Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

"Στην Ελλάδα επιβιώνουν με φιλανθρωπία" - Ρεπορτάζ σοκ από το BBC



Σχεδόν μισή ώρα αφιέρωσε το BBC σε εκπομπή του για την τραγική κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης και των αλόγιστων περικοπών. Το ρεπορτάζ  της απεσταλμένης του BBC επικεντρώθηκε κυρίως στο τεράστιο πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης που αντιμετωπίζουν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες στην χώρα.

Δείτε πως περιγράφει την κατάσταση στην Ελλάδα. Το ρεπορτάζ είναι υποτιτλισμένο.


  

http://www.onalert.gr/stories/stin-ellada-epivionoun-me-filanthropia-bbc

ΝΑΖΙ: Η ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ. ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ(VIDEO)


Συντάχθηκε απο τον/την Makelaris Στις .
nazi
Είναι ένα ντοκιμαντέρ για το πώς ο Αδόλφος Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς έκανε χρήση του αρχαίου μυστικισμού και του αποκρυφισμού για να κερδίσει τον πόλεμο.
Οι Ναζί χρησιμοποίησαν επίσης απόκρυφες τεχνικές ελέγχου του μυαλού για να κάνουν πλύση εγκεφάλου στους Γερμανούς. Αστρολογία, Μετενσάρκωση, μια νέα θρησκεία του αίματος.
Σε αυτό το Ντοκιμαντέρ αποτυπώνεται μια συναρπαστική ματιά σε πρόσφατα ιστορικά γεγονότα, για να ανακαλύψουν πως οι Ναζιστικές πεποιθήσεις βασίζονταν σε μια διαστροφή των αρχαίων μύθων, παγανιστικές παραδόσεις και τον αποκρυφισμό.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΒΓΑΛΑΝ...ΡΟΔΕΣ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ & ΤΩΝ ΔΩΣΙΛΟΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ


Συντάχθηκε απο τον/την Dikaiofilax Στις .
troxospita-camping
Στην Ελλάδα της ανέχειας και της εξαθλίωσης, γεννιούνται οι πρώτες φαβέλες από οικογένειες που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμα και τις βασικές τους ανάγκες. Άνθρωποι που δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να καταβάλουν ούτε το ενοίκιο ενός μικρού διαμερίσματος ή το χαράτσι του σπιτιού τους, να πληρώσουν τον λογαριασμό της ΔΕΗ αλλά και το πετρέλαιο, εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και ζουν μόνιμα πια σε τροχόσπιτα ή σκηνές σε οργανωμένα κάμπινγκ της Αττικής και της περιφέρειας που λειτουργούν ολόκληρο τον χρόνο. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι ιδιοκτήτες τροχόσπιτων, οι οποίοι τις καλές εποχές τα χρησιμοποιούσαν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές ταξιδεύοντας στην Ελλάδα.
Σήμερα, τα τροχόσπιτα των 7 τ.μ. είναι το μοναδικό τους σπίτι. Στη Νέα Κηφισιά, στη Νέα Μάκρη, στην Κινέττα, αλλά και σε πολλές ακόμη περιοχές σε ολόκληρη τη χώρα, τα κάμπινγκ που λειτουργούν όλο τον χρόνο έχουν μετατραπεί σε σύγχρονες φαβέλες και φιλοξενούν, με ελάχιστο κόστος, άνεργους πολίτες αλλά και χαμηλόμισθους οικογενειάρχες που παλεύουν για την επιβίωση. Πρώην ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, δημόσιοι υπάλληλοι, υψηλόβαθμοι ιδιωτικοί υπάλληλοι, νέοι που δεν βρίσκουν δουλειά, αλλά και γυναίκες με παιδιά κατέφυγαν στα κάμπινγκ για να μη βρεθούν στον δρόμο. Τους καλοκαιρινούς μήνες έρχονται αντιμέτωποι με τις υψηλές θερμοκρασίες και τον χειμώνα η διαβίωση γίνεται πιο δύσκολη, με τα λασπόνερα στην είσοδο του «σπιτιού» τους και το κρύο να αποτελούν γι' αυτούς καθημερινότητα. Το ετήσιο κόστος της ενοικίασης του χώρου δεν ξεπερνάει τα 1.600 ευρώ. Το εσωτερικό ενός τροχόσπιτου περιλαμβάνει ένα μονό ή διπλό κρεβάτι, ένα WC, μια μικρή κουζίνα με γκάζι και μικρούς αποθηκευτικούς χώρους.
Στην είσοδο του τροχόσπιτου οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ενσωματώσει μια μεγάλη σκηνή η οποία είναι προέκταση του τροχόσπιτου προκειμένου να τοποθετήσουν ένα μικρό τραπέζι και δυο-τρεις καρέκλες. Το δάπεδο στο μικρό τους σαλονάκι είναι στρωμένο από πλακάκια ή τσιμέντο. Σήμερα, οι οικογένειες που ζουν μόνιμα σε κάμπινγκ ξεπερνούν τις τριακόσιες και, όπως τονίζουν οι ιδιοκτήτες των χώρων κάμπινγκ, ο αριθμός εκείνων που επιλέγουν να μείνουν μόνιμα στους χώρους κατασκήνωσης αυξάνεται κάθε μήνα! Εκείνοι που έχουν δικό τους τροχόσπιτο μπορούν να μεταφερθούν άμεσα, ενώ κάποιοι που δεν διαθέτουν, νοικιάζουν και το μετατρέπουν σε σπίτι. Σύμφωνα με την κυρία Βάνα Χιώτη, ιδιοκτήτρια του κάμπινγκ «Γλάρος» στην Κινέττα, «τα τελευταία δύο χρόνια 45 οικογένειες ζουν μόνιμα στο κάμπινγκ.
Ελάχιστοι από αυτούς που κάνουν λίγα μεροκάματα τον μήνα στην Αθήνα φεύγουν για δυο-τρεις μέρες και μετά επιστρέφουν και πάλι εδώ. Στο σπίτι τους». Ο κ. Γιώργος Βιδάλης, ιδιοκτήτης κάμπινγκ στη Νέα Κηφισιά, αναφέρει ότι όλο και περισσότερες οικογένειες απευθύνονται στο κάμπινγκ προκειμένου να μάθουν πληροφορίες για τη διαμονή τους σε αυτό. «Κάθε μέρα χτυπάει το τηλέφωνο από οικογενειάρχες που ζητούν να μάθουν πληροφορίες για το κάμπινγκ. Δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, όπως μας λένε, και θέλουν να μάθουν το κόστος και τις παροχές του κάμπινγκ». Η κυρία Αλεξάνδρα Κορωναίου, κοινωνιολόγος, λέει ότι «οι φαβέλες είναι παραγκουπόλεις οι οποίες εμφανίζονται από τη μάζα φτωχών ανθρώπων σε φτωχές ή υπανάπτυκτες χώρες. Ανθρωποι που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας αναζητούν ένα μέρος για τη μόνιμη διαμονή τους προκειμένου να επιβιώσουν. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται τόσο σε αραβικές χώρες όπως η Αίγυπτος, όπου οι άνθρωποι συναθροίζονται σε κοιμητήρια, αλλά και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, κυρίως τη Βραζιλία. Πλέον το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Ελλάδα του μνημονίου, καθώς οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπους επιβίωσης. Πρόκειται για άνεργους ή χαμηλόμισθους, οι οποίοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, και μοναδική λύση για να επιβιώσουν είναι το κάμπινγκ. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζει έξαρση όταν η φτώχεια είναι έντονη και υποχωρεί σταδιακά όταν υπάρχει οικονομική ανάπτυξη. Δυστυχώς το παράδειγμά τους θα το ακολουθήσουν και άλλες ελληνικές οικογένειες».
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΚΑΜΠΙΝΓΚ ΤΩΝ ΑΣΤΕΓΩΝ
Νέα Κηφισιά
Μένουν μόνιμα 14 οικογένειες. Βρίσκεται στην καταπράσινη περιοχή Αδάμες
από το 1964 και εκτείνεται σε 20 στρέμματα. Διαθέτει πισίνα, ηλεκτροδότηση και ύδρευση όλο τον χρόνο.
Κινέτα
Στο κάμπινγκ «Γλάρος» ζουν μόνιμα εδώ και έναν χρόνο 35 οικογένειες. Οργανώθηκε το 1975 και απλώνεται σε 15 στρέμματα. Οι παραθεριστές του τοποθετούν τις σκηνές ή τα τροχόσπιτά τους σε ένα υπερυψωμένο σημείο, ελάχιστα μέτρα από τη θάλασσα.
Νέα Μάκρη
Αυτή τη στιγμή φιλοξενεί τέσσερις οικογένειες. Βρίσκεται επί της Λεωφόρου Μαραθώνος και συγκροτήθηκε το 1996 σε μια καταπράσινη έκταση 15 στρεμμάτων. Εχει εύκολη πρόσβαση αφού είναι δίπλα στη θάλασσα και κοντά στο κέντρο της Νέας Μάκρης.
ΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΑΚΗΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ πολύτεκνη οικογένεια
Στο κάμπινγκ με 4 παιδιά, για να πληρώνουν το δάνειο
Εκείνος κατάγεται από τη Σαντορίνη η σύζυγός του από την Κρήτη. Τα τέσσερα παιδιά τους έχουν χρόνια να ταξιδέψουν στα δυο νησιά, αφού το κόστος των εισιτηρίων για μια πολύτεκνη οικογένεια είναι απαγορευτικό. Αγόρασαν ένα σπίτι στο Κερατσίνι με δάνειο και τώρα χρωστούν τις δόσεις. Πλέον ζουν μόνιμα σε κάμπινγκ στην Κινέττα προκειμένου να μειώσουν τα μηνιαία έξοδά τους. «Είμαι ταμίας σε σούπερ μάρκετ, ενώ ο σύζυγός μου εργάζεται ως χειριστής μηχανημάτων. Εχουμε χάσει το 30% των μισθών μας και με αυτά που απέμειναν ίσα που τρέφουμε τα παιδιά μας. Τα έξοδα έχουν περιοριστεί μόνο στην κάλυψη των βασικών αναγκών, ενώ η αγορά ενός παιχνιδιού ή καινούριων ρούχων ανήκει στο παρελθόν», λέει η κυρία Καβαλάρη.
troxospita-1
ΝΙΚΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ πρώην διευθυντής πωλήσεων
Από golden boy, άνεργος
Κάποτε υψηλόμισθος διευθυντής πωλήσεων σε εκδοτικό οίκο, ο Νίκος Κωστόπουλος άρχισε να βλέπει τις αποδοχές του να μειώνονται. Στη συνέχεια απολύθηκε και είδε το όνομά του στη λίστα του ΟΑΕΔ, ανάμεσα σε 1,5 εκατομμύριο ανέργους. Η εύρεση εργασίας για κάποιον που συμπλήρωσε την 4η δεκαετία της ζωής του είναι απατηλό όνειρο, καθώς η προσφορά εργασίας είναι μηδαμινή.
«Κάποτε το κάμπινγκ για μένα και την οικογένειά μου ήταν ένας τρόπος χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς από την εργασία. Τώρα, το τροχόσπιτο είναι το μοναδικό μου σπίτι. Θα μένω εδώ μέχρι να μπορέσω να ξαναφτιάξω τη ζωή μου, να βρω δουλειά και να έχω τα χρήματα να πληρώνω ένα διαμέρισμα», λέει ο κ. Κωστόπουλος.
Τα ρούχα του, οι οικιακές συσκευές και λίγες γλάστρες τοποθετημένες έξω από τη σκηνή του τροχόσπιτου μαρτυρούν την προσπάθειά του να το μετατρέψει σε πραγματικό σπίτι.
troxospita-2
ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ µουσικός - τραγουδοποιός
Από τις μεγάλες πίστες στην ψάθα
Κάποτε η δουλειά του τού εξασφάλιζε άφθονο χρήμα και άνετη ζωή. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου, όπως η Τζένη Βάνου, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Γιώργος Ταλιούρης και Σπεράντζα Βρανά. Πριν από έξι χρόνια αναγκάστηκε να πουλήσει το ιδιόκτητο σπίτι του στον Αγιο Νικόλαο Αττικής για να καλύψει παλιά χρέη. Ανεργος πια και χωρίς στέγη, ο Χρήστος Ρωμανός ζει σε ένα μικρό τροχόσπιτο, και αυτό δανεικό. «Δεν έχω ούτε τα 150 ευρώ τον μήνα που χρειάζονται για να νοικιάσω τον χώρο. Ο ιδιοκτήτης του κάμπινγκ είναι φίλος μου και μου επιτρέπει να μένω δωρεάν σε ένα από τα άδεια τροχόσπιτα. Ζω χάρη σε δύο νυχτοκάματα την εβδομάδα που κάνω τραγουδώντας σε μαγαζί της Κινέττας», αναφέρει ο κ. Ρωμανός.
troxospita-3
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΧΑΡΜΠΙΛΑΣ γεωπόνος - δηµόσιος υπάλληλος
Μείωση στο μισθό, περικοπές στις ανέσεις
Πριν από δύο χρόνια ο Περικλής Χαρμπίλας ζούσε σε διαμέρισμα στην Κηφισιά και τώρα βρέθηκε να είναι ένας από τους μόνιμους κατοίκους στο Κάμπινγκ της Νέας Κηφισιάς. Είναι κάτοχος τροχόσπιτου, από τα... μεγάλα που έχουν το προνόμιο να διαθέτουν μεγάλο σαλόνι και κουζίνα. Οι περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων τον υποχρέωσαν να εγκαταλείψει την άνεση του διαμερίσματός του. Βρίσκεται σε διαθεσιμότητα και εισπράττει το 75% του μισθού του, μέχρι να συνταξιοδοτηθεί.
«Το ενοίκιο που πληρώνω για τον χώρο στο κάμπινγκ είναι 120 ευρώ και το ρεύμα μου δεν ξεπερνάει τα 20 ευρώ τον μήνα. Το τροχόσπιτο που κάποτε χρησιμοποιούσα για τις καλοκαιρινές μου διακοπές σήμερα είναι το καταφύγιό μου. Χρήματα για να πάω σε σπίτι και να πληρώνω πετρέλαιο, νοίκια και κοινόχρηστα δεν έχω», σημειώνει ο κ. Χαρμπίλας.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΜΠΑΛΑΜΟΥ πρώην ιδιοκτήτρια εταιρείας καθαρισµού
Η businesswoman που ζει σε δανεική σκηνή
Αναλάμβανε τον καθαρισμό μεγάλων κτιρίων, από τράπεζες μέχρι το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ο μηνιαίος τζίρος της έφτανε τα 70.000 ευρώ και απασχολούσε 200 άτομα προσωπικό. Οταν το 2008 οι πελάτες της άρχισαν να μην την πληρώνουν, η Βασιλική Μπαλάμου έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να τα βγάλει πέρα. Μετακόμισε σε ένα σπίτι, 55 τ.μ., στην πλατεία Αττικής. Τα έξοδα, όμως, ήταν πολλά, οι δουλειές μειώνονταν συνεχώς και οι οφειλές της προς το ΙΚΑ αυξάνονταν, φτάνοντας συνολικά στο 1,5 εκατ. ευρώ. Μέσα σε μια μέρα έβαλε λουκέτο στην εταιρεία, αφού πρώτα αποζημίωσε όλους τους υπαλλήλους της. «Εμεινα κυριολεκτικά στον δρόμο. Πριν από δύο χρόνια, η Ενορία της Νέας Μάκρης μου χάρισε ένα τροχόσπιτο για να μείνω στο κάμπινγκ της περιοχής. Σήμερα ζω χάρη στη σύνταξη αναπηρίας των 437 ευρώ που παίρνω. Με αυτά τα χρήματα, ούτε σκέψη για κανονικό σπίτι», τονίζει η κυρία Μπαλάμου.
troxospita-4
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΣΙΡΙΚΟΣ άνεργος ηλεκτρολόγος
Πήραν τροχόσπιτο για ταξίδια και έγινε μόνιμη κατοικία
Το 1995 η Αλεξάνδρα και ο Γρηγόρης Τσιρίκος αγόρασαν το τροχόσπιτό τους για να απολαμβάνουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές σε διαφορετικά κάθε φορά παραθαλάσσια μέρη. Σήμερα είναι εγκατεστημένο στο Κάμπινγκ της Κινέττας και αποτελεί τη μόνιμη κατοικία τους. Ο Γρηγόρης Τσιρίκος είναι άνεργος, ενώ η σύζυγός του δεν μπορεί να εργαστεί λόγω αναπηρίας.
«Το δάνειο που πήραμε για το σπίτι μας το 2005 αδυνατούμε να το πληρώσουμε. Προσφύγαμε στη Δικαιοσύνη για ρύθμιση χρεών, αλλά ακόμη περιμένουμε. Η ζωή εδώ είναι δύσκολη, αλλά όταν δεν έχεις άλλη επιλογή, προσαρμόζεσαι», μας λένε.
troxospita-5
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ πρώην δηµόσιος υπάλληλος
Ο τόπος των διακοπών έγινε εφιάλτης
Είναι πρώην υπάλληλος της ΔΕΗ. Πριν από λίγο καιρό βγήκε στη σύνταξη με μειωμένες αποδοχές που σήμερα φτάνουν έως και 70% της προηγούμενης σύνταξής του. Η σύζυγός του δεν εργάζεται, με αποτέλεσμα να μπαίνει μια σύνταξη στο σπίτι και αυτή πετσοκομμένη. Η Κινέττα κάποτε για την οικογένεια Αυγερινού αποτελούσε έναν κοντινό και ευχάριστο προορισμό για τους καλοκαιρινούς μήνες. Εδώ και δύο χρόνια, όμως, ζει μόνιμα με τη σύζυγό του, καθώς έχουν μετατρέψει το τροχόσπιτό τους σε μόνιμη κατοικία.
«Οι καθημερινές υποχρεώσεις, οι αυξημένοι φόροι και το χαράτσι μάς έσπρωξαν προς αυτή τη λύση προκειμένου να μειώσουμε τα καθημερινά μας έξοδα. Το δάνειο που είχαμε πάρει πριν από χρόνια για την αγορά ενός σπιτιού στην Ανθούπολη σήμερα μένει απλήρωτο. Ακόμα και ο διακανονισμός με την τράπεζα δεν μας λύνει το πρόβλημα, αφού το χρωστούμενο ποσό των 43.000 ευρώ θα πρέπει να το πληρώσουμε τελικά διπλάσιο τα επόμενα 18 χρόνια. Το κάμπινγκ, η άλλοτε διασκέδασή μας, έγινε το σπίτι και το καταφύγιό μας. Αυτό δεν θα μπορούσαμε να το φανταστούμε ποτέ», λέει ο κ. Αυγερινός.
troxospita-6
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΟΥΠΡΗΣ διανοµέας σε εστιατόριο
Από την Κηφισιά σε «κατοικία» 7 τ.μ.
Πριν από μερικά χρόνια η δουλειά του ως διανομέα τού εξασφάλιζε τη διαμονή σε ένα διαμέρισμα 45 τ.μ. στην Κηφισιά. Μικρό μεν, αλλά αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του. Τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, έχοντας χωρίσει με τη σύζυγό του και βλέποντας τον μισθό του να πέφτει κατακόρυφα, ο κ. Γιώργος Ντούπρης έπρεπε να βρει ένα μικρότερο σπίτι κοντά στην εργασία του. «Κατέληξα σε ένα τροχόσπιτο 7 τ.μ. Μπορεί το νέο μου σπίτι να μην είναι ευρύχωρο, είναι όμως το μόνο στο οποίο μπορώ να ζήσω με τα χρήματα που κερδίζω.
Στο τροχόσπιτο ξέχασα τα κοινόχρηστα, τη ΔΕΗ και την κεντρική θέρμανση. Για τη διαμονή μου πληρώνω 160 ευρώ τον μήνα, από 450 που κόστιζε το διαμέρισμά μου», λέει στο «ΘΕΜΑ». Με το μηχανάκι της δουλειάς παρκαρισμένο έξω από το μικροσκοπικό τροχόσπιτο, ένα μεγάλο τραπέζι με κεριά και διάφορα διακοσμητικά, προσπαθεί να δημιουργήσει έναν όσο το δυνατόν πιο όμορφο και φιλόξενο χώρο. «Οι δυσκολίες του κάμπινγκ γίνονται εντονότερες τον χειμώνα λόγω του κρύου. Ωστόσο δεν έχω άλλη επιλογή», προσθέτει ο κ. Ντούπρης.
troxospita-7
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΪΝΤΟΣΗΣ οδηγός φορτηγών
Η ζωή στο διαμέρισμα έγινε πολυτέλεια
Ζούσε στο Κρυονέρι σε μια μεζονέτα. Η κρίση όμως χτύπησε και τη δική του πόρτα. Τα έσοδα από τη δουλειά του ως οδηγού φορτηγών μειώθηκαν πολύ. Κάπου εκεί ήρθε και το διαζύγιο. Ο Γρηγόρης Κοϊντόσης είναι πλέον μόνος και η διαμονή του σε διαμέρισμα είναι απαγορευτική...
«Τα έξοδα ξεπερνούσαν κατά πολύ τα μηνιαία έσοδά μου, οι λογαριασμοί αυξάνονταν διαρκώς και η θέρμανση για μένα ήταν απλησίαστη. Αρχισα να κόβω όλα τα πάγια έξοδά μου, αρχίζοντας από το πιο ακριβό αλλά και απαραίτητο: το σπίτι», τονίζει.
Πήρε το παλιό του τροχόσπιτο και νοίκιασε έναν χώρο στο Κάμπινγκ Κηφισιάς. Μπορεί να μην του παρέχει τις ανέσεις που του διέθετε κάποτε ένα διαμέρισμα, ωστόσο είναι ο μοναδικός τρόπος προκειμένου να ζήσει με αξιοπρέπεια και να παράσχει τα απαραίτητα στον εαυτό του.
troxospita-8

