Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

Γερόντισσα Άννα: Αν μπορείς να προσεύχεσαι χαράματα, έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους...


livanistiri

Γερόντισσα Άννα: 
Ασκήτριες μέσα στον κόσμο!
Σήμερα, και «τώ καιρώ ετούτω», (όχι «τω καιρώ εκείνω…»)

Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από γονείς πολύ ευλαβείς, τον Ιωάννη και την Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, μετά από ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.
Από μικρή αγαπούσε τον Χριστό. Όταν μιλούσε για τον Χριστό και την Παναγία έκλαιγε. Από μικρή κρατούσε όλες τις νηστείες και κρέας δεν έφαγε ποτέ. Όταν πήγαιναν στο χωριό της μοναχοί από τα Κύργια, αυτή πήγαινε κοντά τους και ήθελε να ακούη για τον Χριστό.
Δεν πήγε σχολείο, δεν ήξερε να διαβάζη. Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε Αγγελικές ψαλμωδίες...

+++++++++++++++++++++++
 
Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».
Παντρεύτηκε ένα νέο ονόματι Γιάννη που είχαν για βοσκό στα πρόβατά τους. Επειδή οι γονείς της δεν συγκατατέθηκαν, την έδιωξαν από το σπίτι. Ο σύζυγός της μια βδομάδα μετά από τον γάμο τους, πήγε στην Κοζάνη να δη τους δικούς του και δεν ξαναγύρισε ποτέ, ούτε και έμαθε τι απέγινε.
Η ίδια δεν γόγγυξε ποτέ, δεν τον κακολόγησε, δεν παραπονέθηκε. Τον συγχωρούσε και έλεγε να είναι καλά. Έλεγε: «Έτσι ήθελε ο Θεός και έτσι έγινε».
Η Αναστασία εγκαταλειμένη από όλους και περιμένοντας παιδάκι, απελπίστηκε και επιχείρησε να πέση σε μια λίμνη, να κάνη κακό στον εαυτό της. Τότε όπως διηγήθηκε: «Μπήκα μέσα στην λίμνη και όταν το νερό έφθασε μέχρι τον λαιμό, ένιωσα ένα φτερούγισμα πίσω από το σώμα μου και άκουσα μια φωνή: “Τέτοια ψυχή που θα την ρίξεις μεσ’ τον βούρκο” ( τής Κόλασης);
Μάλλον θα ήταν ο φύλακας άγγελός μου. Το άγγιγμα της φτερούγας ακόμα το θυμάμαι. Χαράχτηκε στην μνήμη μου».
Ύστερα κατέφυγε σε μια θεία της, την Σοφία η οποία την περιέθαλψε, την βοήθησε να γεννήση το παιδάκι και μετά το μεγάλωσαν μαζί, γιατί η Αναστασία εργαζόταν στα καπνά, στο Δοξάτο και στα Κύργια. Στενοχωριόταν για την κόρη της Βενέτα που δεν είχε πατέρα. Έλεγε: «Δεν πειράζει, βρε παιδάκι μου, έχεις εμένα, εγώ σε φροντίζω, εγώ και μάνα και πατέρας». Έκανε το παν να μην της λείψη τίποτε. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τ’ αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της.
Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύης και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.
Αγαπούσε πολύ τον Θεό. Ανέφερε την λέξη «Θεός μου», χαιρόταν η ψυχή της και έτρεχαν τα δάκρυά της. Έλεγε: «Αγαπάω τόσο πολύ τον Θεό. Θέλω να πάω στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσω».
Μάζευε δραχμή-δραχμή χρήματα για τα Ιεροσόλυμα. Πρώτα πήγε και προσκύνησε στην Τήνο. Εκεί, όπως έλεγε, είδε ζωντανή την Παναγία και άκουσε μια φωνή που της είπε «να πας στα Ιεροσόλυμα». Πήγε, προσκύνησε στους Αγίους Τόπους και εκεί γνώρισε τον γέροντα Αμφιλόχιο και την μοναχή Ελισάβετ στο Χοζεβά.
Βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη Ποταμό και μετά από πολλή προσευχή και μεγάλη νηστεία έγινε μοναχή μικρόσχημη με το όνομα Άννα. Έκανε υπακοή στον π. Αμφιλόχιο, της έδωσε εντολές και κανόνα για να προετοιμασθή να πάρη αργότερα το μεγάλο Σχήμα.
Όταν επέστρεψε ήταν κατενθουσιασμένη, αν και κατάκοπη από την κούραση και τη νηστεία, δεν μπορούσε να περπατήση. Πήγε ύστερα και έμεινε σ’ ένα μοναστήρι της περιοχής για σαράντα ημέρες. Ήθελε να μείνη για πάντα εκεί, αλλά επειδή ήταν ηλικιωμένη δεν την κράτησαν. Ύστερα έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνη στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχη την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα.
Είχε στρωμένες παλαιές μπαλωμένες κουρελούδες αλλά ολοκάθαρες. Πάνω στο κρεββατάκι της είχε μια βαλιτσούλα που μέσα είχε τα νεκρικά της φορέματα, κεράκια και σάβανο από τα Ιεροσόλυμα. Στον τοίχο πάνω από το κρεββάτι της είχε τα εικονίσματά της και ένα κανδήλι ακοίμητο.
