺ εἶχε, οὔτε ἦταν δυνατὸν νὰ γίνῃ καλύτερη στὴν ἀρετή, ἀφοῦ κατέλαβε τὴν ἴδια τὴν κορυφή; Γιατὶ, ἂν ἦταν πραγματοποιήσιμα αὐτὰ καὶ ὑπῆρχε, πέρα ἀπὸ ὅσα εἶχε ἤδη κατορθώσει, καὶ μιὰ κάποια ἄλλη κορυφὴ ἀρετῆς, δὲν θὰ τὴν ἀγνοοῦσε ἡ Παρθένος, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ἦρθε στὴ ζωή, καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς διδάσκει, ἔτσι ὥστε νὰ μπορῇ νὰ τὴ διατρέξῃ καὶ αὐτὴ καὶ νὰ εἶναι καλύτερα προπαρασκευασμένη γιὰ τὴ διακονία τοῦ μυστηρίου. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ὅτι δὲν θὰ εἶχε δῆθεν ἡ Παρθένος ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν ἐλπίδων μεγαλύτερη ἔφεση γιὰ τὴν ἀρετή, ἂν βέβαια ἦταν ποτὲ δυνατὸν νὰ συμβῇ αὐτό. Ἀλλὰ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἄγνοιά της τὴν ἀπέδειξε ἀκόμη καλύτερη, αὐτὴν ἡ ὁποία, παρ᾿ ὅλο ὅτι δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ὠθήσουν στὴν ἀρετή, τόσο πολὺ τελειοποίησε τὴν ψυχή της, ὥστε διαλέχθηκε ἀπὸ τὸ δίκαιο Θεὸ μέσα ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Οὔτε πάλι εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸ Θεὸ νὰ μὴν εἶχε κοσμήσει τὴ μητέρα του μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ μὴν τὴν εἶχε πλάσει κατὰ τὸν καλύτερο καὶ τελειότερο τρόπο.
8. Μὲ τὸ γεγονὸς λοιπὸν ὅτι εἶχε σιωπήσει καὶ δὲν τῆς προεῖπε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν ἀπoδείχθηκε ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε καλύτερο ἢ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅσα ἔβλεπε νὰ ἔχῃ κατορθώσει ἡ Παρθένος. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ πάλι γίνεται φανερὸ ὅτι διάλεξε γιὰ μητέρα του ὄχι ἁπλῶς τὴν καλύτερη ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ποὺ ὑπῆρχαν, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτα καλύτερη. Οὔτε ἐκείνη ποὺ ταίριαζε σ᾿ Αὐτὸν περισσότερο ἀπὸ ὅλους μέσα στὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ ταίριαζε ἀπόλυτα, ἔτσι ὥστε νὰ πρέπῃ νὰ εἶναι μητέρα του.
Γιατὶ ἦταν βέβαια ὁπωσδήποτε ἀνάγκη νὰ παρουσιάσῃ κάποτε ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων τὸν ἑαυτό της κατάλληλο γιὰ τὸ ἔργο ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκε. Νὰ φέρῃ δηλαδὴ στὴ ζωὴ κάποιον ἄνθρωπο ποὺ νὰ μπορῇ νὰ διακονήσῃ ἄξια στὸ σκοπὸ τοῦ Δημιουργοῦ. Ἐμεῖς βέβαια δὲν δυσκολευόμαστε νὰ παραβιάζουμε τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον κατασκευάσθηχαν τὰ διάφορα ἐργαλεῖα χρησιμοποιώντας τὰ ἄλλοτε στὴ μιὰ κι ἄλλοτε στὴν ἄλλη τέχνη. Ὁ Δημιουργὸς ὅμως δὲν ἔδωκε στὴν ἀνθρώπινη φύση ἕνα προορισμὸ στὴν ἀρχὴ καὶ μετὰ τὸν ἄλλαξε. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τὴν ἔπλασε τέτοια, ὥστε, ὅταν θὰ χρειαζόταν νὰ γεννηθῇ, νὰ πάρῃ ἀπὸ αὐτὴ τὴ μητέρα. Κι ἀφοῦ ἔδωκε πρῶτα αὐτὸν τὸ προορισμὸ στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔπλασε στὴ συνέχεια τὸν ἄνθρωπο χρησιμοποιώντας γιὰ κανόνα αὐτὴ τὴ σαφῆ χρησιμότητα. Ἦταν ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ κάποτε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ νὰ μπορῇ νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὸν τὸ σκοπό. Γιατὶ βέβαια οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ μὴ θεωρήσουμε σὰν σκοπὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου τὸν καλύτερο ἀπὸ ὅλους, ἐκεῖνον ποὺ προξενεῖ στὸν Τεχνίτη τὴ μεγαλύτερη τιμὴ καὶ δόξα, οὔτε πάλι εἶναι δυνατὸ νὰ νομίσουμε ὅτι μπορεῖ κατὰ ὁποιονδήποτε τρόπο νὰ ἀποτύχῃ ὁ Θεὸς σ᾿ αὐτὰ ποὺ δημιουργεῖ. Αὐτὸ βέβαια ἀποκλείεται, ἀφοῦ ἀκόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οἱ ὑποδηματοποιοὶ κατορθώνουν νὰ φτιάχνουν τὰ ἔργα τους πάντοτε σύμφωνα πρὸς τὸ σκοπὸ ποὺ θέλουν, ἂν κι αὐτοὶ δὲν ἐξουσιάζουν ἐντελῶς τὴν ὕλη. Καὶ μολονότι τὸ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιοῦν δὲν τοὺς ὑπακούει πάντοτε, μολονότι μερικὲς φορὲς τοὺς ἐναντιώνεται, αὐτοὶ κατορθώνουν μὲ τὴν τέχνη τους νὰ τὸ ὑποτάξουν καὶ νὰ τὸ σύρουν πρὸς τὸ σκοπό τους. Ἂν λοιπὸν τὸ κατορθώνουν αὐτοί, πόσο φυσικώτερο εἶναι νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ὁ Θεός, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ κυρίαρχος τῆς ὕλης, ἀλλὰ καὶ ὁ δημιουργός της, πού, ὅταν τὴ δημιούργησε, ἤξερε πῶς θὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ. Τί λοιπὸν θὰ ἐμπόδιζε νὰ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση σὲ ὅλα σύμφωνη πρὸς τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον δημιουργήθηκε; Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ κυβερνᾶ τὴν οἰκονομία. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἔργο Του, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν ἔργο τῶν χειρῶν Του. Καὶ τὴν πραγματοποίησή του δὲν τὴν ἐμπιστεύθηκε σὲ κανέναν ἄνθρωπο ἢ Ἄγγελο, ἀλλὰ τὴν κράτησε ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Δὲν εἶναι λοιπὸν λογικὸ νὰ φρόντισε ὁ Θεὸς περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο τεχνίτη, νὰ τηρήσῃ κατὰ τὴ δημιουργία τοὺς κανόνες ποὺ ἔπρεπε; Καὶ μάλιστα, ὅταν δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ὁποιοδήποτε, ἀλλὰ γιὰ τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του; Σὲ ποιὸν δὲ ἄλλον ἀπὸ ὅλους θὰ ἔδινε ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ χρειαζόταν, ἂν ὄχι στὸν ἑαυτόν του; Καὶ πράγματι ὁ Παῦλος ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο (ποὺ ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ) νὰ προσπαθῇ πρὶν ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ νὰ διευθετῇ σωστὰ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν οἶκο του.