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Προσέγγιση του Θεού – Χρήστος Γιανναράς


Όταν η Εκκλησία μας καλεί στην αλήθεια της, δεν μας προτείνει κάποιες θεωρητικές θέσεις που πρέπει καταρχήν να αποδεχθούμε. Μας καλεί σε μια προσωπική σχέση, σε ένα τρόπο ζωής που συνιστά σχέση με τον Θεό ή οδηγεί προοδευτικά και βιωματικά στη σχέση μαζί του. Αυτός ο τρόπος μεταμορφώνει τη σύνολη ζωή από ατομική επιβίωση σε γεγονός κοινωνίας. Η Εκκλησία είναι ένα σώμα κοινωνίας, όπου τα μέλη ζουν όχι το καθένα για τον εαυτό του, αλλά το καθένα σε οργανική ενότητα αγάπης με τα υπόλοιπα μέλη και την κεφαλή του σώματος, τον Χριστό. Πιστεύω στην αλήθεια της Εκκλησίας, σημαίνει ότι δέχομαι να ενταχθώ στο «σύνδεσμο της αγάπης» που τη συνιστά, εμπιστεύομαι στην αγάπη των αγίων και του Θεού, και αυτοί με δέχονται με πίστη - εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου. 
Φτάνουμε στον Θεό μέσα από ένα τρόπο ζωής, όχι μέσα από ένα τρόπο σκέψης. Τρόπος της ζωής είναι κάθε οργανική λειτουργία αύξησης και ωριμότητας – είναι ο τρόπος λ.χ. που συγκροτεί τη σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα μας. Από το θηλασμό και το χάδι και τη στοργή και φροντίδα, ως τη συνειδητή κοινωνία και αποδοχή της αγάπης τους, βλασταίνει σιωπηλά κι ανεπαίσθητα στην ψυχή του παιδιού η πίστη στη μητέρα και τον πατέρα του. Δεν χρειάζεται λογικές αποδείξεις ή θεωρητικές κατοχυρώσεις αυτός ο δεσμός, παρά μόνο αν διαταραχθεί η ίδια η σχέση. Μόνο τότε την πραγματικότητα της ζωής προσπαθούν να υποκαταστήσουν τα επιχειρήματα της σκέψης.
Χρήστος Γιανναράς
anastasios

ΣΧΟΛΙΟ : Μέ αξεπέραστο τρόπο ο Γιανναράς μας φανερώνει τήν ουσία τού κληρικαλισμού . Αυτού πού εξελίχθηκε σήμερα σέ οικουμενισμό. Τούς πιστούς τού κληρικαλισμού λοιπόν τούς καλεί η εκκλησία, όχι ο Κύριος. Καί τούς κρατά στήν εκκλησία δέν τούς αποδίδει ποτέ στόν Κύριο. Μιά εκκλησία αυτονομημένη, η οποία "συνεχίζει" τό εργο τού Κυρίου στήν ιστορία. 