Η γερόντισσα Άννα νήστευε και προσευχόταν νύχτα-μέρα. Ξυπνούσε στις 3 μετά τα μεσάνυχτα. Όταν την ρωτούσε η κόρη της γιατί ξυπνά τη νύχτα απαντούσε: «Δεν μπορώ να κοιμηθώ, παιδί μου. Άγγελος Κυρίου έρχεται και με ξυπνά και συνεχίζω την προσευχή». Αλληλογραφούσε με τον π. Αμφιλόχιο και έστελνε δέματα στην μοναχή Ελισάβετ. Προετοιμαζόταν να πάρη το μεγάλο Σχήμα.
Γι’ αυτό παρήγγειλε μία μοναχική ζώνη από το Άγιον Όρος με τον καθηγητή κ. Ραδή. Εκείνος δεν βρήκε ζώνη και φεύγοντας το ανέφερε σ’ έναν Ηγούμενο. Ο Ηγούμενος έδωσε την δική του που φορούσε. Την έφερε στο σπίτι του και κάποιες φίλες της γυναίκας του της είπαν να την κρατήση αυτή για ευλογία. Την άλλη μέρα ήρθε η αδελφή Άννα και λέει στην κυρία Ραδή:
«Κυρία Έλλη, η ζώνη μου ήρθε. Έβλεπα ένα καντηλάκι που ερχόταν από το Άγιον Όρος και από κάτω ήταν η ζώνη».Εξεπλάγη η κ. Έλλη. Της έδωσε την ζώνη και εκείνη την πήρε με λαχτάρα.
Την πέμπτη φορά που πήγε η γερόντισσα Άννα στα Ιεροσόλυμα, ο γέροντας Αμφιλόχιος, ηγούμενος του Χοζεβά, την έκειρε μεγαλόσχημη μοναχή, το έτος 1972. Από τότε έβλεπαν και ένιωθαν οι γνωστοί της μια ιδιαίτερη χάρη στην γερόντισσα Άννα, αλλά και η ίδια έλεγε: «Στα Ιεροσόλυμα που πήγα κάτι έλαβε η ψυχή μου από τον Θεό μου και δεν μπορώ να κάνω κακό ούτε στον εαυτό μου ούτε σε άλλους. Έχω ευλογία επάνω μου. Δεν νιώθω κούραση ούτε οι νηστείες με εξαντλούν, πετάω». Τα ράσα της μοσχοβολούσαν.
Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη.
Θυμίαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θυμίαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θυμίαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.
Διηγείται η κυρία Έλλη Ραδή-Ταμπουλίδου, στην οποία η γερόντισσα Άννα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός: «Όταν ερχόταν στο σπίτι μου άναβε το θυμιατό και θυμίαζε όλο το σπίτι λέγοντας προσευχές. Με συμβούλευε να το κάνω και εγώ αυτό διότι έτσι δεν μπορεί να με πλησιάση ο διάβολος. Μάλιστα έλεγε να θυμιάζω τα παιδιά και, πριν κοιμηθούν, να σταυρώνω τα παιδιά και τα προσκέφαλά τους. Όταν προσευχόταν, είχε σκυμμένο το κεφάλι και αναστέναζε. Όταν σηκωνόταν τις νύχτες για να προσευχηθή, την άκουγαν τα παιδιά και μου έλεγαν ότι αυτή η γιαγιά όλη τη νύχτα τραγουδάει (ψέλνει, προσεύχεται). Αυτή έψελνε όλη τη νύχτα στον Χριστό, όπως έλεγε, και τα δάκρυά της έβρεχαν το πάτωμα. Ευχόταν για όλους τους ανθρώπους».
Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν.
Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: “Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες”. “Ποιος είσαι”, λέω, “δεν σε γνώρισα”. “Ο άγιος Θεόδωρος είμαι”, λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».
Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: “Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων”» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.
Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια.
Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει. ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».
Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.
Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχη πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι.
Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της αποτομής από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.
Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πααίνομε σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πααίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δυό βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. “Να φθάσω ένα μούρο”; “όχι δεν είναι δικά σ’”, μου είπε “θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ’”. Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».
«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλωσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πώς να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’. Αλλά λέω πού είμαι τώρα, πού να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».
Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακαρία και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Πού με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!
