Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Rembrandt’s Supper at Emmaus

Posted by Charley Parker
Rembrandt's Supper at Emmaus
The Biblical story of the Supper at Emmaus, in which Jesus appears to, and later has a meal with two of his disciples after his resurrection, is a repeated theme in the history Christian art.
The most famous example is the striking composition by Carravaggio.
Rembrandt’s portrayal of the scene is less familiar, and is not one of the more commonly reproduced works in his oeuvre.
However, when I had the chance to see this painting in person at the Philadelphia Museum of Art last August as part of the Rembrandt and the Face of Jesus exhibition, I was fascinated by it and returned to it several times during my visit.
With no disrespect to Rembrandt’s intentions for the focus of the painting, it was not his figures that captured my attention in this instance, but the surroundings in which he placed them, most notably the table and simple still life objects, and the cloth on which they rested.
Seen close up, these simple subjects in Rembrandt’s hands seemed to me a tour-de-force in still life painting, the background a textural masterpiece and textbook example of how to use a background and lighting to set off a scene with figures.
The figures themselves, of course, were painted with Rembrandt’s unwavering strength as a painter, but I didn’t find them among his most compelling, in contrast to the scene as a whole. The tablecloths, in particular, are a marvel of subtle color blending, rich brushwork and the play of light across a complex surface.
The painting was probably based on this earlier etching.
This is the second of two very different takes by Rembrandt on the subject, the first is more stark and dramatic, with the figure of Jesus almost in silhouette in the foreground and great areas of sharp chiaroscuro forming the composition (images above, bottom).
The later painting, though less dramatic, is richer and more involving. The original is in the Louvre, which provides a reasonably high resolution image of the painting here.

Πηγή: Lines and colors

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Προσευχή αγιογράφου






Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης - Διονυσίου ἱερομονάχου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ Εὐρυτανίας

Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἀπερίγραπτος ὑπάρχων τῇ φύσει τῆς Θεότητος καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐκ τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας ἀφράστως σαρκωθεὶς καὶ ἀξιώσας περιγράφεσθαι· ὁ τὸν ἅγιον χαρακτῆρα τῆς ἀχράντου ὄψεως ἐν τῷ ἁγίῳ μανδηλίῳ τυπώσας καὶ δι᾿ αὐτοῦ τὴν νόσον τοῦ τοπάρχου Αὐγάρου ἰασάμενος καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ φωτίσας εἰς τὴν ἐπίγνωσιν σου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ὁ διὰ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος συνετίσας τὸν θεῖον Ἀπόστολόν σου καὶ Εὐαγγελιστὴν Λουκᾶν τὴν μορφὴν τῆς παναμώμου σου Μητρὸς διαγράψαι, φερούσης σε ὡς βρέφος ἐν ταῖς ἀγκάλαις αὐτῆς, καὶ τὸ «Ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος δι ἐμοῦ μετ᾿ αὐτῶν» εἰπούσης, αὐτὸς Δέσποτα Θεὲ τῶν ὅλων, φώτισον, συνέτισον τὴν ψυχὴν τὴν καρδίαν καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ δούλου σου (δεῖνος) καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὔθυνον πρὸς τὸ ἀμέμπτως καὶ ἀρίστως διαγράφειν τὸ εἶδος τῆς ἐμφερείας σου καὶ τῆς παναχράντου σου Μητρὸς καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων, εἰς δόξαν σὴν καὶ εἰς φαιδρότητα καὶ ὠραϊσμὸν τῆς ἁγίας σου Ἐκκλησίας καὶ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν τῶν σχετικῶς αὐτὰς προσκυνούντων καὶ μετ᾿ εὐλαβείας ἀσπαζομένων καὶ τὴν τιμὴν ἐπὶ τὸ πρωτότυπον ἀναφερόντων. Λύτρωσαι δὲ αὐτὸν ἐκ πάσης διαβολικὴς ἐπηρείας προκόπτοντα ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς σου πρεσβείαις τῆς παναχράντου Μητρός σου, τοῦ ἁγίου ἐνδόξου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ο Έλληνας ποτέ δεν πεθαίνει



Ένα θέμα που έρχεται διαρκώς στην επικαιρότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο είναι σωστό να ανακοινώνεται ο θάνατος κάποιου ανθρώπου. Οι περισσότεροι άνθρωποι –αλλά και τα ΜΜΕ- αποφεύγουν να πουν ή να γράψουν «πέθανε» και προτιμούν το «έφυγε», λες και πρόκειται να επιστρέψει.