"Πιστεύω στην αλήθεια της Εκκλησίας, σημαίνει ότι δέχομαι να ενταχθώ στο «σύνδεσμο της αγάπης»που τη συνιστά, εμπιστεύομαι στην αγάπη των αγίων και του Θεού, και αυτοί με δέχονται με πίστη - εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου."
"Τρόπος της ζωής είναι κάθε οργανική λειτουργία αύξησης και ωριμότητας – είναι ο τρόπος λ.χ. που συγκροτεί τη σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα μας. Από το θηλασμό και το χάδι και τη στοργή και φροντίδα, ως τη συνειδητή κοινωνία και αποδοχή της αγάπης τους, βλασταίνει σιωπηλά κι ανεπαίσθητα στην ψυχή του παιδιού η πίστη στη μητέρα και τον πατέρα του."
Ένας τρυφερός χριστιανισμός πού δέν μπορεί νά αντέξει τήν μάχαιρα πού ήρθε καί έβαλε ο Κύριος. Η Μητέρα εκκλησία  η συνέχεια τής αγάπης τής μαμάς!
Η Εκκλησία καλεί γιά πολλούς λόγους βέβαια: όσους είναι φιλακόλουθοι, όσους αγαπούν τά χρυσά άμφια, όσους έχουν καλή φωνή, γιά φιλανθρωπία, γιά την εξουσία τού κηρύγματος, γία την εξουσία τής Θείας Ευχαριστίας, γιά την ευκολία τής κατοχής αξιώματος χωρίς αξιολόγηση,... Τίποτε από όλα αυτά δέν έχει σχέση μέ τήν Εκκλησία τού Κυρίου.
Τί μάς είπε ο Κύριος γιά αυτή τήν εκκλησία; "ΠΟΛΛΟΙ ΟΙ ΚΛΗΤΟΙ ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ". 
Είναι η εκκλησία τών κλητών οι οποίοι δέν θέλουν νά ακολουθήσουν τήν οδό τών Αγίων, νά ενωθούν μέ τόν Κύριο, νά γίνουν εκλεκτοί, όπως τό επιθυμεί καί τό υποσχέθηκε  ο Κύριος.
 Πού ικανοποιούνται μέ τά ελάχιστα γιά τήν εξασφάλιση μιάς βεβαιότητος, η οποία διαφορετικά δίνεται από τόν Κύριο. Καί αυτοί οι κλητοί εμποδίζουν καί όσους επιθυμούν νά γνωρίσουν τόν ΚΥΡΙΟ αλλά εχθρεύονται επίσης καί όσους τόν έχουν γνωρίσει.
Τό σώμα Κυρίου δέν είναι ο καρπός τής προσευχής καί τού Αγίου Πνεύματος, είναι τό Κυριακό σώμα, οι γέροι τής Κυριακής. Στήν εκκλησία αυτή υπάρχουν κλητοί πού μόνο γιαυτό νομίζουν ότι είναι εκλεκτοί, δέντρα χωρίς καρπό, καταραμένα από τόν Κύριο καί δικαίως ετοιμάζονται νά αυτοκτονήσουν στά πόδια τού πάπα, κρεμασμένοι στήν ξεραμένη συκιά τής πανθρησκείας.
Αμέθυστος 

ΕΡΩΣ -ΗΡΩΣ. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΕΡΩΣ -ΗΡΩΣ. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΕΡΩΣ -ΗΡΩΣ