9. Ἔχει καλῶς. Ὅταν λοιπὸν ὅλα αὐτὰ συνέβηκε νὰ βρεθοῦν μαζί: ὁ δικαιότατος κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος, ὁ καταλληλότατος διάκονος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ, τὸ καλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Δημιουργοῦ ὅλων τῶν αἰώνων, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν εἶναι ἐδῶ κάθετι ποὺ ἔπρεπε; Γιατὶ ἦταν βέβαια ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ ἡ ἁρμονία καὶ ἡ ἀπόλυτη συμφωνία σὲ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ τίποτε τὸ ἀταίριαστο νὰ μὴν ὑπάρξῃ στὸ μεγάλο καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ ἔργο. Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν δίκαιος. Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ὅπως ἔπρεπε καὶ τὰ «ζυγίζει ὅλα στὴ ζυγαριὰ τῆς δικαιοσύνης Του». Σὰν ἀπάντηση λοιπὸν σ᾿ ὅλα αὐτά, ποὺ ζητοῦσε ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ Παρθένος, μόνη γι᾿ αὐτὸ κατάλληλη, πρόσφερε τὸν Υἱό της. Κι ἔγινε μητέρα ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἦταν κατὰ πάντα δίκαιo νὰ εἶναι μητέρα. Κι ἂν λοιπὸν καμμιὰ ἄλλη ὠφέλεια δὲν ἐπρόκειτο νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγινε ὁ Θεὸς υἱὸς ἀνθρώπου, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε πὼς τὸ ὅτι ἦταν κατὰ πάντα δίκαιο νὰ γίνῃ ἡ Παρθένος μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἔφθανε γιὰ νὰ προκαλέσῃ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου. Καὶ πὼς ἀκόμη τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδώσῃ στὸ κάθε πλάσμα Του ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἅρμοζε, νὰ ἐνεργῇ δηλαδὴ πάντοτε μὲ δικαιοσύνη, ἦταν ἀρκετὴ αἰτία γιὰ νὰ προκαλέσῃ αὐτὸν τὸν καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως τῶν δύο φύσεων.
Γιατὶ, ἂν ἡ Πανάμωμη τήρησε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ὑποχρέωση νὰ τηρήσῃ, ἂν ἀποδείχθηκε ἄνθρωπος τόσο εὐγνώμων καὶ δὲν παρέλειψε τίποτε ἀπ᾿ ὅσα τοῦ χρωστοῦσε, πὼς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φερόταν ἐξίσου δίκαια καὶ ὁ Θεός; Ἂν ἡ Παρθένος δὲν παρέλειψε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μποροῦν νὰ ἀναδείξουν τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν ἀγάπησε μὲ τόσο σφοδρὸ ἔρωτα, θὰ ἦταν βέβαια ἐντελῶς ἀπίθανο νὰ μὴ θεωρήσῃ ὁ Θεὸς ὑποχρέωσή του νὰ τῆς δώσῃ ἰσάξια ἀμοιβή, νὰ γίνῃ υἱός της. Γιατὶ πάλι, ἂν δίνῃ ὁ Θεὸς στοὺς πονηροὺς ἄρχοντα σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τους, πῶς δὲν θὰ ἔπαιρνε γιὰ μητέρα Του αὐτὴ ποὺ ἀποδείχθηκε κατὰ πάντα σύμφωνη μὲ τὴν δική του ἐπιθυμία; Τόσο πολὺ πράγματι ἦταν συγγενικὸ καὶ ταιριαστὸ στὴ μακαρία αὐτὸ τὸ δῶρο. Γι᾿ αὐτό, ὅταν τῆς εἶπε μὲ σαφήνεια ὁ Γαβριὴλ ὅτι θὰ γεννήσῃ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ -γιατὶ αὐτὸ φανέρωσε λέγοντας ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθῇ «βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»- ἡ Παρθένος δέχθηκε τὴν εἴδηση μὲ χαρά, σὰν νὰ ἄκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν καθόλου παράξενο οὔτε ἀταίριαστο πρὸς αὐτὰ ποὺ συνήθως συμβαίνουν. Κι ἔτσι μὲ γλώσσα μακαρία, μὲ ψυχὴ καθαρὴ ἀπὸ ἀνησυχίες, μὲ σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, εἶπε, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».