Κάποιοι άλλοι, για να αποφύγουν να πουν «ο τάδε πέθανε» λένε «ο τάδε δεν είναι πια μαζί μας». Η «ο τάδε απεβίωσε».
Γενικά, οι άνθρωποι βρίσκουν ένα σωρό τρόπους για να αποφύγουν να αναφερθούν στο θάνατο. Βέβαια, όταν πεθαίνει κάποιο ζώο δεν έχουν τέτοιους ενδοιασμούς και λένε «ψόφησε».

Επειδή καταλαβαίνω απόλυτα το φόβο που προκαλεί στους ανθρώπους ο θάνατος –εσχάτως, και η ζωή-, αντιλαμβάνομαι τους λόγους που τους κάνουν να δυσκολεύονται να πουν «ο τάδε πέθανε».
Σε μια εποχή γεμάτη θανάτους από φυσικά αίτια, δολοφονίες και αυτοκτονίες, νομίζω πως ξέρω έναν πιο κομψό όρο –αντί του πολύ σκληρού «πέθανε»-, ώστε να βγάλω τους πάντες από τη δύσκολη θέση.
Μιας και ζούμε σε μια εποχή με απόλυτα οικονομικούς όρους, μπορούμε, όταν πεθαίνει κάποιος να μη λέμε «πέθανε». Μπορούμε να λέμε «αποχώρησε από την ευρωζώνη».

(Η φωτογραφία είναι του Γιάννη Κολεσίδη).

ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΣ

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Η Δημιουργία

Πηγή: Τρελο-γιάννης


Γεροντας Σωφρόνιος του έσσεξ

Ο Χριστός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, πρόσκαιρων και αιωνίων, Θείων και ανθρώπινων. Για τον λόγο αυτό όλα, όσα προτίθεμαι να γράψω εδώ, θα προέρχονται από τη θεώρηση του Χριστού ως Θεανθρώπου. Η χριστιανική ανθρωπολογία μας δεν πρέπει να έχει αφηρημένο χαρακτήρα, αλλά να προσφέρει απαραιτήτως θεμέλιο για όλη την εν τω Θεώ ζωή μας. Δεν θα δίσταζα να ονομάσω την ανθρωπολογία αυτή ασκητική. Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι πολυδιάστατη. Μία από τις διαστάσεις της είναι η δημιουργική δύναμη, που εκδηλώνεται σε ποικίλες περιοχές: σε κουλτούρες όλων των ειδών, δηλαδή πολιτισμούς, τέχνες, επιστήμες.
Στον πρωτόπλαστο δόθηκε η εντολή, με την είσοδό του στον φυσικό κόσμο, να εργάζεται σε αυτόν και να τον φυλάσσει (βλ. Γεν. 2,15). Ο φυσικός κόσμος είναι πλασμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε ο άνθρωπος βρίσκεται στην ανάγκη να λύνει δημιουργικά τα προβλήματα που αδιάκοπα αναφύονται μπροστά του. Ωστόσο αυτά που απαριθμώ δεν εξαντλούν τον όλο άνθρωπο. Παράλληλα με την παραγωγή εκείνων που χρειάζεται ο άνθρωπος για τη συντήρηση της ζωής του επάνω στη γη, ανέρχεται από τις ατελείς μορφές στις τελειότερες, τις πνευματικές, που υπερβαίνουν όλα τα ορατά και τα πρόσκαιρα. Στο επίπεδο των πρόσκαιρων, η δημιουργική ικανότητα κατευθύνεται προς τα κάτω, προς τη γη, για να οργανώσει τα ακατέργαστα δεδομένα της φύσεως, που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των αναγκών του ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή ο σκοπός κατορθώνεται στα όρια των φυσικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Στη δεύτερη περίπτωση η δημιουργία κατευθύνεται προς τον ανώτερο κόσμο, όπου τα φυσικά χαρίσματα του ανθρώπου από μόνα τους δεν επαρκούν. Ως Πρόσωπο ο άνθρωπος διαθέτει ελεύθερη βούληση που εκφράζεται, όχι με την εκ του μηδενός δημιουργία κάποιου εντελώς νέου πράγματος που δεν υπήρξε, αλλά ως συμφωνία με τη θέληση του Θετού, του αληθινά Δημιουργού, ή ως διαφωνία προς το θέλημά Του (που αποκλίνει από το θέλημά Του ή και το απορρίπτει). Μόνο εκείνη η δημιουργία που συμπίπτει με το θέλημα του Ουρανίου Πατρός παράγει καρπούς που μπορούν να περάσουν στην αιωνιότητα· οτιδήποτε άλλο καταλήγει στο μη ον: «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος εκριζωθήσεται» (Ματθ. 15,13). «Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν Εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν. Εάν μη τις μείνη εν Εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν. 15,5-6). Για να γίνει ο άνθρωπος συνεργός του Θεού στη δημιουργία του κόσμου, πρέπει αδιάκοπα να αγωνίζεται για την κατά το δυνατόν καλύτερη γνώση του ιδίου του Θεού.