Η βάρκα αραγμένη στην ακρογιαλιάν, η μπαρούμα δεμένη έξω εις ένα βράχον, δίπλα εις την άμμον του Χειμαδιού, παραπέρα από το Μικρό Μουράγιο της Πιάτσας, κάτω από τον βραχώδη κρημνόν του Πανωμαχαλά.
Και ο μικρός ναύτης, ο Γιωργής της Μπούρμπαινας, εξαπλωμένος επάνω εις την πρύμνην, με μίαν βελέντζαν τυλιγμένος, βωβός, ακίνητος, με ανοικτά τα όμματα, σπινθηρίζοντα εις το σκότος, ωμοίαζε με τον δράκον του παραμυθιού κατά τούτο, ότι εκοιμάτο με ανοικτόν το όμμα.
Δεν εξήρχετο στεναγμός ούτε πνοή από το στόμα του. Το στήθος του δεν εκολπούτο. Θα έλεγες ότι ανέπνεε προς τα έσω, ότι έζη μόνον ζωήν ενδόμυχον.
Είχαν περάσει τα μεσάνυκτα προ πολλού. Ολίγα φώτα εφαίνοντο ακόμη λάμποντα αμυδρώς εις τους φεγγίτας των οικιών, ολόγυρα, σιμά εις την ακρογιαλιάν. Γαλήνιος η θάλασσα εκοιμάτο, και μόνον εις την ακροπελαγιάν ως ρογχάλισμά της ερρόχθει, εφλοίσβιζε μελαγχολικώς φωσφορίζον το κύμα. Και η βάρκα ελικνίζετο ελαφρά, ως διά της απαλωτέρας μητρικής θωπείας. Και ο φωσφορισμός του κύματος απήντα εις τον σπινθηρισμόν του όμματος του ναύτου. Ήτο καρφωμένον, εμπηγμένον ατενώς το όμμα του εις εν σημείον, εις μιαν οικίαν, υψηλά, όχι μακράν, επάνω από τους βράχους. Ανοικτά ήσαν τα παράθυρα, αι ύαλοι κλεισμέναι, φως μέγα έφεγγεν εις τας υάλους. Και έβλεπες συχνά εις το φως εκείνο σκιάς κινουμένας, φεύγουσας εικόνας, πρόσωπα και ινδάλματα. Ο μικρός ναύτης εκοίταζεν απλήστως, και δεν ανέπνεεν ούτε εμορμύριζεν.
Ήκουε μετά πολλούς άλλους κρότους και ήχους και μετά ύπνους και όνειρα και νευρικούς τιναγμούς, ήκουε πότε-πότε σιγώντα και πάλιν θορυβούντα διά μακρών βιολιά, λαγούτα, λαλούμενα. Και ενωτίζετο ρυθμικόν κρότον χορού, και ενηχείτο άσματα και εκδηλώσεις χαράς και ευθυμίας. Και όλα του εφαίνοντο ασυνάρτητα, ακατάληπτα και βόμβος άναρθρος ήχει εις τα ώτα του. Δι αυτόν δεν υπήρχε πλέον άσμα ούτε φθόγγος ούτε ήχος, ικανός να εκφράση το τι υπέφερε.
*
* *
Του είχεν ειπεί αποβραδύς ο κυβερνήτης της βάρκας, ο καπετάν Κωνσταντής ο Σιγουράντσας:
— Αύριο, πρωί-πρωί, με το καλό, έχουμε ναύλο, θα τους κουβαλήσουμε πέρα· (έδειξε την συνοικίαν επάνω εις τον βράχον, και είτα έκαμε κυματοειδή κίνησιν της χειρός προς δυσμάς). Νά 'χης το νου σου.
— Ποιανούς θα κουβαλήσουμε; ηρώτησεν ο μικρός ναύτης.
— Δεν ξέρω τί ώρα θα ξεμπερδέψουνε, επανέλαβεν ο κυβερνήτης, δεικνύων επιμόνως την συνοικίαν. Μπορεί να μας σηκώσουν το ταχύ-ταχύ, πριν φέξη. Νά 'χης το νου σου.
— Ποιοι είναι πού θα μας σηκώσουν; ηρώτησε πάλιν ο Γιωργής.
— Καλά είναι να πλαγιάσης μες στη βάρκα. Θέλεις πάλι να πας στη γριά σου να κοιμηθής, πριν χαράξη, νά 'σαι στο πόδι, άμα βγη ο αστέρας. Τάχατες πως ντρέπεται η νύφη, κατάλαβες, να την καραβώσουνε, να κινήση απ' το χωρίο μέρα μεσημέρι. Νά 'χης το νου σου.
— Ποιά νύφη; ηρώτησε με χάσκον το στόμα ο Γιωργής.
Αλλ' ο Σιγουράντσας απήλθε, χωρίς ν' απαντήση.
Ο μικρός ναύτης δεν ήτο ενήμερος εις όλας τας ειδήσεις και εις όλα τα συμβάντα του χωρίου. Εταξίδευε δύο φοράς την εβδομάδα, μικρά ταξιδάκια, πότε κατά διμηνίαν έν μακρότερον, τα οποία όλα ο καραβοκύρης του, ο καπετάν Κωσταντής, περιέγραφε δι' επιρρημάτων ως εξής: Πότε πέρα, πότε αντίκρυ, πίσω, μέσα, πάνω, πότε κάτω. Μίαν φοράν, χαριζόμενος εις ένα χερσαίον, ευηρεστήθη να επεξηγήση τί εσήμαινον ταύτα. Ή πέρα, στα χωριά, ή αντίκρυ, στο Γριπονήσι, ή πίσω, στην Κεχρεά, ή μέσα, στη Στυλίδα, ή πάνω, στη Σαλονίκη, η κάτω, στον Πειραιά.
Ο Σιγουράντσας είχε κάμει πολλά ταξίδια, και πριν περάση στα χαρτιά κυβερνήτης με την φελούκαν αυτήν. Είχε φάγει την θάλασσαν με την φούχταν. Απέκτησε δύο ή τρεις βρατσέρας ιδικάς του, έπεσεν έξω ή εβούλιαξε και με τας τρεις, και τώρα ήτο μόνον διά τα “χαρτιά” καραβοκύρης. Η βάρκα αυτή, η Ελεούσα, όπως την ωνόμαζαν, ήτο κτήμα του Γιωργή του Μπούρμπα. Την είχεν αποκτήσει με τους κόπους του, όχι από κληρονομίαν, ούτε από στραβού διαβόλου, ούτε από κελεπούρι. Μικρός-μικρός, από τότε που εγύριζε ξυπόλυτός, μ' ένα βρακί αιωνίως ανασηκωμένον ως τα γόνατα, μ' ένα υποκάμισον έως τους αγκώνας ανασκουμπωμένον, κρατών μικρόν γάντζον με καλαμιάν, τον οποίον παρ ολίγον θα εχρειάζετο να μάθη ο ίδιος την γύφτικην τέχνην διά να τον κατασκευάση αφού επί εβδομάδας και μήνας επαρακαλούσε τον Γιαλαδρίτσαν, τον Γύφτον του ναυπηγείου, να του τον φτιάση, προσφέρων αυτός το σίδερον, το οποίον είχε κλέψει από τον πεσμένον έξω σκελετόν μιας σκούνας, και δεν τον έπειθε· τέλος, μετά πολλά, μίαν Κυριακήν πρωί, επέτυχε να τον εύρη ξεμέθυστον, και τον εκατάφερε να σφυρηλάτηση το σίδερον, αναλαβών αυτός να δουλεύη τας φύσας, και ούτω ηξιώθη ν' αποκτήση γάντζον· από τότε, λέγω, που εγύριζε με τον γάντζον του από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν, θαλασσωμένος μέχρι μηρών και βουβώνων, κυνηγών τα οχταπόδια, εβγάζων κοχύλια και σκουλήκια διά δολώματα, πηγαίνων ως μούτσος με όλες τες βάρκες και τες ψαροπούλες, από τότε είχεν αρχίσει να πιάνη λεπτά. Και εικοσαετής ήδη είχεν αποκτήσει την βάρκαν αυτήν με τον ιδρώτα του.
Αλλ' ο γραμματεύς του λιμεναρχείου του γ' παραλίου τμήματος δεν ηθέλησε να του δώση πασσάγιο ούτε δίπλωμα κυβερνήτου, λέγων ότι ήτο παραπολύ νέος δια να κυβερνά πλοίον, και φρονών ίσως ότι θα είχεν εξοδεύσει όλα όσα είχεν εις το ναυπηγείον, και ήτο ανάγκη να κάμη ολίγα ταξίδια, υπό άλλον κυβερνήτην, διά να του μείνουν τίποτε λεπτά.
Εν τοσούτω ο Σιγουράντζας είχε την έξιν του προστάσσειν, και εφέρετο προς τον Γιωργήν ως προς μούτσον, ή, αν θέλετε, μούστον, δηλαδή νέον ανάγκην έχοντα προστασίας και συμβουλών. Ο νέος τον ηνείχετο προς καιρόν, ελπίζων ότι τάχιστα θ' απέκτα “τας απαιτουμένας ναυτικάς γνώσεις” διά να λάβη δίπλωμα.
Χθες ακόμη, το Σάββατον, είχαν επαναπλεύσει από το τελευταίον ταξίδι, και σήμερον Κυριακήν, το βράδυ, ο κυβερνήτης έδιδεν εις τον Γιωργήν τας ατελείς εκείνας πληροφορίας και τας ασαφείς οδηγίας, ότι καλόν θα ήτο να διανυκτερεύση επί της λέμβου, διότι είχαν ναύλον, και πιθανόν ήτο ν' απέπλεον λίαν-λίαν πρωί, καθόσον “η νύφη εντρέπετο να μπαρκάρη μέρα μεσημέρι”. Ποία νύφη;
*
* *
Δεν ήτο ενήμερος εις τας ειδήσεις του χωρίου. Ήτο άνθρωπος της θαλάσσης και όχι της ξηράς. Αλλ' ήτο πιστός εις το καθήκον του.
Άμα ενύκτωσεν, εδείπνησε λιτώς με την μητέρα του, την γραίαν χήραν Μπούρμπαιναν, και με τα δύο μικρά παιδία της υπάνδρου αδελφής του, είτα εσηκώθη, εφόρεσε τα ναυτικά του, ήναψε το φαναράκι, εκαληνύκτισε την γραίαν μητέρα του, επήρε την ευχήν της, λέγων ότι θα κοιμηθή εις την βάρκαν, διότι θα έχουν ταξίδι αύριον το πρωί.
Η γραία ηθέλησε να του κάμη μερικές παρατηρήσεις, διατί να κοιμηθή εις την βάρκαν και όχι εις το σπίτι, αλλ' αυτός, μη γνωρίζων ποίας αφορμάς είχεν εκείνη, δεν έδωκε προσοχήν, ουδέ υπώπτευσε τίποτα. Επέμεινεν ότι ήτο καλύτερον να πλαγιάση εις την βάρκαν, και απήλθε.
Διευθύνθη εις τον βράχον του Πανωμαχαλά, κατέβη με ασφαλές βήμα, έφθασεν εις την ακρογιαλιάν, έσυρε την μπαρούμαν, το σχοινί της βάρκας, κ' επήδησε μέσα. Εκρέμασε το φανάρι από ένα σκαλμόν, προς τα έσω της λέμβου, έψαξε κάτωθεν της πλώρης, έβγαλε μίαν καπόταν, μίαν βελέντζαν κ' έν προσκέφαλον, εξεδύθη την καμιζόλαν του, έστρωσεν επάνω της πρύμνης, έκαμε τρεις σταυρούς προς ανατολάς, κ' εξηπλώθη επί του προχείρου στρώματος.
Απεκοιμήθη σκεπτόμενος τους αινιγματώδεις λόγους του καπετάν Κωνσταντή, του καραβοκύρη. Μετά πολλήν ώραν ανετινάχθη υπό σφοδρού κλονισμού κ' εξύπνησε. Τί ήτο;
Τουφεκιές, τρομπονιές. Φώτα και χαρές αντικρύ. Έπειτα πάλιν ύπνος, όνειρον, εγρήγορσις, πνίκτης, κακός εφιάλτης. Έπειτα φθόγγοι μελωδικοί και βιολιά και λαγούτα. Πού; Απέναντί του, άνωθεν του κρημνού, ύπερθεν του κατωφερούς βράχου, εις μίαν μικράν οικίαν. Τα παράθυρα κατάφωτα, και ζωή και κίνησις εκεί διακόπτουσα την ομαλήν ηρεμίαν και κρατούσα των μονοτόνων ψιθύρων της νυκτός. Τί συνέβαινεν;
Εφαίνετο να είναι οικογενειακή τις χαρά κ' εορτή. Κάτι ως γάμος.
Όταν είδε την οικίαν και την ανεγνώρισεν, ο νέος ησθάνθη μέσα, βαθιά είς τα σωθικά του, σπαραγμόν απερίγραπτον.
Υπανδρεύετο λοιπόν το Αρχοντώ; Αυτή τάχα ήτο εκείνη, περί ης ωμίλει ο Σιγουράντσας; Αυτή, η νύφη;
*
* *
Είχε μάθει προ ημερών ότι η μάννα της την επανδρολογούσε μ' ένα νοικοκύρην στεργιώτην, από κει πέραν απ' τα Εικοσιτέσσερα Χωριά. Πού τον ηύρε;
Τάχα δεν υπήρχαν γαμβροί εις την πατρίδα, εις το ωραίον χωρίον, το παραθαλάσσιον; Και δεν ήτο αυτός, είς μεταξύ όλων, καλός γαμβρός; Διατί εβιάζετο η μάννα της; Αλλά διατί να υποπτεύση ότι εκείνη, περί ης είχεν είπει ο Σιγουράντσας, ήτο αυτή, η εύμορφη κόρη; Από πού κι ως πού; Τάχα δεν υπήρχον άλλαι νύμφαι; Και διατί αυτή;
Διατί; Διότι ιδού, γάμος εγίνετο, καθ' όλα τα φαινόμενα, εκεί.
Δυνατόν να εγίνετο γάμος. Καμμία πτωχή εξαδέλφη της θα υπανδρεύετο εις δανεικόν σπίτι, εις το σπίτι της μητρός της Αρχόντως. Όχι, δεν ηδύνατο να το πιστεύση ότι ήτον αυτή.
Το Αρχοντώ είχε καιρόν. Ήτο σχεδόν ομήλιξ με αυτόν, ένα χρόνον μικροτέρα. Δεκαεννέα ετών. Αυτός την είχε γνωρίσει από μικρήν. Μαζί έπαιζαν. Εκείνη με τες κούκλες της, με τα νινιά και με τα προικιά της. Αυτός με τα καραβάκια του, τ' αρμίθια και τις απετουνιές του.
Εκείνη έπαιζε “τα συμπεθερικά” με δύο ή τρεις άλλας κορασίδας, οπού υπάνδρευαν τες κούκλες των κ' εψέλλιζαν χελιδονιστί η μία με την άλλην:
— Αχ, σ'μπεθερίτσα μ' πλιό, να φέρουμε πλιό τον μπακλαβά, πως καμαρών' η νύφη, σ'μπεθερίτσα μ' πλιό. Να κ' η τέμπλα με τα προικιά, νύφη, νύφη κι γαμπρός, σ'μπεθερίτσα μ' πλιό.
Κι αυτός απ' έξω από τον μικρόν αυλόγυρον ήκουε τους ψιθυρισμούς και τα κορασιώδη καμώματα, κ' εκολλούσε το μάτι του στην χαρασμίδα της πόρτας, διά να ιδή, οπού την είχαν μανδαλωμένην από μέσα, κλείσασαι αυτόν έξω, αι σκληραί και τρυφεραί και φίλαυτοι. Και άλλοτε η Αρχοντώ έπαιζεν ενώπιον του το “ανέβα μήλο - κατέβα κίτρο”, και αυτός έχασκε βλέπων, και εφλέγετο ν' αρπάξη με τα δόντια το πορτοκάλι, καθώς ανέβαινεν εις το ύψος και κατέβαινεν εις το λευκόν χεράκι της φιλοπαίγμονος μικράς.
Και άλλοτε πάλιν έπαιζαν οι δύο τους “τον δείχτην”, οπού ήτον μία απλή κόκκινη κλωστή, μεταβαλλομένη τεχνηέντως εις την χείρα της μικράς πότε εις πριόνι, πότε εις καράβι, πότε εις τραπέζι, πότε εις τυλιγάδι και εις αργαλειόν. Και πάλιν άλλοτε έπαιζαν, εκείνη με τα δύο χέρια της, αυτός με το έν δάχτυλον του, το “Δώ' μ' φωτίτσα — έλα παραπανίτσα”, οπότε, καθώς ανέβαινε με το δάκτυλόν του εις το τελευταίον σκαλοπάτι, το σκυλί, το οποίον ενήδρευεν από μέσα από τας δύο παλάμας της, οπού παρίστων οικίαν, και τα συνημμένα δάκτυλα της σκάλαν, τον έπιανε και τον εδάγκανε και τον εκυνηγούσε, γαύ! γαύ! Ώ της αθώας παιδιάς, οπού είναι κρίμα να μην είναι τις ακόμη παιδί διά να την παίξη!
*
* *
Και τώρα η μάννα της την επροξένευε, και την επανδρολογούσε, και ήθελε να την κάμη νοικοκυράν. Το είχεν ακούσει αυτός προ ημερών να ψιθυρίζεται εις την γειτονιάν, πλην η μάννα της ήτον πολύ κρυφοδάκωτη γυναίκα, και όσον και αν την εψάρευαν οι γειτόνισσες, δεν θα επρόδιδε ποτέ το μυστικόν της.
— Λόγια του κόσμου, γειτόνισσα. Πού έχω 'γω καιρό ακόμα! Εμένα το κορίτσι μ' δεν το επήραν τα χρόνια μπροστά, ας παντρευτούν οι μεγάλες δα! Του Κατερνιώ τ' Μπαρμπαγιάννη, κι του Μαριώ τς Κάλληνας, κι του Βάσω τς Χατζηγιώργινας, τί σ'νέριο τς έχει; Εμένα τ' Αρχοντώ μ' τώρα ακόμα άρχισε να κεντά τα προικιά τς.
Πολλοί οπού την ήκουαν να διαμαρτύρεται ούτω την επίστευαν, και αι γειτόνισσαι έμενον εν υποψία και δυσπιστία, αλλά χωρίς τεκμήριον ή βεβαιότητα, και μόνον ο Νταλντογιάννης, κατά το φαινόμενον απλοϊκός άνθρωπος, οπού εγύριζεν εις όλες τις γειτονιές κ' εκουβαλούσε εις τα σπίτια στάμνες με νερό προς μιαν δεκάραν την μιαν, εύρε φράσεις διά να ερμηνεύση τας υποψίας όλων:
— Μην την ακούτε, έτσι τα λέει. Απ' την περηφάνια τς, γιατί θα κάμη καλόν γαμπρό, νοικοκύρη απ' το Μπρομύρ'. Κι τα λέει τάχα για να ριξ' όξου τς άλλες απού 'ναι ανύπαντρες. Δεν τ'νε βλέπετε που δεν μαζώνει τα χείλια τς απ' τη χαρά τς;