Έλεγε ότι όταν κοινωνούσε ένιωθε τον Κύριό μας μέσα της επί μια εβδομάδα και αισθανόταν τα μέλη της μέλη Χριστού. Μετά που πήγαινε στο σπίτι της κόρης της και έπινε τον καφέ, πρώτα έπινε λίγο νερό για να κατεβή η θεία Κοινωνία. Μετά ξέπλυνε το ποτήρι του καφέ και έριχνε τα νερά στην γλάστρα. Τιμούσε και πρόσεχε πολύ την θεία Κοινωνία.
Στην Εκκλησία πήγαινε από τις 6 η ώρα, πριν από τον παπά. Έλεγε: «Θα πάει ο Χριστός πριν από μας και μεις θα πάμε μετά;». Στο πρόσωπο του κάθε ιερέως έβλεπε τον Χριστό.
Συνήθιζε να πηγαίνη και σε μακρινά εξωκκλήσια, να προσκυνάη και να προσεύχεται. Με τα πόδια πήγαινε αλλά συνήθως κάποιος βρισκόταν και την έπαιρνε στο αυτοκίνητο.
Εργαζόταν για να οικονομήση τα προς το ζην, να σπουδάση την κόρη της και να φροντίση και την μητέρα της. Έπαιρνε την σύνταξη του ΟΓΑ, 15.000 δραχμές και έλεγε: «Βασίλισσα είμαι». Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στην Σήψα. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσά μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες.
»Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα
Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: “Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανερώση ο Θεός τα μυστικά Του”. Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. “Εγώ”, μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, “τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία”.
»Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη.
»Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. “Η τιμή”, είπε, “αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης”.
»Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: “Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα”.
– Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.
»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσά μας , καθόταν δυο-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.
»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετάη μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: “Πάτε να προσκυνήσετε”. Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους και χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσά μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσά μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. “Με σκουντούσαν”, είπε, “με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα”;».
Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπό της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητά της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.
»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.
»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση.
Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.
»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο ναΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: “Πω, πω! τι αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!”. Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποιήση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.
Παρόμοιο περιστατικό μας διηγήθηκε μια κυρία που γνώριζε την Γερόντισσα. Δίπλα από το σπίτι της γερόντισσας Άννας υπήρχε το κτίριο του ΟΤΕ. Κάθε νύχτα άκουγε απ’ εκεί ψαλμωδίες. “Μα τι καλά παλληκάρια είναι αυτά”; διηγόταν στην κυρία. “Όλη μέρα δουλεύουν και κάθε βράδυ αγρυπνία. Μπράβο τους! Ο Θεός να τα ευλογή”. Φυσικά, εννοείται ότι το βράδυ το κτίριο ήταν κυριολεκτικά βυθισμένο στην σιωπή για όλους τους άλλους γείτονες.
»Η γερόντισσα Άννα προσευχόταν αδιαλείπτως. Κάθε φορά που πήγαινα στο κελλί, όποια ώρα και να ήταν πρωί ή βράδυ, την εύρισκα να προσεύχεται, είτε καθιστή είτε όρθια με το κομποσχοίνι της και τα μάτια της πάντα γεμάτα δάκρυα. Έτσι την βρήκα και μια μέρα που πήγα να της πάω το δίσκο για μεσημεριανό φαγητό. Σηκώθηκε όρθια, μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και μου ευχήθηκε στοργικά. Την ρώτησα:
-Γερόντισσα, τι να κάνω όταν μ’ ενοχλούν κακοί λογισμοί;
-Να κάνης κομποσχοίνι. Πιο αργά θα φύγουν αυτά. Πιο αργά όμως.
»Μετά κοίταξε το μέτωπό μου, άστραψε όλη η μορφή της και είπε με χαρά:
-Α! Αυτός ο σταυρός που έχεις στο κάλυμμά σου, και μου σταύρωσε το κεφάλι λέγοντάς μου: “Ο Θεός να σου δώση αυτά που ποθεί η ψυχή σου”.
»Είχε καταλάβει όλες μου τις πνευματικές επιθυμίες.