Η πορεία αυτή της αναβάσεως στη γνώση του Θεού είναι επίσης δημιουργική πράξη, ιδιαίτερης όμως τάξεως· σκοπός της είναι η συμμετοχή στην αιώνια δημιουργική πράξη του Πατέρα, η απόκτηση της έσχατης τελειότητας με την παραμονή στο ρεύμα της Θείας Αιωνιότητας, όπου πρώτος εισήλθε ο Χριστός-Άνθρωπος. Ο χριστιανός στη δημιουργική αναζήτησή του εγκαταλείπει όλα όσα φέρουν σχετικό και παροδικό χαρακτήρα, για να παραμείνει στα μη παρερχόμενα. Στα όρια της γης η τελειότητα δεν είναι εντελώς πλήρης. Και όμως την αποκαλούμε τελειότητα. Μιμούμενοι τον Χριστό που είπε «Εγώ απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο Πατήρ Μου, ταύτα λαλώ» (Ιωάν. 8,28), και εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε για το ίδιο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Γέροντα Σιλουανού: «Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε αφ’ εαυτού τους… Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα». Αυτή λοιπόν είναι η αληθινή δημιουργία, η ανώτερη από όλα εκείνα που είναι εφικτά για τον άνθρωπο. Όχι παθητικά, αλλά με δημιουργικό αγώνα βαδίζει ο άνθρωπος προς αυτό τον άγιο σκοπό, χωρίς ποτέ να λησμονεί ότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δημιουργήσει για τον εαυτό του θεό «κατ’ εικόνα του», κάτι που πολλοί φιλόσοφοι ή ακόμη και θεολόγοι κάνουν. Όλο το παρελθόν μου με ωθούσε κατά φυσικό τρόπο στη σκέψη για τη δημιουργία στις διάφορες εκφάνσεις της, όπως επίσης και για το νόημα της. Τώρα θα ήθελα να διηγηθώ με συντομία πως η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική με οδήγησε στην προσευχή. Μιλώ για πραγματικά συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά τις ημέρες της νεότητάς μου, κάποιος Ρώσος ζωγράφος, που έγινε στη συνέχεια διάσημος, με προσείλκυσε προς την ιδέα της καθαρής δημιουργίας, έχοντας στραφεί προς την αφηρημένη τέχνη. Δύο ή τρία χρόνια υπήρξα θύμα της έλξεως αυτής, που με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε μέσα μου. Χαρακτηριστικό κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδή κάθε εργάτη της τέχνης) είναι να προσλαμβάνει το είναι στις μορφές της τέχνης του. Έτσι και εγώ αντλούσα ιδέες για τις δικές μου αφηρημένες μελέτες από εκείνο που μου παρείχε η πραγματικότητα του περιβάλλοντός μου: οι άνθρωποι, η βλάστηση, τα κτίσματα, οι απροσδόκητα αλλόκοτοι συνδυασμοί σκιών από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές λάμπες επάνω στο πάτωμα, τους τοίχους, τις οροφές και πολλά άλλα. Με τη φαντασία μου δημιουργούσα εικόνες, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι όμοιες με τίποτε που υπάρχει πραγματικά στη φύση. Με τον τρόπο αυτό, νόμιζα ότι δεν είμαι αντιγραφέας φυσικών φαινομένων, αλλά δημιουργός νέων καλλιτεχνικών (εικαστικών) γεγονότων. Ευτυχώς αντιλήφθηκα ότι σε μένα, τον άνθρωπο, δεν δόθηκε να δημιουργώ «εκ του μηδενός», όπως ο Θεός δημιουργεί με μοναδικό τρόπο. Από την εμπειρία αυτή μου έγινε σαφές ότι κάθε ανθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ήδη προϋπάρχουσα. Δεν μπορούσα να χαράξω ούτε μία γραμμή, ούτε να δημιουργήσω κάποιο χρώμα, που πουθενά αλλού δεν υπήρχε. Ο αφηρημένος πίνακας μοιάζει με εγγραφή λέξεων που ηχούν πρωτότυπα, αλλά ποτέ δεν εκφράζουν πλήρες νόημα. Η δημιουργία παρουσιαζόταν σε μένα ως αποσύνθεση του είναι, πτώση στο κενό, στο παράλογο, επιστροφή στο «μηδέν», από το οποίο μας κάλεσε η δημιουργική πράξη του Θεού, Τότε εγκατέλειψε ο νους μου τη μάταιη απόπειρα να δημιουργήσει κάτι εντελώς νέο, και το πρόβλημα της δημιουργίας στη συνείδησή μου συνδέθηκε με το πρόβλημα της Γνώσεως του Είναι. Και μου συνέβη κάτι θαυμαστό· σχεδόν όλος ο κόσμος, κάθε ορατό φαινόμενο, έγινε μυστήριο, ωραίο και βαθύ. Και το φως έγινε άλλο• χάιδευε τα αντικείμενα, τα περιέβαλλε κατά κάποιον τρόπο με στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σε αυτά παλμούς ζωής που δεν απεικονίζεται με τα μέσα που διαθέτει ο καλλιτέχνης. Γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία να υποκλιθώ με ευλάβεια μπροστά στον πρώτο καλλιτέχνη, τον Δημιουργό του παντός, με τον πόθο να Τον συναντήσω, να διδαχθώ από αυτόν, να γνωρίσω πώς Αυτός δημιουργεί.