Πλην ο Γιωργής δεν έτυχε ν' ακούση τους συμπερασμούς του Νταλντογιάννη, και ήτον παιδί της θάλασσας, όχι από εκείνους οπού αγαπούν να κάθωνται εις την παραθαλάσσιον αγοράν και ν' αργολογούν. Και πάλιν ένας από εκείνους είχε σπεύσει προ ημερών να του πάρη τα συχαρίκια, ότι υπανδρεύετο το Αρχοντώ, άλλως θα ήτο εν μακαρία αγνοία. Και αφ' ετέρου η μάννα του ήτον, και αυτή, κρυφή γυναίκα, κατ' άλλον τρόπον, και δεν επεθύμει μεν να νυμφευθή ο υιός της τόσον γρήγορα, έχαιρε δε ενδομύχως αν υπανδρεύετο το Αρχοντώ.
Την Πέμπτην είχε αποπλεύσει ο νέος εις το τελευταίον ταξίδι. Την Παρασκευήν η γραία επληροφορήθη θετικώς ότι ο αρραβών είχε γίνει πολύ κρυφά, και ότι ο γάμος θα ετελείτο πάλιν κρυφά, κατά το δυνατόν, την ερχομένην Κυριακήν. Η Μπούρμπαινα ευχαριστήθη, ελπίσασα ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, ο υιός της δεν θα επανήρχετο προ της Δευτέρας, και δεν θα ήτο εδώ εις τον γάμον. Διότι υπώπτευεν, ήξευρε και ησθάνετο ότι ο Γιωργής έτρεφε παιδικόν αίσθημα προς την Αρχόντω.
Αλλά παρ' ελπίδα, η υπόθεσις του ταξιδίου ετελείωσε γρήγορα, ή ο καιρός ήτο πολύ ευνοϊκός, και η βάρκα επέστρεψε το Σάββατον, αργά την νύκτα. Τότε συνεκινήθη η γραία και εφοβήθη. Ο Γιωργής δεν είχε μάθει τίποτε ειμή περί επικειμένου αρραβώνος. Την άδειαν του γάμου είχαν αναβάλει να την λάβουν την Κυριακήν, άμα θα ενύκτωνε. Το μυστήριον θα ετελείτο παράωρα, μεσάνυχτα. Ο Γιωργής δεν ήξευρε τίποτε απ' όλα αυτά.
Όταν ο νέος ανήγγειλεν ότι θα είχαν ναύλον διά την Δευτέραν το πρωί, η γραία τον ηρώτησε διά πού, και ποίους θα μετέφεραν. Ο Γιωργής είπεν ότι ο κυβερνήτης του ήξευρεν, ότι δεν είχε εξηγηθή, και το κάτω-κάτω ολίγον τον έμελεν. Η γραία δεν είχεν αφορμάς να υποπτεύση ότι το ταξίδι αυτό είχε καμμίαν σχέσιν με τον γάμον.
Ελέχθη μεν ότι η νύφη θα επήγαινε να κατοικήση εις το χωρίον του γαμβρού, εις τα σπίτια του, εις τα νοικοκυριά του, αλλ' επιστεύετο ότι θα παρήρχοντο ημέραι προ της μετοικεσίας. Αλλ' η γρια-Μαρουδίτσα, η μήτηρ της Αρχόντως, φαίνεται ότι εβιάζετο να κουβαλήση την κόρην της πέραν, καθώς είχε βιασθή και να την “κουκουλώση” μίαν ώραν αρχύτερα.
Άλλως, ποίαν τάχα ενόει ο Σιγουράντσας, ο καραβοκύρης, λέγων ότι “εντρέπετο να καραβωθή η νύφη μέρα-μεσημέρι”;
Ποία νύφη;
*
* *
Η γραία τον παρεκίνησε να μείνη στο σπίτι να κοιμηθή. Ανελογίζετο ότι, αν και ήσαν γείτονες με την οικίαν της μητρός της Αρχόντως, και αν ήκουε θορύβους και εκρήξεις χαράς εις τον ύπνον του ο Γιωργής, αυτή θα τον επαρηγόρει και θα επροσπάθει να τον αποπλανήση· και έπειτα θα τον είχε σιμά της, εμπρός εις τα μάτια της.
Ο Γιωργής όμως ήθελε να υπάγη στην βάρκαν, όχι διότι του είχε παραγγείλει ούτω ο κυβερνήτης του, αλλά διότι πάντοτε ηρέσκετο κ' επροτίμα να κοιμάται εις την βάρκαν. Η μάννα του ήτο πλέον γραία και δεν ηδύνατο να τον νανουρίση εις την κούνιαν του ούτε εις την αγκαλιάν της. Η άλλη μάννα του, η θάλασσα, ακόμη τον ελίκνιζε με τα κύματα της. Κ' εκείνη είχε κούνιαν, κ' εκείνη είχεν αγκάλην και αγκάλας πολλάς. Διά την πρώτην μητέρα ήτο πλέον μεγάλος και ηλικιωμένος υιός. Διά την δευτέρα μεγάλην μητέρα, την προσφιλή και υγράν και άπιστον, ήτο ακόμη μικρόν, πολύ μικρόν τέκνον της.
Η γραία δεν επέμεινε περισσότερον να τον αποτρέψη. Επροσποιήθη μόνον ότι γνωρίζει και αυτή από θάλασσαν (και δεν εγνώριζεν άλλο παρά τους καημούς της θάλασσας), και είπεν ότι το αγκυροβόλιον του βράχου δεν ήτο πολύ ασφαλές, και του εσύστησε να πάγη ν' αράξη την βάρκαν εκείθεν των βράχων, μεσημβρινώτερα, προς την Σπηλιάν ή τες Πλάκες. Τούτο το έκαμε διά να είναι ο υιός της μακράν από την συνοικίαν και εις άποπτον από της οικίας, οπού θα ετελείτο ο γάμος. Πλην αυτός της είπε να ησυχάση και απήλθεν.
Όλα αυτά τα εσκέπτετο η ανήσυχος μητρική στοργή, αλλ' η γραία Μαρουδίτσα, η μήτηρ της Αρχόντως, ούτε ιδέαν είχεν ούτε υποψίαν ούτε έννοιαν αν ο Γιωργής, ο υιός της Μπούρμπαινας, ήτο ερωτευμένος με την κόρη της την Αρχόντω. Και αν είχεν ιδέαν, πάλιν δεν θα την έμελε τίποτε. Και αν εγνώριζεν ότι η κόρη της ανταπεκρίνετο εις το αίσθημα, πάλιν ολίγον θα ανησύχει. Τα κορίτσια δεν πρέπει να έχουν έρωτα, τί θα πη; Το μόνον χρέος των είναι να υπακούουν εις τους γονείς των. “Νυμφευμάτων μεν των εμών πατήρ εμός μέριμναν έξει”. Καθώς όλαι αι γραίαι, η Μαρουδίτσα ήτο συμφωνοτάτη με τον Ευριπίδην, χωρίς να έχη την τιμήν να τον γνωρίζη.
Τα κορίτσια δεν πρέπει να έχουν έρωτα. Δεν πρέπει, αλλ' όταν ο Γιώργης ήκουσε μέσα εις τον ύπνον του τους δύο πυροβολισμούς — διότι αφού η “κουλούρα” εμβήκεν εις το κεφάλι, δεν ήτο πλέον ανάγκη μυστικότητος, και αυτός ο κίνδυνος μήπως “ρίξουν τα κορίτσια της νύφης” παρήλθε πλέον· διότι τα κορίτσια, καθώς είναι γνωστόν εις πολλούς, τα ρίχνουν αι εχθραί της νύμφης, ενόσω διαρκεί η ακολουθία του Αρραβώνος, ήτις και δι' αυτό τελείται πολύ μυστικά, κατ' απαίτησιν των πονηρών γραϊδίων, χωρίς να πάρη είδησιν κανείς απ' έξω· κ' έπειτα η Μαρουδίτσα είχε λάβει πρόνοιαν να οχυρώση τους κόλπους της κόρης της, καθώς και του γαμβρού, με δύο μικρά ωραία χρυσοδεμένα τετραβάγγελα· οι δε πυροβολισμοί ρίπτονται κατ' αυτήν την στιγμήν του Στεφανώματος, ευθύς μετά την τελετήν του Αρραβώνος — όταν, λέγω, ο Γιωργής ήκουσε μέσα εις τον ύπνον του δύο τουφεκιές ή μάλλον τρομπονιές, εξύπνησεν έντρομος με ανασκίρτημα, και του εφάνη ότι ήτο κακός εφιάλτης. Αλλά δεν ήτο σωστόν ξύπνημα.
   Ο νέος ευρίσκετο εν ημιασυνειδησία και δεν ενόει τίποτε. Του εφάνη ότι έβλεπεν ως εν ονείρω εκεί, επάνω από τον βράχον, σύρριζα εις τον κρημνόν, μίαν οικίαν εκτάκτως φωτισμένην. Έπειτα εκοιμήθη πάλιν, κ' εκοιμήθη επί πολύ. Αλλά μέσα εις τον ύπνον του είχε συνείδησιν ονείρου μελωδικού, ούτως ειπείν, εφέρετο επί πτερύγων μουσικών φθόγγων, επί πτίλων αύρας εναρμονίου, λιγυράς. Μετά πολλήν ώραν εξύπνησεν.
Ήκουσεν ευκρινώς βιολιά, λαγούτα, λαλούμενα. Τί ήτο; Εκοίταξε κατά τον βράχον. Ήτο πράγματι οικία λαμπρώς φωτισμένη, παμφαής, και η οικία αύτη ήτο της Μαρουδίτσας. Υπανδρεύετο λοιπόν το Αρχοντώ; Δι' αυτό ο Σιγουράντσας του είχεν είπει “ντρέπεται η νύφη”; Ποιά νύφη;
Είχεν ακούσει περί μνηστείας. Ίσως να έκαμναν μνηστείαν, και αυτά ήσαν τα “μβασίδια” του γαμβρού. Διότι συνήθως, ευθύς μετά την απλήν ανεπίσημον μνηστείαν, “μβάζουν” τον γαμβρόν, δηλαδή τον εισάγουν επισήμως εις την οικείαν της νύμφης. Κ' επειδή ο γαμβρός ήτο πέραν από τα Εικοσιτέσσερα Χωριά, νοικοκύρης άνθρωπος, ηθέλησαν να τον εμβάσουν εν πομπή εις την οικίαν, διότι αύριον θ' απήρχετο πάλιν εις την πατρίδα του, και ο γάμος θ' ανεβάλλετο μετά μήνας. Αυτό θα ήτον.
Εζήτει να εύρη μικράν παρηγορίαν, επροσπάθει να πιασθή από ολίγην σφαλεράν ελπίδα. Επεθύμει να πιστεύση ότι αυτό μόνον ήτον. Ο γάμος θα εβράδυνεν. Είχεν καιρόν εν τω μεταξύ να βάλη μέσα εις ενέργειαν, διά να χαλάση τους αρραβώνας. Ήτο ικανός, αυτός, να το κλέψη, το Αρχοντώ. Και με όλα τα δίκια του. Διότι επίστευεν ότι διά της βίας ήθελαν να της δώσουν άνδρα ξένον άνθρωπον, οικοκύρην.
Αλλά τόσα φώτα, τόση χαρά, τόσος θόρυβος, ήτο μόνον διά τα μβασίδια; Ημπορούσε να το πιστεύση;
Έπειτα εκείναι αι φράσεις του Σιγουράντσα ήρχοντο πάλιν εις τον νουν του. “Μπορεί να τους σηκώσουν πρωί. θα μβαρκάρουν τη νύφη. Νά 'χη τον νουν του”.
Να ήτο λοιπόν αληθές; Ετελείτο γάμος εκεί επάνω; Υπανδρεύετο το Αρχοντώ;
— Ώ, Τύχη και Πρόνοια! Ώ, βουλαί ανθρώπων υποβολιμαίοι, του Αχιτόφελ βουλαί!
*
* *
Τί να σκεφθή! Τί να είπη; Πώς ν' αρθρώση λόγον; Ήθελε, κατά το άσμα, “ν' αρχίση να πη τα πάθη του τραγούδια”. Σύρε να πης της μάννας σου να κάμη κι άλλη γέννα. Όχι! Ανάθεμα τη μάννα σου!...
Διατί κοιμάται; Πώς αγρυπνεί; Πώς μένει εξαπλωμένος; Και δεν εξέρχεται πνοή και στεναγμός από το στόμα του, και το όμμα του εκαρφώθη εκεί απλανές, και ζη, και δεν ζη, ενδόμυχον ζωήν; Τί σκέπτεται; Σκέψις χρειάζεται; Όχι, δράσις. Να σηκωθή... Να πηδήση... Να τρέξη... να πετάξη... Ν' αναβή τον βράχον, σκαλοπάτια-σκαλοπάτια, στενούς δρομίσκους, λιθόστρωτα... Να φθάση εκεί επάνω... Να χυθή, να ορμήση... Να τους ταράξη. Να τους θαλασσώση... Να επίβάλη χείρα εις την νύφην, οπού στέκει στολισμένη και καμαρώνει. “Έλα εδώ, συ!”... Να την αρπάξη... Να την σηκώση ψηλά... Να την κατεβάση, κάτω από την σκάλαν... θα εξαφανισθούν... θα μείνουν απολιθωμένοι... θα τον νομίσουν διά τρελόν... θα συνέλθουν... θα τρέξουν κατόπιν του... Η γριά θα τραβήξη τα μαλλιά της, θα χυθή επάνω του, και θα τον σχίση με τα νύχια της τα μαύρα... Οι άλλοι, καλεσμένοι, κουμπάρος, συγγενείς, θα του ριχθούν με τους γρόνθους, με ράβδους, με τας φιάλας τας κενάς και με τας φιάλας τας μισογεμάτας... με την σκούπαν... με ό,τι τύχη. Αυτός με την μίαν χείρα θα σπρώχνη την νύφην εμπρός, με την άλλην θα προσπαθή να τους φέρη γύρο όλους!... Και ο γαμβρός, ο νοικοκύρης, με το πανωβράκι του το τσόχινον, με το φέσι του το στιλπνόν, με την τσάκαν του την βελουδένιαν, με το ζωνάρι του το μεταξωτόν, θα τρέξη απ' οπίσω του, και θα γυρεύη να τους χωρίση... Όχι, θα του έλθη λιγοθυμιά, και θα πέση απ' οπίσω από την πόρταν... και τότε αι γυναίκες θα βάλουν τες φωνές, και θα πασχίζουν να ξελιγοθυμήσουν τον γαμβρό... και θα επέλθη μικρός αντιπερισπασμός... κι αυτός θα σπρώχνη την νύφην κατά τον βράχον, σιμά εις την βάρκαν, κάτω, και με τους γρόνθους και με τους αγκώνας του, καταπληγωμένος, αφρίζων, αιματωμένος, άγριος, θ' απαντά εις τα κτυπήματα των λυσσασμένων.
Εμπρός! θάρρος, απόφασις. Σηκώσου! θα κουνηθής επί τέλους;
*
* *
Είχε κοιμηθή αποβραδύς ο Σιγουράντσας, ο καραβοκύρης. Εις τας δύο μετά τα μεσάνυκτα εξύπνησεν. Είχε χορτάσει τον ύπνον.
Έτριψε τα μάτια του, εχασμήθη, εγόγγυσεν, έρριψεν ολίγον νερόν εις τα βλέφαρα του, εφόρεσε την μικράν καπόταν του, και κατέβη.
Διευθύνθη εις το σπίτι της χαράς, εκεί οπού εγίνετο ο γάμος.
Δεν ήτο καλεσμένος, όχι, αλλ' ήτο καραβοκύρης της βάρκας... του Γιωργή και ήτο ναυλωμένος να μεταφέρη το νέον ανδρόγυνον πέραν. Η νύφη δεν είχε σπίτι ως προίκα. Η γριά της έδωκε δύο ή τρία μεταξωτά και ολίγα βαμβακερά φορέματα, δύο χαλκώματα, μισήν δουζίναν χουλιαράκια του γλυκού, δύο προσκέφαλα, τρία σινδόνια, μίαν σκάφη και μίαν ανεμοδούραν, έγραψεν εις το προικοσύμφωνον πεντακοσίας δραχμάς μέτρημα, τας οποίας είναι άδηλον αν είχε σκοπόν ποτέ να δώση, και με αυτά τους “εκουκούλωσε”.
Το να μη λάβη σπίτι ως προίκα η νύφη εσήμαινεν ότι δεν θα έμενεν εγκάτοικος εις την πατρίδα της. Ο γαμβρός, πέρα, στα χωρία τα δικά του, έλεγαν ότι είχε σπίτι και σπίτια πολλά. Και χωράφια όχι ολίγα. Οικοκύρης άνθρωπος.
Είχεν αποφασισθή, ευθύς μετά τον γάμον, άμα εξημέρωνε να μβαρκάρουν ο γαμβρός, η νύφη, συνοδευόμενοι από την γραίαν, και να περάσουν πέραν εις τον Πλατανιάν, σιμά εις την Σηπιάδα άκραν, εις τα χωρία του γαμβρού, εις τα σπίτια του κ' εις τα νοικοκυριά του.
Είχαν συμφωνήσει με πολλήν μυστικότητα από το δειλινόν της Κυριακής (την μυστικότητα την ήθελεν η γραία εις όλα, φυλαττομένη τας κακάς γλώσσας του χωρίου· ήθελε ν' αποκοιμίση την κοινήν περιέργειαν· δεν της ήρεσκε ν' ακούη σχόλια, διατί και πώς η γραία Μαρουδίτσα υπάνδρευσε την κόρην της και την έστειλεν εις ξένον μέρος, και την εξεπάτρισε, και την “εκαράβωσε” μέρα-μεσημέρι· και προσέτι αν η νύφη είχε καλά προικιά, και αν “εκαμάρωνεν” όταν θα επήγαινε να μβαρκάρη κτλ.), είχαν συμφωνήσει, λέγω, με τον Σιγουράντσαν, τον καραβοκύρην, πρωί-πρωί να τους πέραση πέρα με την βάρκαν, την βάρκαν του Γιωργή. Με αυτό το θάρρος επηγαινεν ο καπετάν Σιγουράντσας τας δύο μετά τα μεσάνυκτα εις της χαράς το σπίτι, χωρίς να είναι καλεσμένος. Είχε σκεφθή ότι καλόν θα ήτο να χορτάση τον ύπνον ενωρίς, αφού ήτον διά ταξίδι, και βαθιά την νύκτα, περί το δεύτερον λάληλα του πετεινού, να σηκωθή να υπάγη απροσκάλεστος εις της χαράς το σπίτι.
Ήρκει άπαξ να είπη:
— Έ! τί κάνουμε; Καλορρίζικα δα. Ας είναι στερεωμένα. Κοντεύει να φέξη. Ο αστέρας θα βγη. Η Πούλια πάγει μεσουρανίς. Να, τώρα θα χαράξη. Εγώ λέω να τραβιόμαστε αγάλι' αγάλια. Τώρα με το απόγειο, το πρωί, θα κολλήσουμε μια χαρά πέρα, πριν ψηλώση ένα κοντάρι ο ήλιος... Ας είναι στερεωμένα, καλορρίζικα! Με γυιούς! Εβίβα σας! Στερεωμένο το ανδρόγυνο! Στην υγειά σας! Καλορρίζικα!