-Ο Θεός σ’ αγαπάει, μου είπε ξανά. Να τον προσκυνάς τον Χριστό. Ν’ απολαύσης αυτήν την ζωή (την μοναχική). Σε καλό μέρος είσαι εδώ. Ο Θεός σ’ έπλασε για να τον αγαπάς και γεννήθηκες μόνο για Εκείνον, για να Τον αγαπάς. Θα ζήσεις πολλά χρόνια και πολύ μεγάλη θα πεθάνεις.
»Άλλοτε σε μια συζήτηση την ρώτησα:
-Πώς ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό;
-Να τον κλαίτε τον Χριστό. Να σκέφτεστε συνέχεια το πάθος Του. Να κλαίτε. Και αν δεν μπορήτε να κλαίτε, ας πονάη η καρδιά σας· τα δάκρυα θάρθουν μετά και θα είναι και καλύτερα. Είσαι ακόμα μικρή. Να ξεχάσης αυτά που έχεις στον νου σου. Να κοιτάς τον Χριστό στον Σταυρό, Εκείνον που πέθανε για μας, για όλους μας. Και τότε θα έρθει η αγάπη για Εκείνον.
»Μου διηγήθηκε ότι όταν ήταν στα Ιεροσόλυμα, είδε σε όραμα την Παναγία να ψάχνη τον Υιόν της (τον Όποιο είχαν τότε φυλακισμένο) και να ρωτάη μέσα στον πόνο και την αγωνία της τους στρατιώτες και κανείς να μην της απαντάη. Αυτά όλα τα έλεγε μέσα σε λυγμούς και βρισκόταν ακόμη και εκείνη την στιγμή μπροστά ίσως στο ίδιο θέαμα. Τόσο με μαγνήτισε η μορφή της εκείνη την στιγμή που δεν ήθελα να φύγω από κοντά της.
»Άλλη φορά της είπα: “Γερόντισσα, πονώ όταν σκέφτωμαι τον Χριστό”, και μου απάντησε: “Αυτό θα σε σώσει”. Σε ερώτησή μου πώς να γίνω καθαρή, μου απάντησε: “Αυτό θάρθει μετά από χρόνια”. Όταν της είπα ότι έχω κακούς λογισμούς, μου είπε: “Να φέρνης πάντοτε τον Χριστό μπροστά σου και να Τον έχης μέσα στην καρδιά σου. Ζήτα Του να μην χάσης αυτά που έχεις και όλα τα κακά θα φύγουν. Να φωνάζης την Αγία Τριάδα. Ποτέ να μην απομακρύνης τον Χριστό από την σκέψη σου. Εγώ πάντα Τον έχω μέσα μου, Ιησού Χριστό Εσταυρωμένο. Και εσύ να έχης πάντοτε τον Χριστό μπροστά σου και να μην στενοχωριέσαι, γιατί ο διάβολος μας πολεμά όλους”.
»Πολύ την αγάπησα την γερόντισσα Άννα γιατί αγαπούσε με όλο της το είναι τον Χριστό. Ήταν η ζωή της, δεν σκεφτότανε τίποτα άλλο. Ζούσε σε άλλο κόσμο, τον δικό Του κόσμο. Τα μάτια της, αυτά τα ωραία μάτια, πίστευες ότι βλέπανε τα πάντα, ορατά και αόρατα. Είχε μια αγάπη, μια στοργή για όλους, προσευχόταν για όλον τον κόσμο και μνημόνευε τα ονόματα που της έδιναν. Λάτρευε κυριολεκτικά τον Θεό με όλη την ύπαρξή της. Δεν έτρωγε, δεν κοιμότανε, για να τα δώση όλα στην προσευχή. Ζούσε πάμπτωχη. Δεν είχε καμμία άνεση. Το σπίτι της ερείπιο. Δεν την πείραζε και ούτε ποτέ έκανε παράπονο για τίποτα. Δεν ήθελε τίποτα. Η μόνη μέριμνά της ήταν να κρατάη τον Χριστό».
Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».
«Έκανε ο άλλος λάθος, άρρωστος είναι. Η αμαρτία είναι αρρώστια. Να τους λυπώμαστε τους ανθρώπους που κάνουν αμαρτίες».
«Όλοι θα πεθάνουμε, αλλά είναι δύσκολος ο θάνατος».
«Εδώ (σ’ αυτή την ζωή) είναι το βαρύ (δύσκολο). Πώς να ελαφρώσουμε την ψυχή μας. Εκεί πάνω είναι όλα τελειωμένα».
«Ο καθένας να νηστέψη κατά την κράση του, όσο βαστάει (αντέχει) το πνεύμα του. Εκείνα τα πολλά που θα νηστέψουμε δεν μας τα γνωρίζει (λαμβάνει υπ’ όψη του) ο Θεός. Ο Θεός γνωρίζει την ψυχή μας. Με την ελιά ξημερωνόμουνα και, όταν ήταν να κοινωνήσω, και την ελιά βαστούσα (νήστευα). Δεν με έβλαπτε. Η πολλή νηστεία όμως δυσκολεύει την ψυχή και δεν μπορεί να προσευχηθή. Δεν μπορεί να κατεβάση το μυαλό όταν είναι νηστικό, όταν είναι ταλαιπωρημένο, δεν μπορεί ν’ ακούση την ψυχή».
«Να υπηρετής τον εαυτό σου και αυτούς που έχεις στο σπίτι σου. Εγώ και μ’ ένα μπουκάλι νερό περνούσα την μέρα, δεν πάθαινα τίποτα, αλλά το βράδυ έτρωγα κανά κρεμμύδι. Καθάριζα το χωράφι, αλλά να σε πω δεν πάθαινα τίποτε. Με τη νηστεία δεν παθαίνεις τίποτα, αλλά άμα περάση η ηλικία, όλα σε βρίσκουν. Αδυνατούν μέσα τα όργανα και δεν μπορείς. Τώρα έχω σταυρό, αλλά πολεμώ να κάνω τη νηστεία μου. Κρέας δεν τρώω».
«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».
«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».
«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».
«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τάχουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. “Δόξα τω Θεώ”, να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».