Οι συνομιλίες μου με τον Γέροντα Σιλουανό για την προσευχή και για οποιοδήποτε άλλο θέμα συγκεντρώνονταν πάντοτε στο Πρόσωπο του Χριστού, του μοναδικού Διδασκάλου με απόλυτη αυθεντία. Αυτός μας έδωσε «υπόδειγμα» για όλα (βλ. Ματθ. 23,8-10- Ιωάν. 13,13-15). Και ο Γέροντας δίδασκε να κοιτάζουμε προσεκτικά πως Εκείνος, ο Υιός του ανθρώπου, ενεργούσε. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ου δύναται ο Υιός ποιείν αφ’ Εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον Πατέρα ποιούντα· α γαρ αν Εκείνος ποιή, ταύτα και ο Υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ Πατήρ φιλεί τον Υιόν και πάντα δείκνυσιν Αυτώ α Αυτός ποιεί, και μείζονα τού¬των δείξει Αυτώ έργα, ίνα υμείς θαυμάζητε» (Ιωάν. 5,19¬20). Αλλά ο μονογενής Υιός, γενόμενος Υιός Ανθρώπου, ομοιώθηκε σε όλα με μας (βλ. Έ6ρ. 2,17- Φιλιπ. 2,7). Συνεπώς όλα, όσα Εκείνος λέει για τον Εαυτό Του ως Υιό Ανθρώπου, εφαρμόζονται στον καθένα από μας. Αν εμείς παραμένουμε στον Υιό, τον οποίο αγαπά ο Πατέρας, τότε και εμείς είμαστε υιοί Του, επίσης αγαπημένοι (βλ. Ιωάν. 16,27), και Αυτός θα μας τα δείξει όλα: τί δημιουργεί και πώς δημιουργεί. Αλήθεια, εν Χριστώ έχουμε κληθεί να γίνουμε μέτοχοι όλης της δημιουργικής Πράξεως του Θεού και Πατρός μας.

Η οδός προς την τελειότητα αυτή έχει ως εξής: Το πνεύμα του ανθρώπου αποχωρεί από την αναρίθμητη ποικιλομορφία των φαινομένων του φυσικού κόσμου, και με όλη τη δύναμή του στρέφεται προς τον Θεό. Και αυτό είναι το όριο του ανθρώπου επάνω στη γη. Όταν όμως, μετά την έξοδό της η ψυχή ανεβαίνει προς τον Θεό για αιώνια σε Αυτόν και με Αυτόν διαμονή, τότε μέσα στο «Είναι» αυτό έρχεται η γνώση και η είσοδός μας στην Πράξη δημιουργίας από τον Θεό όλων των υπαρκτών. Αρραβώνα της καταστάσεως αυτής αποτελεί το χάρισμα της θαυματουργίας. Κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ο Θεός σκέφτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει». Και οι άγιοι τελούν τα θαύματα όχι με φυσική επενέργεια επάνω στη φύση, αλλά στην προσευχή τους προς τον Θεό «σκέφτονται το ποθούμενο και αυτό πραγματοποιείται».
 
Αμεθυστος

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Στο «Βάμα Νυκτός» έκθεση τού ζωγράφου Γιώργου Κουρκούβελου
Συνοδεύουμε τήν συνέντευξη στό βίντεο μέ τό γραπτό της κείμενο, γιατί σέ ορισμένα σημεία δέν ακούγεται ευκρινώς.