Και ύστερον επί τρεις η τέσσαρας ώρας θα εκερνάτο και θα έπινεν ανέτως, ως καλεσμένος με τους καλεσμένους, υπενθυμίζων μόνον από καιρού εις καιρόν:
— Κοντεύει να φέξη... Να τραβιόμαστε σιγά-σιγά. Εβίβα σας! Καλορρίζικοι! Στερεωμένοι!
— Ας φέξη! θα απήντων εκάστοτε ο κουμπάρος και οι καλεσμένοι.
Και ούτω συνέβη. Ήτο ήδη τετάρτη μετά τα μεσάνυχτα. Γλυκοχαράματα, απόπασχα, Απρίλιος ο μην. Τα πουλιά εκελαδούσαν εις τα δένδρα, γύρω εις την ακρογιαλιάν. Η αυγή έδειχνε τα ρόδινα δάκτυλα της ψηλά από την κορυφήν του βουνού αντικρύ, και όλος ο αήρ εμοσχοβολούσεν από τα ρόδα των κήπων ολόγυρα, τα ρόδα τα οποία είχον πλασθή από τον Δημιουργόν χωρίς ακάνθας· και τώρα, διά να δρέψη τις έν από αυτά ανάγκη να ματώση τα δάκτυλα... και πάλιν, όταν το ρόδον είναι υψηλά πολύ, δεν το φθάνει όσον και αν τανυσθή τις, μόνον αδίκως ματώνει τα δάκτυλα... και καμμίαν φοράν πέφτει και σπάζει τα πόδια.
Ήτο τετάρτη ώρα γλυκοχαράματα, και κανείς ακόμη δεν είχε κινηθή από την οικίαν. Τέλος, η γραία Μαρουδίτσα, ήτις επεθύμει να γίνη το μπαρκάρισμα όσον το δυνατόν ενωρίτερα, επήρε δύο αβασταγές με ρούχα, τας οποίας είχεν ετοιμάσει, και, αφού συνεννοήθη με τον Σιγουράντσαν, τας έδωκεν εις δύο παιδία, ανεψιούς της, να τας κουβαλήσουν κάτω εις τον αιγιαλόν.
— Εκεί είν' η βάρκα, είπεν ο καραβοκύρης, δεικνύων διά του παραθύρου. Ο Γιωργής κοιμάται μέσα. Ας τον φωνάξουν να σηκωθή, να του παραδώσουν τα πράματα. Κι ό,τι άλλο έχετε, στείλετε το. Δώστέ μου κ' εμένα να κουβαλήσω τίποτα, τώρα που θα κατέβω. Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! Τέπερτε όλοι! Το ανδρόγυνο στερεωμένο!
*
* *
Να σηκωθή... Να τρέξη... Να την αρπάξη μέσ' από τα χέρια τους... Η γρια θα τον σχίση με τα νύχια της... Αυτός θα την αρπάξη από τον λαιμόν να την πνίξη... Οι καλεσμένοι θα του ριχθούν με τις μπουκάλες, με τους γρόνθους και με τα ρόπαλα... Αυτός θα τους κυνηγήση μ ένα σκαρμόν, μ' ένα μπάγκον, με μιαν τροπωτήρα, οπού μπορεί να πάρη μαζί του από την φελούκαν... Αι γυναίκες θα βάλουν τες φωνές... Ο γαμβρός θα τας καταπραΰνη. “Σιωπάτε! σιωπάτε!”. Είναι ειρηνικός άνθρωπος, φρόνιμος νοικοκύρης.
Δεν εσηκώθη... Δεν έτρεξε. Δεν ήτο πλέον καιρός. Ο μακρός εφιάλτης τον είχε προδώσει.
Τα δύο παιδία κατέβησαν κάτω εις την άκρην του βράχου, φέροντα τας δύο δέσμας των φορεμάτων. Δύο φανάρια υπήρχον εξ αρχής κρεμασμένα εις το μπαλκόνι της οικίας. Τρίτον φανάριον προσετέθη τώρα έξω από την θύραν της αυλής, διά να φέγγη τον δρόμον εις αυτούς οπού ήρχισαν να κουβαλούν την αποσκευήν. Το ουράνιον δρέπανον, λευκόν, εστιλπνωμένον, είχεν ανατείλει προ ώρας, και τώρα είχεν ωχριάσει από τας ερυθράς και κυανάς λάμψεις του λυκαυγούς. Και τα ρόδα της αυγής εκοκκίνιζαν υψηλά, πρωτογενή, άφθαστα ρόδα... φλογίνη ρομφαία εις την πύλην του φωτός!
Τα δύο παιδία εφώναξαν τον Γιωργήν. Αλλ' ο νέος είχε σηκωθή πριν τον φωνάξουν.
— Μπάρμπα, ειπ' ου καπιτάνιους, να πάρ'ς, λέει τα ρούχα μέσ' τ' βάρκα.
— Είπε, λέει, η θειά μ' η Μαρουδίτσα, να τα βάνης, λέει, σε καλή μεριά, τα ρούχα, να μη βραχούνε.
— Να τα βάνης, λέει, απουκάτ' απ' την πλώρ' τς βάρκας, όμορφα - όμορφα.
— Τα ρούχα, λέει, κι τα μάτια σ'.
   Και συγχρόνως ηκούσθη από το ύψος του βράχου κατερχομένη η μεγάλη φωνή του Σιγουράντσα:
— Αλέστα, Γιωργή! Τα πήρες τα πράματα μέσα;
Είχεν εξέλθει έξω από την θύραν της αυλής, κ' εκεί προπεμπόμενος και ξεκολλών αργά-αργά, εξηκολούθει να κερνάται ακόμη.
— Γεια μας! Στερεωμένο τ' ανδρόγυνο! Καλορρίζικοι! Καλό μας καταυόδιο!
Και μετ' ολίγα λεπτά κατήρχετο βραδύς την κλιτύν του βράχου, εξακολουθών να φωνάζη καθ' οδόν:
— Ασένιο, Γιωργή! Θά 'χουμε καλό ταξίδι.
*
* *
Δεν ήτο πλέον ψέμα, ήτον αλήθεια. Ο Γιωργής έπλεε με την βάρκαν του και με τον Σιγουράντσαν. Έπλεε και μετέφερε την Αρχόντω, με την μητέρα της και με τον γαμβρόν, την ώραν της αυγής. Τους μετέφερεν εις την Σηπιάδα άκραν, εις τα χωρία του γαμβρού, εις τα σπίτια του, εις τα νοικοκυριά του.
Και πάλιν ημπορεί να ήτον ψέμα, τίς δύναται να είναι βέβαιος; Ήτο όνειρον μαγικόν, απαίσιον και τρομερόν, όνειρον το οποίον έβλεπε με ανοικτά τα μάτια. Κ' εσφαλούσε τα μάτια και ακόμη το έβλεπε.
Τα ρόδα της αυγής εφυλλορροούσαν κ' εκοκκίνιζαν αι παρειαί της Αρχόντως, ή εκοκκίνιζαν μόναι των εις την θέαν του Γιωργή; Αυτός ήτο χλωμός, μαραμμένος, αδρανής.
Τα ρόδα της αυγής δεν ήρκουν διά να τον κάμουν να κοκκινίση. Τα χέρια του μηχανικώς, ως ξυλιασμένα, ετραβούσαν το κουπί. Ξύλον κολλημένον επάνω εις το ξύλον.
Μίαν φοράν μόνον εκοίταξε την Αρχόντω. Το βλέμμα εκείνο ήτον η τελευταία συγκεντρωμένη ακτίς της ψυχής του. Είτα εκείνη κατεβίβασε τα όμματα, και το ιδικόν του όμμα κατέστη απλανές.
— Καλό κατευόδιό σας!
— Παναγία μπροστά σας!
— Δούλευέ τα, καπετάνιο.
— Δούλευέ τα! δούλευέ τα.
Εμακρύνθησαν, επελαγώθησαν, κ' έφευγαν, έφευγαν.
Δεν ημπορούσε να συνάψη ιδέαν πλέον. Δεν ήτο τάχα πλέον καιρός παλληκαριάς; Παρήλθεν η ευκαιρία διά να ορμήση επάνω εις το σπίτι, να την αρπάξη από τας χείρας όλων, με τους γρόνθους και με τους οδόντας και με τους όνυχας.
   Η γραία δεν θα τον έσχιζε πλέον με τα νύχια της τα μαύρα... Αυτός ημπορούσε ακόμη να την πνίξη... να την πνίξη... Έβλεπε τον γαμβρόν και του εφαίνετο ως όρνεον, το οποίον είχεν έλθει από ξένον τόπον διά ν' αρπάξη την περιστέραν, την τρυγόνα.
Του ήρχετο να ξεστηθωθή, να πτύση εις τας χείρας, και να του είπη:
— Παλεύουμε, μπάρμπα;
Του ήρχετο να συγχαρή την γραίαν διά τον γάμον της τάχα — προσποιούμενος ότι επίστευεν ότι αυτή ήτο η νύφη... διότι η ηλικία του γαμβρού εφαίνετο διά να είναι σχεδόν πατήρ της κόρης.
Και να συγχαρή την νέαν διότι, μετά τόσα έτη ορφάνιας, είχεν αποκτήσει τάχα δεύτερον πατέρα.
Έπειτα του ήλθεν να είπη εις τον γαμβρόν, δεικνύων την θάλασσαν:
— Παραβγαίνουμε στο κολύμπι;
*
* *
Εκείνος θα εκάγχαζε με την τρέλαν του νέου. Δεν είχεν όρεξιν διά θαλάσσιον λουτρόν. Ήτο χερσαίος, θα επήγαινεν ως μολυβήθρα κάτω εις τον βυθόν. Οικοκύρης άνθρωπος, με τα χωράφια του, με τα σπίτια του, με τα καλά του.
Το απόγειον εφύσα. Ο άνεμος εδυνάμωνε. Θα εδυνάμωνε πολύ. Ήτο ήμερα πλέον, και ο ήλιος θ' ανέτελλε πυριφλεγέθων επάνω. Και τα ρόδα των παρειών της νύμφης δεν θα εξηλείφοντο. Και η χλωμάδα η ιδική του ενίκα την ηλιοκαΐαν του προσώπου του, την παιδιόθεν κτηθείσαν.
Ο άνεμος εδυνάμωνε. Σαβούραν δεν εφρόντισαν να βάλουν. Ποίος να το ενθυμηθή; Αυτόν δεν τον έμελεν. Ο Σιγουράντσας ήτο “καπνισμένος”. Ο γαμβρός δεν ήξευρεν από τέτοια. Ήτο στεργιώτης άνθρωπος, με τα χωράφια του, με τα υπάρχοντά του.
Ο άνεμος εδυνάμωνε. Τάχα δεν ημπορούσε να δυναμώση αρκετά, ώστε μ' ένα σαγανίδι ν' αναποδογυρίση την ασαβούρωτην βάρκαν;
Μ' ένα σαγανίδι μόνον. Με μικράν ανεπιτηδειότητα του Σιγουράντσα εις το τιμόνι, μ' ελαφράν απροσεξίαν του Γιωργή εις το πανί.
Και τότε όλα θα έπλεαν εις την θάλασσαν... όλοι θα έπεφταν εις το κύμα. Ο γαμβρός θα επήγαινε μολύβι εις τον πάτον, χερσαίος, αθαλάσσωτος άνθρωπος. Την γριαΜαρουδίτσαν ας την εγλύτωνεν, αν ήθελεν, ο Σιγουράντσας. Ο Γιωργής θα εγλύτωνε την Αρχόντω κολυμβών. “Κ' εσένα να γλυτώσω, κορμί μ' αγγελικό”.
Ένα σαγανίδι, ένα σαγανιδάκι μόνον. Και τούτο τί εχρειάζετο; Μία παρατιμονιά του Σιγουράντσα δεν ήρκει; Και αυτή τί εχρειάζετο; Ένα καργάρισμα του πανιού δεν ήτο αρκετόν; Και δεν ήτο αυτό εις το χέρι του Γιωργή και μόνον;
Με το χέρι του ημπορούσε να βιάση το πανί, και με το πόδι του ημπορούσε να βγάλη τον πίρον της βάρκας. Η βάρκα είχεν οπήν φραγμένην διά πίρου, δίπλα εις την καρίναν. Ήτο τούτο σχέδιον του Γιωργή, όστις έσωζεν ακόμη παιδικάς τινας κλίσεις εις τα θαλασσινά του, και επεθύμει, καθώς βουλιούν τα παιδιά τες μικρές φελούκες κολυμβώντα, να βουλιά συχνά την βάρκαν του, διά να χορταίνη εκείνη θάλασσαν και αυτός κολύμβημα.
Με εν λάκτισμα, ακόμη ολιγώτερον, με εν κτύπημα του δακτύλου του ποδός, ημπορούσε να στείλη εις τον άλλον κόσμον άναυλα τρεις ψυχάς, τον γαμβρόν, την πενθεράν και την νύφην... εάν δεν ήθελε να γλυτώση την τελευταίαν.
Ο κυβερνήτης, αν και βαρύς, θα εκολύμβα όπως-όπως και θα εγλύτωνε. Δεν απείχον ήμισυ μίλιον από την ακτήν. Ο γαμβρός θα επήγαινε βολίς εις τον πάτον με όλα τα σπίτια του... ή μάλλον χωρίς τα σπίτια του, χωρίς τα χωράφια του και τα υπάρχοντα του. Η γραία Μαρουδίτσα... αυτή το ψωμί της το είχε φάγει. Την κόρην της την είχε “κουκουλώσει” και την είχε κάμει νοικοκυρά. Θα εφρόντιζεν αυτός να της κάμη τα κόλλυβα... μαζί με την Αρχόντω.
Εμπρός! Καρδιά! θάρρος!
   Όχι, δεν έπρεπε να βουλιάξη την βάρκαν διά του ανοίγματος της οπής. Το μέσον δεν μετείχε παλληκαριάς, ήτο δε και απαίσιον. Έπειτα δεν θα ήτο πολύ ασφαλές, διά την εις τον άλλον κόσμον προπομπήν.
Με βουλιαγμένην βάρκαν εσώθησαν πολλοί μη γνωρίζοντες να κολυμβούν. Με αναποδογυρισμένην βάρκαν πολλοί και δεξιοί κολυμβηταί εχάθησαν.
Όχι, δεν θα εβούλιαζεν την βάρκαν θα την αναποδογύριζε!
*
* *
Θα έβλεπεν τερπνόν θέαμα, τον Σιγουράντσαν να κολυμβά ως φώκη μακράν του. Θα εξεπιάνετο από τον γαμβρόν, θα απηλλάσσετο από την πενθεράν, διά να ριφθή εις την θάλασσαν. Η γραία μόλις θα επρόφθανε να κάμη τον τελευταίον σταυρόν της, και η φωνή της αγωνίας της θα επνίγετο βαθιά κάτω.
Την επαύριον εις το χωρίον, οι ιερείς θα της έψαλλον τον “κανόνα” της, και θα προέτρεπον τους παρεστώτας να κάμουν μετανοίας διά την ψυχήν της. Και επί σαράντα ημέρας, όλαι αι ευλαβείς γραίαι του χωρίου θα έπαυον να τρώγουν οψάρια, με την υποψίαν ότι αυτά είχον εγγίσει την πνιγμένην.
   Να δράξη την Αρχόντω από τον βραχίονα... από την μασχάλην... όχι, από την μέσην, Και έπλεεν ήδη, έπλεε κ' εκολυμβούσε μαζί της. Δια μίαν φοράν ας γίνη γλυκιά η πικρή και αλμυρά θάλασσα.
Έφευγεν, έφευγεν ως δελφίνι, εφύσα κ' εξέρνα το νερόν ως φάλαινα, και προέβαλλε κοπτερόν τον βραχίονα ως ξιφίας. Έπλεε με τον δεξιόν βραχίονα, κ' εσφιχταγκάλιαζε την νέαν με τον αριστερόν. Άνω την κεφαλήν της, άνω. Ν' αναπνέη το δακτυλιδένιο στοματάκι της... “Μη φοβάσαι, αγάπη μου!” Και μικρόν κατά μικρόν θα εξετοπίζετο οργυιάς και οργυιάς... θα εζύγωνε, θα επλησίαζεν εις την ξηράν. “Τώρα, τώρα, εφτάσαμε, ψυχή μου”. Κανέν δυστύχημα δεν έμελλε να συμβή. Όλος ο κόσμος θα εσώζετο. “Εζαλίσθης, ψυχή μου; Όλα καλά τώρα. Επνίγη κανείς; Όχι, αφού εγλύτωσες συ”. Ώ, πώς θα έπεφταν αφανισμένοι, μισοπνιγμένοι, στάζοντες θάλασσαν, επάνω εις την άμμον. Αναπλασμένοι και αναβαπτισμένοι. Νέος Αδάμ και νέα Εύα, φέροντες τους χιτώνας θαλασσοβρεγμένους κολλητά εις την επιδερμίδα των, περισσότερον παρά γυμνοί.
“Εκεί εις τον βράχον είναι μία σπηλιά. Ύπαγε εκεί μέσα, φιλτάτη μου, ν' αλλάξης”. Εκείνη, αν είχε δύναμιν να τον ακούη, θα τον εκοίταζε κατάπληκτος. Ν' αλλάξη με τί; “Να στέγνωσης, θα σου φέρω εγώ φύλλα, απ' όλα τα δένδρα του δάσους, αγάπη μου, να σκεπασθής”.
*
* *
Τέλος, αναποδογύρισε την βάρκαν; Έπνιξε τους επιβάτας; Την έσωσεν εκείνην;
Δεν ισχύει τηλαισθησία ούτε τηλεπάθεια, διά να ζητήσωμεν τας ψήφους των αναγνωστών, νοερώς, ακαριαίως, ουδέ Κοινοβουλίου τέμενος είναι παρ' ημίν ιερόν, αλλά ναός Ευβουλίας. Πας συγγραφεύς υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει την μέσην κρίσιν και το μέσον αίσθημα των αναγνωστών του. Δεν την αναποδογύρισε, δεν τους έπνιξε. Ολίγον ακόμη ήθελε διά να το κάμη, αλλά το ολίγον αυτό έλειψεν.
Έξαφνα είδε νοεράν οπτασίαν, την μορφήν της μητρός του της Μπούρμπαινας, εναέριον, παλλομένην. Ετράβα τα μαλλιά της κλαίουσα και του έλεγε: “Αχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ' είν' αυτό που θα κάμης;”
Έκαμε κρυφά το σημείον του σταυρού επί της καρδίας, από μέσα από το υποκάμισον του. Ενθυμήθη και είπε τρεις φορές το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, οπού του το είχε μάθει, όταν ήταν μικρός, η μήτηρ του, και αυτός έκτοτε το είχε ξεχάσει. Είπεν: “Ας πάγη, η φτωχή, να ζήση με τον άνδρα της! Με γεια της και με χαρά της!”
Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του — έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας.