«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μεις προσευχώμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πααίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πααίνει στον Χριστό».
«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».
«Την τιμή (σήμερα) που να την βρούμε; Έφυγε, πέταξε, δεν υπάρχει. Η τιμή που είναι στον άνθρωπο στολίδι και στην ζωή του και στον θάνατο. Και που θα πεθάνουμε θα μας ζητήσουν την τιμή μας».
«Καμμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθη και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζώμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρης (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».
Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.
Σε κάποιον νέο προείπε ότι θα περάσει στην σχολή που επιθυμεί, στην αρχή θα δυσκολευτή και μετά θα είναι καλά, όπως και έγινε.
Σε κάποια κυρία που είχε πολλά παιδιά και δεν μπορούσε να τ’ αφήση για να πάη στους Αγίους Τόπους, ενώ το ήθελε πολύ, η Γερόντισσα της προείπε ότι θα εκπληρωθή ο πόθος της και μάλιστα στο σημείο που βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός, θα κλάψει όπως συνέβη.
Στον Αντίγονο Γανιτίδη που την ρώτησε αν θα πρέπει να παντρευτή μία κοπέλλα που την πρότειναν οι δικοί του και που ήταν πολύ της Εκκλησίας, η Γερόντισσα απάντησε: «Όχι, όχι, δεν θα την πάρεις για γυναίκα σου. Εσύ θα πάρεις μια γυναίκα που θα είναι πολύ δεμένη με την μάννα της». Πράγματι έτσι έγινε.
Σε κάποια παντρεμένη που την επισκέφθηκε, της είπε όταν έφευγε ότι θα κάνει αγοράκι. Αυτή δεν κατάλαβε, γιατί δεν ήξερε ότι είναι έγκυος, πράγμα που η Γερόντισσα το είχε δεί πνευματικά.
Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομά του πριν να τον δη. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρή τ’ αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.
Κάποτε την ρώτησε η κυρία Έλλη Ραδή-Ταμπουλίδου: «Γερόντισσα, έχω χοληστερίνη και οι γιατροί μου είπαν να ελαττώσω την τροφή. Δεν είμαι καλά. Από την δίαιτα εξαντλήθηκα, δεν μπορώ να σηκώσω το χέρι μου». Απάντησε η Γερόντισσα: «Δεν τρως, παιδί μου. Η ζωή απ’ το φαΐ έρχεται. Μην ακούς τους γιατρούς. Ν’ αρχίσης να τρως». Μου είπε να γονατίσω στα εικονίσματα, και αυτή προσευχόταν μαζί μου: «…και την Έλλη… να μην αρρωστήση, τι θα κάνει τα έξι παιδάκια της. Πάρε από μένα και δώσε δύναμη σ’ αυτήν». Σηκώθηκε η κυρία Έλλη και ήταν καλά.
Η γερόντισσα Άννα πολλές φορές έλαβε πείρα δαιμόνων αλλά η μακαρία απλότητά της και η ταπείνωσή της σαν θώρακες την προστάτευαν από την κακία του διαβόλου. Την ρώτησε κάποιος: «Σου παρουσιάζονται δαίμονες;». Απάντησε: «Τους στέλνει ο άλλος, αλλά δεν έχουν δικαίωμα νάρθουν κοντά μου. Έχουν τον φόβο».
Διηγήθηκε: «Πήγα να προσευχηθώ και έρχεται ένας και μου δίνει ένα χαστούκι εδώ και βρωμίθησεν (αισθάνθηκα δυσωδία). Σηκώνομαι και σκεύομαι… Μόλις με χτύπησε ήρθε Άγγελος Κυρίου, τον είδα τον Άγγελο Κυρίου, και είπε: “Τι δικαίωμα έχεις και πας σ’ αυτήν; Αυτή στεφάνι φοράει στο κεφάλι της”. Εξαφανίστηκε. Το χαστούκι που με πόνεσε το θυμάμαι».
Την ρώτησε ο Αντίγονος Γανιτίδης από το Δοξάτο Δράμας για τα τελώνια και η Γερόντισσα τον μάλωσε λέγοντάς του ότι είναι μικρός και να μην ασχολήται μ’ αυτά. Και ύστερα του διηγήθηκε: «Κάποιο καλοκαίρι, ήταν βράδυ και καθόμουν σ’ αυτό το καμαράκι. Ήρθαν δύο άσχημοι άντρες (δαίμονες) με κόκκινα μάτια και με χτυπήσανε και με ρίξανε κάτω από το κρεββάτι, αλλά μετά ήρθαν οι δικοί μας (Άγγελοι) και τους έκαναν “με τα κρεμμυδάκια”. Το πρωί με βρήκε ο εγγονός μου κάτω πεσμένη, χτυπημένη και με πήγανε στο Νοσοκομείο Δράμας. Γι’ αυτό σου λέω μην ασχολήσαι με τα τελώνια».
Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».
Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών. Όταν ξεψυχούσε, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της Αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια.
Αιωνία η μνήμη της γερόντισσας Άννας. Να έχουμε την ευχή της. Αμήν.
(Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», 5η διήγηση. Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής)
https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Ο Θεός Θα Σου Πει: Τόσα Χρόνια Και Δεν Έμαθες Το Άλφα Της Χριστιανικής Ζωής;