Το «Βάμα Νυκτός» ένα από τα πιο χαρακτηριστικά καφέ-μπαρ στην κεντρική παραλία του Βόλου, που προσφέρει συχνά τον χώρο σε εκδηλώσεις λόγου και τέχνης φιλοξενεί αυτή την εποχή την του γνωστού μας ζωγράφου Γιώργου Κουρκούβελου. Ο τίτλος την έκθεσης «Προδοσία- Μνήμη θανάτου», μας οδηγεί πολύ κοντά σε όσα ζούμε σήμερα στον τόπο μας. Την προδοσία του ίδιου του εαυτού μας πρώτα, την προδοσία των άλλων, και τελικά της πατρίδας μας. Ας ακούσουμε όμως καλύτερα τις σκέψεις και τις απόψεις του καλλιτέχνη.
- Ερ.: Ολόκληρους κόσμους έχεις απεικονίσει εδώ μέσα Γιώργο. Για πες μας πως τους ανακάλυψες.

- Απ.: Μου είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω για τον θάνατο, γιατί ουσιαστικά αυτή η έκθεση έχει να κάνη με την διολίσθηση,με την κατηφόρα. Αυτή την κατηφόρα κάποια στιγμή θα το λέγαμε ότι την πήρα χαμπάρι. Και μου αποκαλύφθηκε μέσα από τις εικόνες τις οποίες είδα, τα νοήματά τους. Η διολίσθηση έρχεται διότι έχουμε ένα ψεύτικο ανάστημα, αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Το ανάστημα αυτό έχει κατά κάποιο τρόπο δημιουργηθεί από το εγώ το οποίο είναι δεσμώτης του εαυτού. Με λίγα λόγια αυτό που είδα είναι σαν μια σαρκοφάγος, ένας τάφος δηλαδή στον οποίο μέσα βρήκα τον εαυτό μου, τον βρήκα σε μια κατάσταση όπως βρίσκεις ένα παραμελημένο παιδί,έτσι ακριβώς. Άπνευστο, παρατημένο, μέσα σε μια σκοτεινή και πολύ δύσκολη κατάσταση. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την φαντασία. Η πραγματικότητα του εαυτού, εκεί που βρίσκεις τον εαυτό ουσιαστικά αντιτίθεται στην φαντασία.

Τώρα, η τυχόν ρωγμή αυτού του τάφου από μια δέσμη φωτός που έρχεται απέξω, μπορεί να μας οδηγήση στα νοήματα των εικόνων,δηλαδή τι δείχνουν αυτές οι εικόνες. Ο κόσμος των εικόνων, δηλαδή οι λόγοι τα νοήματα των εικόνων είναι εκτός, είναι από αλλού. Αυτή η όρεξη που δημιουργείται με το που έρχεται το φως, το αληθινό φως, κάνει ακόμα πιο τραγικό το εύρημα της ιστορίας της ζωής σου. Γιατί ουσιαστικά αυτό που βρίσκεις εκεί είναι το εύρημα της ιστορίας της ζωής σου. Αυτό που έχεις ζήσει μέχρι τώρα, και αυτό που έπαθες. Κι’ αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Τώρα βαθύτερα ακόμα, η ταφόπλακα θα λέγαμε, (πέρα από την προκάτ κατασκευή), η διακόσμηση, αυτό που καταφέρνει αυτό το φαντασιακό μόρφωμα που ονομάζουμε εγώ, είναι να σου παρουσιάζει τα πράγματα άνευ νοήματος, που σημαίνει ότι στα παρουσιάζει ως σκιές διακοσμητικές προς δόξα και αναγνώρισή σου. Αυτός ο έγκλειστος τόπος, ο άπνευστος, ουσιαστικά είναι ο θάνατός μας.

Αν η καρδιά μας το θέλει πολύ μας φανερώνεται και ο λόγος, δηλαδή για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό.Και αυτό που είδα εγώ το είδα ολοκληρωμένα στον Πανσέληνο, στην εικόνα του Ιούδα που προδίδει τον Κύριο. Ο Ιούδας μπορούμε να πούμε ότι είναι το εγώ, ο ίδιος ο δεσμώτης, αυτό το μόρφωμα το φαντασιακό το οποίο δεν μας αφήνει, δεν αφήνει τον παθητικό εαυτό να βρεί τον πατέρα του, να επιστρέψει στον πατέρα.Αυτός ο τάφος ο οποίος πρέπει να ανοίξη, ανοίγει και εκεί έχει αυτή την διπλή όραση του έναστρου ουρανού, αλλά και του θανάτου. Όχι ότι ο έναστρος ουρανός αυτός καθ’ εαυτός αποτελεί την αλήθεια αλλά ανοίγει την όρεξη, ανοίγει τον θαυμασμό και σου δείχνει τον Ένα, τον Δημιουργό, τον Ποιητή όλων. ‘Όταν ζεις μέσα σ’ αυτό τον θάνατο, τον πνευματικό θάνατο, ουσιαστικά δεν έχεις όραση, είσαι τυφλός. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να φονεύσης ή να κάνης οτιδήποτε προς του άλλους, προς την πατρίδα, προς τον εαυτό σου, να αυτοκτονήσης.