 Σχόλιο: Γιά όσους δέν γνωρίζουν τί σημαίνει λογισμός, αυτό τό μικρό αριστούργημα τού Παπαδιαμάντη είναι ένα πρότυπο λογισμού. Είναι καθαρά δαιμονικός όπως φανερώνεται μέ ευκολία. Επιστρέφει κατευθείαν στόν Παράδεισο καί στόν πρώτο πειρασμό. 
Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη
 Καθαρά δαιμονικούς λογισμούς είχε ο Ελύτης όπως φαίνεται καί από τό κολάζ(εκ τής κολάσεως) δίπλα, τούς οποίους όμως λόγω ελλέιψεως βάθους καί αληθείας, τούς θεωρούσε πηγές εμπνέυσεως τής τέχνης του. Ο ΑΦΡΟΣ.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΜΑΡΤΙΑ. Καί η ορθή αντιμετώπιση τών λογισμών είναι τό κλειδί τής Βασιλείας. Είναι επίσης καί ο σκοπός τής ορθοδόξου ασκήσεως.
Αμέθυστος 

Γιατί είναι Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία (άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας)


Ιδου η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ (Ησαίας ζ 14).

Ο Νεστόριος αρνούνταν το όρο ‘’Θεοτόκος’’. Αυτό είχε φοβερές θεολογικές συνέπειες. Διαιρούσε στα δύο τον ένα Κύριο Ιησού Χριστό. Ξεχώριζε τις δύο φύσεις του Χριστού, με τρόπο ώστε να διασπά την ένωση. Δεν πίστευε ότι ενώθηκαν ασύγχυτα και αδιαίρετα ο Θεός Λόγος με την ανθρώπινη φύση σε μία υπόσταση. Θεωρούσε ότι ο Χριστός ήταν άνθρωπος στον οποίο ο Λόγος πήρε μόνο την θέση του νου και της ψυχής. Δεν πίστευε σε αληθινή ένωση και πρόσληψη, αλλά σε ανάμειξη και ενοίκηση. Έτσι, αγνοώντας την Ορθόδοξη πίστη που άπαξ παραδόθηκε, αν και πατριάρχης, αποκαλούσε την Παρθένο Μαρία ως ‘’Χριστοτόκο’’ αντί για ‘’Θεοτόκο’’ που είναι το ορθό. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος, αφιερώνει πέντε ολόκληρα βιβλία, απαντώντας και αποδεικνύοντας αγιογραφικά ότι η Μαρία όντως είναι Θεοτόκος.  


Τι σημαίνει ''Θεοτόκος'' (άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας).

«Αλλά δεν γνωρίζω γιατί κάποιοι βλάπτουν το ιερότατο κάλλος των δογμάτων της Εκκλησίας καιμειώνουν την αγία και πάναγνη Παρθένο, κατεβάζοντάς την στην απρεπή σαθρότητα των δικών τους σκέψεων και περιβάλλοντάς την με πλήθος ξένων σε μας εφευρέσεων. Γιατί τη λέξη ‘’Θεοτόκος’’ την περιγράφουν ως νόθη και όχι κατάλληλη, και μάλλον ότι ξεπερνά κάθε πρέποντα λόγοόνομα το οποίο συνέθεσαν οι πριν από εμάς άγιοι Πατέρες, και διχάζουν ανά μέρος,διαιρώντας σε δύο υιούς τον ένα Κύριο Ιησού Χριστό, και αρνούνται και τα σαρκικά πάθη του Θεού Λόγου, αν και ούτε εμείς έχουμε πει ότι έπαθε ως Θεός στην ίδια τη θεία φύση του. Επίσης αποδίδουν σ’ αυτόν μαζί με τα πάθη της σάρκας και τα πάθη εκείνα που έπαθε στη σάρκα, για να ομολογείται και αυτός Σωτήρας. 

Γιατί με το πάθος του εμείς θεραπευτήκαμε, σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί· και παρουσίασε βέβαια αδυναμία αυτός εξ αιτίας των αμαρτιών μας, αν και ήταν ανεπίδεκτος αδυναμίας, αλλά σωθήκαμε εμείς, επειδή ανέλαβε τον θάνατο για χάρη μας με το δικό του σώμα. Θα προσπαθήσω βέβαια να αποδείξω καθαρά αυτά που είπα. Θα διαβάσω δηλαδή τα λόγια εκείνου που συνέγραψε το βιβλίο, και πριν από τα άλλα, εκείνα που είπε χωρίς καμία συστολή εναντίον της λέξεως ‘’Θεοτόκος’’ 
[…] 
είναι ορθή η πίστη που έχουν στο νου τους για τον Σωτήρα όλων μας Χριστό, την οποία πίστη έχουν παραδώσει στις Εκκλησίες εκείνοι που από την αρχή έγιναν αυτόπτες μάρτυρες και υπηρέτες του κηρύγματος και ιερουργοί των θείων μας Μυστηρίων και γνήσιοι ταμίες. 

Γιατί απορρίπτουν, και πολύ ορθά, ως ολοκάθαρη απόδειξη αμάθειας και μαζί και ακρότατης ασέβειας, και μόνο το να νομίζουν, ότι ο Λόγος του Θεού Πατέρα κλήθηκε σε δεύτερη αρχή της υπάρξεώς του, έχοντας δηλαδή σαν κάποια ρίζα τη σάρκα της αγίας Παρθένου. 