Άγιος Παΐσιος


Το Α και το Ω της  χριστιανικής ζωής επικεντρώνεται γύρω από μια λέξη έλεγε ο Άγιος Παΐσιος.
Έλεγε ο γέρων Παΐσιος όταν τον ρωτούσαν:
Γέροντα πόσα χρόνια έχεις εσύ στο Άγιο Όρος;
Λέει:
Εγώ ήρθα την ίδια χρονιά που ήρθε το μουλάρι του γείτονα.
Ο γείτονας του ο γερο-Ζήτος είχε ένα μουλάρι και ξέρετε στο Άγιο Όρος κάθε κελί έχει και ένα ζώο, ένα μουλάρι που κουβαλούν τα πράγματα τους.
Ε, το ζώο αυτό ζει πολλά χρόνια δεν αγοράζεις κάθε μέρα μουλάρια, είναι ακριβά.
Λοιπόν, την χρονιά που ήρθα εγώ λέει στο Άγιο Όρος αγόρασε και ο γείτονας το μουλάρι του.
Έχομε τα ίδια χρόνια στο Άγιο Όρος, αλλά το καημένο εκείνο έμεινε μουλάρι και εγώ το ίδιο έμεινα. Δεν άλλαξα.
Λοιπόν λέμε πολλές φορές εγώ έχω σαράντα χρόνια και το λέμε εμείς οι παπάδες και οι καλόγεροι αυτά τα πράγματα.
Έχω σαράντα χρόνια στο μοναστήρι.
Μα τα χρόνια είναι εις βάρος σου.
Ο Θεός θα σου πει:
Σαράντα χρόνια και ακόμα δεν κατάφερες να γίνεις τίποτα;
Έχεις σαράντα χρόνια ακόμα θυμώνεις, ακόμα κατακρίνεις, ακόμα αντιλογείς, ακόμα αντίστασαι, ακόμα δεν υποτάσσεσαι;
Έχεις σαράντα χρόνια και δεν έμαθες το άλφα, το πρώτο πράγμα της μοναχικής ζωής της χριστιανικής ζωής;
Τι να κάμω τα χρόνια σου;
Τι να σε κάμω αν έχεις πενήντα χρόνια με ψωμολογήσε και δεν μπορείς να απαντήσεις στον άλλον με έναν καλό του λόγο.
Τι να κάμω όλα αυτά τα πράγματα. […]
Όλα αυτά λοιπόν τα λέμε τουλάχιστον να ταπεινωνόμαστε. Για να κλείνουμε το στόμα μας .
Όταν κινούνται μέσα μας όλοι εκείνοι οι εγωισμοί και όλα εκείνα τα πράγματα, τα οποία δυστυχώς μας γελοιοποιούν και μας κάνουν να φαινόμαστε ανόητοι ενώπιον του Θεού.
Και εάν ταπεινωθούμε και πάψουμε να έχουμε ιδέα περί του εαυτού μας τότε πράγματι μπορεί σιγά σιγά ο άνθρωπος να αρχίσει να διορθώνει τον εαυτό του μέσα από την μετάνοια, η οποία γεννάται ως καρπός της ταπεινώσεως.
Αυτός που δεν δικαιολογείται μετανοεί. Αυτός που δικαιολογείται ουδέποτε μετανοεί, ουδέποτε δεν θα μάθει τι σημαίνει μετάνοια αυτός ο άνθρωπος που πάντοτε είτε εξωτερικά, είτε εσωτερικά δικαιολογεί τον εαυτόν του.
Για αυτό λοιπόν να εξετάζουμε τους εαυτούς μας. Δοκιμάζετε εαυτούς αδελφοί, λέει ο Απόστολος. Να εξετάζεις τον εαυτό σου εάν η αγάπη του Θεού είναι μέσα σου.
Και όχι τόσο ακόμα εάν αυτό, αλλά τουλάχιστον εάν ζούμε μέσα στο χώρο της μετανοίας, ώστε να θεραπεύσει ο Θεός την ύπαρξη μας. Αυτή η σχέση μας με την εκκλησία να μας θεραπεύσει.
Να γίνουμε άνθρωποι θεραπευμένοι από τα πάθη και την αμαρτία.
Πηγή: “Η θεραπεία από την αρρώστια τού Φαρισαϊσμού”, Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Μητροπολίτη Λεμεσού, Αθανάσιου  
orthodoxia.online – Η Ορθόδοξη ματιά στα γεγονότα
http://www.orthodoxia.online/2018/04/03/%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82-%CE%B8%CE%B1-%CF%83%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CF%8C%CF%83%CE%B1-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%AD%CE%BC/