- Ερ.: Μας μίλησες για μια τεράστια, μια μνημειώδη προδοσία του εγώ σε βάρος του εαυτού μας. Μια προδοσία που την συμβολίζεις και την απεικονίζεις με την προδοσία του Ιούδα. Μήπως μπορείς να μας πης σε πιο βαθμό η τέχνη μπορεί ή θα μπορούσε να συντελέση στην λύτρωση του ανθρώπου.

- Απ.: Λοιπόν μού 'ρχεται μια εικόνα στο μυαλό η οποία είναι ένας τάφος με καθρέφτες γύρω-γύρω. Γνωρίζεις ότι άμα βάλουμε καθρέφτες σ’ ένα χώρο γύρω-γύρω οδηγούν στο άπειρο. Δηλαδή μέσα από την πολλαπλότητα κερδίζεις μια αιωνιότητα, εικονική πάντως… Αν λοιπόν σπάσουν οι καθρέφτες αμέσως έχουμε την Γκουέρνικα . Η Γκουέρνικα είναι σπασμένος καθρέφτης. Είναι εξαιρετικό το έργο αυτό του Πικάσσο που έγινε με αφορμή τον πόλεμο, την εξουσία. Όμως για κάποιο λόγο δεν διαφάνηκε ο λόγος για τον οποίο έγινε, δηλαδή δεν προχώρησε. Δηλαδή οι επόμενες γενιές καλλιτεχνών ενώ επηρεάστηκαν, ενώ έζησαν μέσα σ’ αυτόν τον τόπο τον θανατερό, ενώ τον είδαν,δεν αναζήτησαν τον λόγο του θανάτου, τον λόγο που οδηγείται σ’ αυτή την θανατερή κατάσταση ο άνθρωπος.
Για μένα, αυτό έτσι όπως το βλέπω, οδήγησε σε μια οριζόντια ανάπτυξη της τέχνης. Δηλαδή οι καλλιτέχνες που δεν βρήκαν αυτό το λόγο αρνήθηκαν τον κάθετο δρόμο του ανθρώπου. Το δρόμο της διεξόδου, της λύτρωσης, του αληθινού φωτός θα λέγαμε και της αληθινής ζωής. Εγκλωβισμένοι μέσα σ’ αυτή την πολλαπλότητα και την στάχτη,η κόλαση, το κολαστήριο αυτό έγινε η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Δηλαδή ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος εκ φύσεως, γιατί πλέον εδώ σ’ αυτή την πολλαπλότητα δεν μπορούμε να μιλάμε για την κοινή φύση, ο καθένας διαλέγει το κομμάτι του, και μετά άντε να συναρμολογηθούν.

Ο καθένας μέσα σ’αυτή την πολλαπλότητα την οποία αργότερα η ποπ αρτ την έντυσε με μια ψεύτικη ενότητα την οποία την ονομάζουμε κόμικ και η αφήγηση έγινε Μίκυ Μάους κι’ έτσι γίναμε από άνθρωποι ανθρωπάκια, γίναμε υποκοριστικά δηλαδή λόγω του φόβου.Υπήρχαν και άλλοι καλλιτέχνες οι οποίοι κράτησαν την κόλαση αλλά σαν μια φυσική, σαν μια ανάποδη εξέλιξη του ανθρώπου. Δηλαδή αντί να επιστρέψη, αυξάνει το κακό μέσα του και γίνεται το χειρότερο ζώο. Είναι ένα μυστήριο αυτό. Γιατί ο καλλιτέχνης, ο οποίος είναι άνθρωπος, αντί να τον προσλάβη ο Κύριος να προσληφθή δηλαδή και να επιστρέψη, στην κοινή φύση και στον Δημιουργό, στον Ποιητή, έπεσε και βυθίζεται σε μια κακώς εννοούμενη καταγωγή. Ο πίθηκος μπροστά σ’ αυτή την καταγωγή δεν είναι τίποτα.Είναι συμπαθέστατος πλέον.