10. Αὐτὰ εἶπε κι ἀμέσως ὅλα πραγματοποιήθηκαν. «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Ἔτσι, μόλις ἡ Παρθένος ἔδωσε τὴν ἀπάντησή της στὸ Θεό, δέχεται ἀμέσως ἀπὸ αὐτὸν τὸ Πνεῦμα, ποὺ δημιουργεῖ τὴν ὁμόθεη ἐκείνη σάρκα. Ἦταν λοιπὸν ἡ φωνὴ τῆς «φωνὴ δυνάμεως», ὅπως εἶπε ὁ Δαυΐδ. Καὶ πλάθεται ἔτσι μὲ λόγο μητρικὸ ὁ τοῦ Πατρὸς Λόγος. Καὶ κτίζεται μὲ τὴν φωνὴ τοῦ κτίσματος ὁ Δημιουργός. Κι ὅπως, μόλις εἶπε ὁ Θεὸς «γενηθήτω φῶς», ἔγινε ἀμέσως φῶς, ἔτσι ἀμέσως μὲ τὴ φωνὴ τῆς Παρθένου τὸ ἀληθινὸ ἀνέτειλε Φῶς κι ἑνώθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ κυοφορήθηκε αὐτὸς ποὺ φωτίζει «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Ὦ φωνὴ ἱερή! Ὦ λόγια ποὺ κατορθώσατε τέτοιο μεγαλεῖο! Ὦ γλώσσα εὐλογημένη, ποὺ ἀνακάλεσες μεμιᾶς ἀπὸ τὴν ἐξορία ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη! Ὦ θησαυρὲ ψυχῆς ἁγνῆς, ποὺ μὲ τὰ λίγα λόγια της σκόρπισε σὲ μᾶς τέτοια ἀφθονία ἀγαθῶν! Γιατὶ αὐτὰ τὰ λόγια μετέτρεψαν τὴ γῆ σὲ οὐρανὸ κι ἄδειασαν τὸν Ἅδη ἐλευθερώνοντας τοὺς φυλακισμένους. Ἔκαμαν νὰ κατοικηθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους ὁ οὐρανὸς καὶ φέρνοντας τόσο κοντὰ τοὺς Ἀγγέλους στοὺς ἀνθρώπους συνέπλεξαν τὸ οὐράνιο καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος σ᾿ ἕνα μοναδικὸ χορὸ γύρω ἀπὸ αὐτὸν ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ τὰ δύο, αὐτὸν πού, ὄντας Θεός, ἔγινε ἄνθρωπος.
Γι᾿ αὐτά Σου τὰ λόγια ποιὰ εὐχαριστία θὰ ἦταν ἄξια νὰ Σοῦ προσφερθῇ ἀπὸ μᾶς; Πῶς νὰ σὲ προσφωνήσουμε Ἐσένα, ποῦ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀντάξιό σου ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους; Γιατὶ τὰ δικά μας τὰ λόγια εἶναι γήινα, ἐνῷ Σὺ ξεπέρασες ὅλου τοῦ κόσμου τὶς κορυφές. Ἂν λοιπὸν χρειάζεται νὰ Σοῦ προσφερθοῦν τιμητικοὶ λόγοι, αὐτὸ νομίζω πὼς πρέπει νὰ εἶναι ἔργο Ἀγγέλων, νοῦ χερουβικοῦ, πύρινης γλώσσας. Γι᾿αὐτὸ κι ἐμεῖς, ἀφοῦ θυμηθήκαμε ὅσο μπορούσαμε τὰ κατορθώματά Σου καὶ ὑμνήσαμε κατὰ τὴ δύναμή μας Ἐσένα, τὴν ἴδια μας τὴ σωτηρία, ζητοῦμε τώρα νὰ βροῦμε ἀγγελικὴ φωνή. Καὶ καταλήγουμε στὴν προσφώνηση τοῦ Γαβριήλ, τιμώντας ἔτσι καὶ τὴν ἴδια μας τὴν ὁμιλία: «χαῖρε, κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετὰ σοῦ»!
Ἀλλὰ δῶσε, Παρθένε, ὄχι μόνο νὰ μιλᾶμε γιὰ ὅσα φέρνουν τιμὴ καὶ δόξα σ᾿ Αὐτὸν καὶ σ᾿ Ἐσένα ποὺ τὸν ἐγέννησες, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδὴ νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς οἰκητήρια δικά Του γιατὶ σ᾿ Αὐτὸν ἁρμόζει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.
 .uoa.gr
http://amethystosbooks.blogspot.gr/