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

“Στην Ελλάδα μας νοιάζουν περισσότερο τα δικαιώματα του ληστή και του βιαστή, παρά του θύματος”

Του Φαήλου Κρανιδιώτη
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Δημοκρατία”

Το σπίτι μου, το κάστρο μου» λένε οι Αγγλοσάξονες. Και το εννοούν. Στον Καναδά, που έχει πολύ αυστηρή νομοθεσία σε σύγκριση με τις ΗΠΑ για την οπλοφορία και γενικά για την οπλοκατοχή, πριν από μερικά χρόνια ένας σύντεκνος από τα Ζωνιανά, ο Βασίλης Παρασύρης, σκότωσε τα ξημερώματα μέσα στο σπίτι του τέσσερα (!) άτομα από ομάδα της Δίωξης Ναρκωτικών, που είχαν κάνει «ντου» έχοντας κάνει λάθος στη… διεύθυνση. Εσπασαν, δηλαδή, την πόρτα λάθος ανθρώπου και, μέσα στο σκοτάδι και στη σύγχυση, ο Κρητίκαρος τους πέρασε για ληστές και τους έστειλε εις τόπον χλοερόν, εις τόπον αναψύξεως, θεωρώντας ότι υπερασπίζεται τη φαμίλια του και το σπίτι του από συμμορία κακοποιών. Στο δικαστήριο αθωώθηκε.
Στις ΗΠΑ, εάν εισβάλει κάποιος στο σπίτι σου, του ανοίγεις έξτρα κουμπότρυπες κι ο εισαγγελέας στέλνει την υπόθεση στο αρχείο, αφού το αστυνομικό τμήμα σε κεράσει καφέ και σου πάρει μια κατάθεση, ενώ τα ΜΜΕ θα εστιάσουν στη γενναιότητα του πατέρα ή της μάνας που υπερασπίστηκε την οικογένεια και το άσυλό της από κακοποιούς.
Στην Ελλάδα το θεσμικό πλαίσιο είναι κωμικοτραγικό. Οι κακοποιοί βρίσκουν εύκολα όπλα. Πληρώνουν ή τα ανταλλάσσουν με κλοπιμαία, ναρκωτικά και άλλες βρομοδουλειές, και δεν διστάζουν να τα φέρουν πάνω τους και να τα χρησιμοποιούν. Παντού στον κόσμο οι κακοποιοί έχουν ευκολότερη πρόσβαση στα όπλα, διότι απλούστατα είναι… κακοποιοί! Δεν έχουν ηθικές αναστολές και είναι εργαλεία της «δουλειάς». Οπως ο υδραυλικός αγοράζει γαλλικά κλειδιά, βιδολόγους και πένσες, οι ληστές και άλλοι συνάδελφοί τους αγοράζουν κουμπούρια ή μαχαίρια. Οι νόμιμοι πολίτες, αντιθέτως, έχουν ένα πολύ αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο για απόκτηση όπλου για νόμιμη οπλοφορία. Κι αν το χρησιμοποιήσουν, ο εισαγγελέας θα περάσει από το πιο ψιλό κόσκινο τα γεγονότα, με τη δίωξη στην «κωλότσεπη», στη λογική «πήγαινε να τα βρεις στο δικαστήριο» και με το ένα αυτί στην τεχνητή «κοινή γνώμη» συγκεκριμένων μέσων και την «πολιτική ορθότητα». Η παράγραφος 3 του άρθρου 22 του Ποινικού Κώδικα λέει ότι «το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από τον βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης, και από τις λοιπές περιστάσεις».
Αν ο εισβολέας κρατά μαχαίρι ή ρόπαλο μπαίνοντας στο δωμάτιο της κόρης σου κι εσύ του αδειάσεις το δίκαννο έντρομος μέσα στο σκοτάδι και δεν ζυγίσεις με το υποδεκάμετρο όλα αυτά του νόμου, έχεις κονομήσει υπέρβαση των ορίων της άμυνας και καταδίκη.
Η καταστολή του εγκλήματος είναι δουλειά της Αστυνομίας. Η αυτοάμυνα, όμως, είναι δικαίωμα κάθε πολίτη. Οταν ο επίδοξος ληστής ή βιαστής έχει μπει μέσα στο σπίτι σου, είναι δηλαδή στα δύο μέτρα ή πάνω από το κρεβάτι το δικό σου, της γυναίκας σου ή των παιδιών σου, όταν σε απειλεί με το πιστόλι ή το μαχαίρι προτεταμένο, οι αστυνομικοί εκείνη την στιγμή, οι καλύτεροι των καλύτερων, οι πιο εκπαιδευμένοι και οι πιο πρόθυμοι, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Απέχουν κρίσιμο χρόνο και απόσταση.
Ακόμη κι αν έχουν ειδοποιηθεί, μέχρι να φτάσουν θα είναι πολύ αργά. Θα έρθουν για να ψάξουν για γενετικό υλικό και αποτυπώματα, ενώ εσύ ή κάποιο αγαπημένο και αναντικατάστατο πρόσωπό σου θα κείται στο μαρμάρινο τραπέζι του ιατροδικαστή, ανοιγμένο σαν ψάρι για τη νεκροψία. Στην Ελλάδα μάς νοιάζουν περισσότερο τα δικαιώματα του ληστή, του βιαστή παρά του νομοταγούς πολίτη-θύματος. Αυτό πρέπει να αλλάξει.
Το σπίτι του πολίτη είναι το κάστρο του, το άσυλο της οικογένειάς του και όποιος το παραβιάζει και ασκεί βία ή απειλή βίας πρέπει νόμιμα να αντιμετωπίζεται με κάθε μέσο, που δεν θα συνιστά υπέρβαση των ορίων της άμυνας. Εάν μπεις βίαια στο σπίτι μου, αποτελώντας για μένα και την οικογένειά μου απειλή, τότε μπορώ να σε σκοτώσω.
Με αυτό πρέπει να ευθυγραμμιστεί ο νόμος, τροποποιώντας τόσο το άρθρο 22 του Π.Κ. όσο και την οπλοκατοχή, πάντοτε με αυστηρά και εξατομικευμένα κριτήρια. Ο 88χρονος λιμενικός ακολούθησε τη σοφή λαϊκή παροιμία: «Καλύτερα χωροφύλακες παρά παπάδες». Συμφωνώ. Να συμφωνήσει τροποποιούμενος και ο νόμος.
https://infognomonpolitics.blogspot.gr/2018/03/blog-post_562.html?spref=fb