Αυτό μπορούμε να το δούμε καθαρά όπως σε έργα και του Λούσιαν Φρόυντ, ο οποίος δείχνει με ρεαλιστικό τρόπο ένα αναπόδραστο τέλος, ένα δράμα του χριστιανού χωρίς να υπάρχει η λύση, η διέξοδος, αλλά και του Φράνσις Μπέηκον. Εκεί βλέπουμε ζωώδη πράγματα,και χειρότερα ακόμη.

- Ερ.: Αυτή η διέξοδος θα μπορούσε να βρεθή στην περίπτωση του καλλιτέχνη από κάπου έξω από αυτόν;
- Απ.: Λοιπόν, αυτό είναι πολύ ωραίο τώρα. Αυτό είναι ένα μυστήριο. Κάτι που αποκόμισα, και καλά που το λες, είναι ότι ο άνθρωπος που ζει τον θάνατο αυτόν πριν τον βιολογικό θάνατο,καταλαβαίνει, βλέπει, ζει, ότι είναι ανήμπορος. Δηλαδή δεν είναι ολόκληρος, σε καμμιά περίπτωση. Είναι ανήμπορος. Σ’ αυτή την ανημπόρια μέσα θα φωνάξη « Έ,Πατέρα βοήθα με». Δεν γίνεται αλλοιώς. Δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει στην καρδιά μας. Βαθύτερα μέσα μας μπορεί κάτι να ποθή να ελευθερωθή. Ένα υγιές κομμάτι το οποίο δεν αγγίζεται, έτσι υποθέτω τώρα, όπως το έζησα, και λειτουργεί να το πούμε έτσι σαν προσευχή χωρίς να το νοούμε, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε γιατί είμαστε βουτηγμένοι απ’ αυτή την σχέση με το εγώ που σχετιζόμαστε θανατερά, Φαίνεται όμως ότι ακουγόμαστε απ’ Αυτόν που πρέπει να μας ακούση και μας στέλνει ανθρώπους, μας στέλνει ότι χρειάζεται για να ξυπνήσουμε.
- Ερ.: Έτσι όπως ακούγεται η περιγραφή σου μέχρι τώρα, μου θύμισε πάρα πολλές φορές τον μύθο του σπηλαίου. Είναι σαν να περιγράφης πολλά στοιχεία ανάγλυφα από αυτόν. Κάτι που θάθελα επιπλέον να ρωτήσω. Στους πίνακές σου βλέπουμε πολύ ξεκάθαρα και έντονα το σκοτάδι σαν κάτι κυρίαρχο. Αλλά βλέπουμε πολύ ξεκάθαρα και έντονα και το φως.

- Απ.: Μην τα πάρουμε μαζί. Ποτέ σκοτάδι και φως δεν είναι μαζί. Ή σκοτάδι θα υπάρχη ή φως θα υπάρχη. Ουσιαστικά τα έργα τα νοεις όταν δεις αυτό που γεννούν. Δεν μπορείς να παρης ένα έργο κυριολεκτικά. Δηλαδή στο γράμμα της πινελιας. Αυτό είναι ο καρκίνος της σημερινής τέχνης. Να είσαι ζωγραφικός. Το τί είναι ζωγραφικός είναι μια άλλη κουβέντα. Δηλαδή αναπαριστας τον ζωγράφο. Αναπαριστας την ζωγραφική. Τεράστιο καρκίνωμα αυτό. Να αναπαριστας την ζωγραφική. Δηλαδή το γέννημα της εικόνας. Ή να το πούμε αλλοιώς. ΄Οτι αν ένας άνθρωπος δεν δη τι γεννά αυτή η εικόνα θα δη την σκιά. Άρα δεν υπάρχει φως έτσι κι’ αλλοιώς. Το, φως, ο λόγος, η ιδέα, το νόημα της εικόνας που είναι φως σχηματίζεται στον νου του ανθρώπου. Εκεί θα την δη την εικόνα. Και όχι στο τελάρο επάνω. Το οποίο είναι τεράστιο ψέμμα.
Άρα επιστρέφουμε στην σκιά που λέγαμε. Στο σπήλαιο με τις σκιές και τα λοιπά. Εμείς τώρα ως φυλακισμένοι με τις παρωπίδες και όλο αυτό σκηνικό το απίστευτο που πολύ ωραία έχει αναπαραστήσει εικονικά ο Πλάτων, βλέπουμε τις σκιές, προσθέτουμε δικά μας ψυχολογήματα δίχως να ζητούμε την προέλευση, δίχως να επιστρέφουμε, δίχως να το ζητούμε καν, δίχως να γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος ο οποίος αποτελεί την καθολικότητα και την τράπεζα της ανθρωπότητας. Κι’ από κει μετά θα ζητήσουμε να βρούμε την πηγή,να βρούμε τον τόπο του ήλιου, τον ίδιο τον ποιητή, μεθυσμένοι, ερωτευμένοι από το στερέωμα, απ’ τους λόγους του σύμπαντος. Δεν είναι πολύ ωραίο!