Ωστόσο την ονομάζουν Θεοτόκοεπειδή βέβαια γέννησε τον Εμμανουήλ, που ήταν Θεός κατά φύση. Γιατί ήρθε ο Λόγος σε μας ενώ ήταν Θεός κατά φύση και ανώτερος από εμάς. Άρα λοιπόν λένε τα αντίθετα από αυτά που έμαθαν να πιστεύουν; Γιατί νομίζω πως κάποιος από αυτούς που διάλεξαν να πιστεύουν τα ίδια με σένα θα πει· ''Εάν λες ότι η φύση του Λόγου δεν είναι γέννημα της σάρκας και απαλλάσσεις τον εαυτό σου από τις κατηγορίες γι’ αυτό, πως τότε λοιπόν διαβεβαιώνεις ότι η αγία Παρθένος γέννησε Θεό;''.
Θα ακούσει όμως από μας· Η θεόπνευστη Γραφή λέγει ότι έγινε σάρκα ο Λόγος που γεννήθηκεδηλαδή ενώθηκε με σάρκα σε μία υπόσταση κατά τρόπο ασύγχυτο. Γιατί δεν ήταν ξένο από αυτόν το σώμα που ενώθηκε μ’ αυτόν και ήταν γεννημένο από γυναίκα, αλλά, όπως  στον καθένα από εμάς είναι δικό του το σώμα του, κατά τον ίδιο  ακριβώς τρόπο και το σώμα του Μονογενούς ήταν δικό του, και όχι κάποιου άλλου, και έτσι βέβαια γεννήθηκε κατά σάρκα. Έπειτα πες μου, πως ήταν δυνατόν να γίνει σάρκα χωρίς να γεννηθεί από γυναίκα, αφού οι ανθρώπινοι νόμοι καλούν σ’ αυτό και η αρχή της σαρκικής υπάρξεως δεν μπορεί να έχει άλλον τρόπο;».


(Απόσπασμα από το Ά Βιβλίο ‘’Κατά των Νεστορίου βλασφημιών’’, Έργα Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ΕΠΕ 10, σελ. 133- 137).

Προσεχώς και στο δικό σας σπίτι η Αστυνομία...

Προσεχώς και στο δικό σας σπίτι η Αστυνομία...

Όταν διάβασα αυτή την επιστολή πάγωσα. Μούδιασα.... 
Στην αρχή λίγο γέλασα, σκέφτηκα ότι ίσως να είναι λίγο τραβηγμένο...

Ομως συνηδειτοποίησα γρήγορα, πως καθημερινά τέτοιες ιστορίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας, χωρίς όμως τόσες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, λόγια απελπισίας, πανικού, έντασης...

Και παρανομαστής στην ιστορία, η απαξίωση του Κράτους στους πολίτες, στις γυναίκες, στις μανάδες... 

Αυτή η φτηνή περιφρόνηση σε όλους μας.

Αλήθεια, κύριοι της ΕΛΑΣ, αληθεύει ότι οι Αλβανοί κακοποιοί κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι; Και εσείς περιορίζεστε στο να δείχνετε τον φτηνό τσαμπουκά σας στους οικογενειάρχες;

Διαβάστε την επιστολή και αναλογιστείτε, αν ήσασταν στην θέση τους  τι θα κάνατε;

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

"Ευτυχώς δεν μας είχαν κόψει το ρεύμα ακόμα. Υπολόγιζα ότι είχαμε δύο με τρεις εβδομάδες ακόμα. Η τηλεόραση έπαιζε "πρωϊνάδικα", και μόλις τελείωσε η είδηση του πρωθυπουργού. Την είχα κυρίως για "παρέα", έτσι για να ακούω και κάτι στο σπίτι τα πρωινά όταν είμαι μόνη μου.
Τα νέα φαίνεται ήταν καλά σήμερα, η οικονομία αρχίζει και ανεβαίνει και να διορθώνεται. Πήραμε και την δόση. Αμήν και πότε είπα, γιατί δεν πάει άλλο έτσι. Κλείνω την τηλεόραση, έχω και δουλειές να κάνω σκέφτηκα. Ήταν παράξενο, που δεν είχα συνηθίσει ακόμα την ζωή στο σπίτι χωρίς δουλειά. Έλπιζα σύντομα με βάση αυτά που είχα ακούσει να μας δώσουν και πάλι δουλειά. Δεν μπορεί σκέφτηκα, κάτι θα γίνει, θα πάνε καλά τα πράγματα.

Ωραία είπα, τα παιδιά έφυγαν για το σχολείο και ο σύζυγος πήγε στο σχολείο για δουλειά. Μόλις είχα τελειώσει και το συμμάζεμα στην κουζίνα, από το πρωινό των παιδιών και ήταν η ώρα να βγω για λίγα ψώνια στην Λαϊκή. Άνοιξα τον φάκελο που είχα κρύψει σε έναν τηλεφωνικό κατάλογο, και πήρα τα δέκα ευρώ που μας είχαν μείνει. Νομίζω έχω άλλα δέκα κάπου στο κομοδίνο, θα το κοιτάξω μετά. Είμαι σίγουρη ότι είναι ακόμα εκεί. Σήμερα, ήθελα μόνο ένα κιλό πατάτες, δυο-τρεις ντομάτες, 5-6 φρούτα. Θα φτάσουν και θα περισσέψουν και για ένα γάλα και μια φρατζόλα από τον φούρνο.

Αύριο θα δούμε πως θα την βγάλουμε. Τουλάχιστον σήμερα, κάτι θα μαγειρέψω. Είναι δεκαεπτά του μηνός, εάν δεν έχει τίποτα ψιλά να μου δώσει η μαμά, θα πρέπει πάλι να χρησιμοποιήσω την πιστωτική. Ευτυχώς που μας έκοψαν το τηλέφωνο, οπότε δεν μπορούν να μας παίρνουν από τις τράπεζες πια. Εάν όχι, θα την βγάλουμε με μακαρόνια με λίγο τομάτα, λάδι και αλάτι, ευτυχώς είχα βάλει κάποια πακέτα στην άκρη. Είμαστε στο τέλος της κρίσης, είναι φανερό από αυτά που λένε στην τηλεόραση. Λίγες μέρες ακόμα είναι, σε λίγο θα έχουμε ανάπτυξη πάλι, οπότε και οι μισθοί να ανέβουν, υποθέτω. Όσο για το νοίκι, μπορεί να περιμένει ο ιδιοκτήτης, αυτός έχει λεφτά.

Κλείνω τα παράθυρα, βάζω τις ασφάλειες, ποτέ δεν ξέρεις εάν θα προσπαθήσει κανείς να μπει στο σπίτι... Την περασμένη Παρασκευή, η Μαρία δίπλα στο νούμερο 17, τα βρήκε όλα ανοιγμένα και σπασμένα μέσα στο σπίτι. Μέχρι και την τηλεόραση πήραν, δεν μπορώ να φανταστώ τι θα κάναμε εάν μας έπαιρναν την τηλεόραση... Καλύτερα λοιπόν να κλειδαμπαρώσω, γιατί ποτέ δεν ξέρεις...

Μόλις ετοιμαζόμουνα να ανοίξω την πόρτα, όταν χτύπησε το κουδούνι. Ανοίγω το θυροτηλέφωνο, και λέω:"Ποιος είναι;". "Αστυνομία, Ανοίξτε!" μου λέει μια φωνή. Δεν το κατάλαβα. "Ποιος είναι;" ξαναρώτησα."Αστυνομία! Ανοίξτε αμέσως!" είπαν πάλι. Τι θέλουν πάλι αυτοί; "Τι θέλετε;" ρωτάω. "Ανοίξτε, Αστυνομία!"μου φωνάζουν. Ανοίγω την πόρτα, πάω κάτω στην είσοδο, και ήταν πράγματι η αστυνομία.

"Κυρία μου, γιατί δεν ανοίγετε, η Αστυνομία είμαστε! Δεν μας εμπιστεύεστε;" είπε ο ένας.
"Όχι δεν είναι αυτό, απλά δεν εμπιστεύομαι, και δεν κατάλαβα ότι είστε πράγματι η Αστυνομία! Δεν είναι και κάθε μέρα που έχω την Αστυνομία στην πόρτα!" τους είπα.
"Τέλος πάντων, εδώ είναι ο κύριος Γιώργος τάδε;" με ρωτούν. "Όχι" τους λέω, "είναι στην δουλειά".
"Μάλιστα, που δουλεύει;"
"Στο 11ο Λύκειο, είναι καθηγητής."
"Μάλιστα, μπορούμε να έρθουμε λίγο μέσα στο σπίτι;"
"Εμμ, μόλις έβγαινα έξω, είναι σκοτάδι μέσα, γιατί τα έχω κλείσει όλα!"
"Που πηγαίνατε; Παράξενο που μόλις μας είδατε, φεύγατε. Μήπως κρύβετε κάτι;"
"Ερρμ, δεν νομίζω ότι έχω υποχρέωση να απαντήσω αυτήν την ερώτηση..."
"Γιατί κυρία μου, Αστυνομία είμαστε, δεν μας εμπιστεύεστε; Ταυτότητα έχετε;"
"Ναι, την θέλετε;"
"Γιά δώστε την λίγο!"
Τους δίνω την ταυτότητά μου, "Ορίστε".
"Μια στιγμή" μου λέει ο ένας και πάει στο περιπολικό.
Ο άλλος, βγάζει το γλόμπ του από την τσέπη του, και με παρακολουθεί με καχυποψία. "Καθίστε εδώ λίγο, μην πάτε πουθενά." μου λέει.
Τρόμαξα. "Τι έγινε, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;" λέω σε αυτόν που με κοίταζε.
"Καθίστε κυρία, μου, δεν σας είπαμε να περιμένετε;"
Σάστισα, δεν ήξερα τι να κάνω... "Εντάξει" του είπα.

Την στιγμή αυτή, πέρναγε απ' έξω στο δρόμο η γειτόνισσα η Μαρία. Της έκανα πανικόβλητα νόημα. Με είδε, με κοίταξε και μετά είδε και την Αστυνομία. Προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν μου μίλησε, αλλά με γοργό βήμα πήγε στην εξώπορτα της, και μπήκε μέσα. Ήμουν τελείως μόνη μου. Περίμενα, τι άλλο να έκανα; Ο Αστυνομικός που ήταν στην πόρτα, με παρακολουθούσε αμίλητος και καχύποπτος. Πέρασαν περίπου δέκα λεπτά. Ο Αστυνομικός που είχε πάει στο περιπολικό, επέστρεψε.

"Κυρία μου, θα χρειαστεί να σας πάρουμε στο τμήμα, γιατί δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τα στοιχεία σας. Και υπάρχει και κάποιο θέμα με τα φορολογικά σας. Θα σας κάνουμε προσαγωγή."
"Μα δεν έχω κάνει κάτι, ποιος είναι ο λόγος που με συλλαμβάνετε;"
"Δεν είναι σύλληψη κυρία μου! Προσαγωγή είναι! Κλείστε το σπίτι σας, και ελάτε πάλι κάτω να φύγουμε."
Τρόμαξα ακόμα πιο πολύ. Πόση ώρα θα με κρατήσουν; Τι θα γίνουν τα παιδιά, εάν δεν επιστρέψω;
"Πόση ώρα θα πάρει αυτό; Περιμένω να έρθουν τα παιδιά από το σχολείο..."
"Κυρία μου, τελειώνετε, κλειδώστε να φύγουμε. Το πότε θα επιστρέψετε θα σας το πει ο Διοικητής. Εμείς, εκτελούμε τις εντολές που μας έχουν δώσει."
Τι να κάνω τώρα; Δεν ξεφεύγω με τίποτα. Σκέφτηκα να πάω πάνω, να πάρω ένα τηλέφωνο την σύζυγο ή κάποιον, αλλά μας το έχουν κόψει. Να πάω στον γείτονα τους διπλανού διαμερίσματος, δεν ξέρω, θα τους φανεί παράξενο, ποτέ δεν μιλάμε. Δεν έχω επιλογή, πρέπει να κάνω όπως μου λένε.

Πήγα, κλείδωσα και επέστρεψα κάτω. Με έβαλαν στο περιπολικό.
Σε λίγο, φτάσαμε στο Τμήμα και με βάζουν μέσα. Εκεί, τι να δω! Ήταν ο σύζυγος!
"Γιώργο, τι κάνεις εδώ, και σένα πήραν;"
"Ναι, ήρθαν το πρωί, πριν το μάθημα, και ήθελαν να μου δώσουν ένα χαρτί για κάποια χρέη στο Δημόσιο. Ήταν κάπου στα 467 Ευρώ νομίζω. Μόλις άρχισα να κάνω ερωτήσεις, με συνέλαβαν."
Οι Αστυνομικοί με τράβηξαν, και με πήραν πιο πέρα. "Καθίστε εδώ μου λένε, και μην μιλάτε."
Το μόνο που πρόλαβα να του φωνάξω γεμάτη πανικό και απόγνωση, καθώς με τραβούσαν μακρυά του, ήταν: "Γιώργο, τι θα γίνει με τα παιδιά;"


ΑΥΤΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, Η ΠΑΡΟΜΟΙΑ, ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΠΙΤΙ...
ΕΚΤΟΣ...

ΚΑΙ ΕΑΝ...
...
Καλή Λευτεριά!

Σ. Κατσούλη