- Ερ.: Γι’ αυτό σήμερα βλέπουμε πολλούς πίνακες οι οποίοι απεικονίζονται μόνο στο τελάρο. Δεν επεκτείνονται πέρα από κει. Και προορίζονται μόνο για διακόσμηση…

- Απ.: Ουσιαστικά θα έλεγα ότι δεν υπάρχει ένας πίνακας με την στενή (ορθή) έννοια της διακοσμήσεως. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο, όπως το λέω τώρα το διακοσμητικό. Που θα μπορούσε να δώση χαρά αληθινή, που να κοσμεί. Αλλά αυτό που λέμε να κοσμή θα έρχεται από έναν έναστρο ουρανό. Παράδειγμά: Τα αστέρια κοσμούν τη νύχτα. Φανταστείτε μια νύχτα χωρίς αστέρια. Βλέπετε τι ωραία που είναι του Θεού η διακόσμηση; Η νύχτα χωρίς αστέρια είναι έρεβος. Δεν αντέχεται. Και τα ίδια τα αστέρια δεν δείχνουν; Δεν τα διαβάζουμε; Δεν είναι ανοιχτά σε νοήματα σε λόγους, δεν κάνουν σχήματα; Δεν φανταζόμαστε πώς πρέπει; Δηλαδή η φαντασία όχι ως φάντασμα αλλά ως όχημα που ίπταται πέραν του έναστρου ουρανού. Αυτή είναι η προίκα του ανθρώπου. Δηλαδή εμείς δεν έχουμε επαφή ούτε με την προίκα μας.

- Ερ.: Ας έρθουμε λίγο πάλι στο θέμα της προδοσίας. Μίλησες για την προδοσία του εαυτού μας από το εγώ. Πώς μπορεί η τέχνη να βοηθήση τον άνθρωπο να λυτρωθή.

- Απ.: Η τέχνη δεν μπορεί να κάνη τίποτε από μόνη της. Η τέχνη δείχνει. Είναι μπογιές η ζωγραφική. Δείχνει όμως. Μπορεί να δείξη. Δεν μπορεί ούτε να λυτρώση. Αλλά μπορεί να δείξη σ’ έναν άνθρωπο που ζητεί κατ’ αρχήν την πραγματικότητα. Παράδειγμα: ποιος ζητεί την πραγματικότητα σήμερα; Δεν βάζουμε ακόμη το θέμα της αλήθειας, λέμε πραγματικότητα. Δηλαδή τί δείχνει ένας πίνακας; Ποιος προχωράει, ποιος έχει την γενναιότητα να δη τι δείχνει ένας πίνακας. Γενναιότητα σημαίνει να είναι διπλός. Δηλαδή από την μια να βλέπη την ανημπόρια του. Ότι δεν μπορεί να κατανοήση. Και από την άλλη ότι κάτι έχει αυτό το έργο, κάτι δείχνει το οποίο δεν μπορώ να το δω.
Τώρα να πούμε και το άλλο. Δεν σημαίνει ότι όλη η τέχνη σήμερα δείχνει. Το δείχνει σημαίνει ότι η τέχνη επιτελείται πέραν του πίνακα. Σε μια μετοχή της ψυχής που δεν γνωρίζουμε κιόλας ότι έχουμε και που αρνούμαστε. Εκεί μπορεί να κάνη κάτι η τέχνη, όντως. Να γνωρισθή με ένα πρώτο αίσθημα με την ψυχή μας. Μην καταλήξουμε όμως σε μια φιλολογία τώρα. Το λέω παρακινδυνευμένα. Γιατί δεν είναι αίσθημα ακριβώς. Είναι μια επιβεβαίωση μιας πρώτης αισθήσεως που μπορεί να έχουμε ήδη. Και μπορεί μέσω της εικόνας να επιβεβαιωθή ξανά, να ενεργοποιηθή αυτή η αίσθηση.

- Γιώργο δεν μένει παρά να σε ευχαριστήσουμε γι’ αυτή τη συνέντευξη που πραγματικά μας ταξίδεψε στους κόσμους που αποκαλύπτει η τέχνη σου. Μια ζωγραφική που όπως μας απέδειξαν τα λόγια σου είναι αποτέλεσμα μιας έντονης και κοπιαστικής θα έλεγα αναζήτησης στα βάθη του εαυτού σου. Θα μπορούσα να το ονομάσω ένα πραγματικό«πείραμα σε βάθος».

Αμέθυστος