ΑΝ ΜΠΟΥΚΑΡΟΥΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ....

Φωτογραφία του χρήστη Στρατιωτικά Νέα.

https://www.facebook.com/greekarmynews/

Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.



αγίου Μαξίμου του ομολογητού
Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.
Γι’ αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα –γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας-είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.
Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και με­γαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι’ αυτή.
Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι’ αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων·[Μάρκ. 11,13] ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δι­καιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι’ αυτό χάθηκε.
Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31] δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.
Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ’ ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.
Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.
Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.

["ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ", ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α’ – ΝΓ’), ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ]
alopsis


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2018/04/blog-post_2.html#ixzz5BUyKrlff
amethystosbooks.blogspot.gr

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

Αγίου ιωάννου δαμασκηνού,ομιλία στην ξηρανθείσα συκή και στον αμπελώνα


 
Απαρνήσου κάθε αυθάδειαν και αυταρέσκειαν για να υποτάσσεσαι στον νόμον του Θεού, και αυτός θα σε οδηγήση στον λιμένα του θελήματός του. Μη βάλης άλλον νυμφίον στον νυμφικόν θάλαμον της καρδίας σου. Διότι ο νυμφίος σου Χριστός, αν εύρη μέσα κάποιον άλλον, τον ζηλεύει, ο γλυκύτατος, ο μόνος ποθητός, που είναι όλος γλυκασμός, όλος επιθυμία. Μόνον σ’ αυτόν άνοιξε την καρδία σου και βόησέ του: «τετρωμένης καρδίας ειμι εγώ», με εξέβαλε ο πόθος σου από τα λογικά μου, Δέσποτα. Είμαι αιχμάλωτος στον έρωτά σου. Είσελθε στον θάλαμόν σου΄ θα φιλήσω τα ίχνη των ποδών σου. Διότι δεν είμαι άξιος να ειπώ «φίλησόν με από φιλημάτων στόματός σου». Κατοίκησε και περιπάτησε μέσα μου, σύμφωνα με την αψευδή σου επαγγελίαν και κάνε με ναόν του Παναγίου Πνεύματος. Κατακυρίευσε την καρδία μου, Δέσποτα, γίνε συ ο μοναδικός κληρονόμος της και «μονήν παρ’ εμοί ποίησαι, άμα συν τω Πατρί και τω Πνεύματι». Πλάτυνε το μερίδιόν σου μέσα μου, τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος. «Συ γαρ Θεός μου και δοξάζω σε, συν τω ανάρχω σου Πατρί, άμα τω αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ
//amethystosbooks.blogspot.gr

Πώς ο όσιος Παΐσιος ο Μέγας αξιώθηκε να φιλοξενήσει και να πλύνει τα πόδια του Χριστού και ο παρήκοος μαθητής του!



                         Όσιος Παΐσιος ο Μέγας (4ος αι.).                                               Κάποτε, την ώρα που ο όσιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν στο κελλί του, τον επισκέφτηκε ο Χριστός με δύο Αγγέλους -όπως πήγε και στον Πατριάρχη Αβραάμ- και του λέει: Χαίρε Παΐσιε! Σήμερα πρέπει να με φιλοξενήσεις. Και πράγματι, ο όσιος Παΐσιος, κατά μίμηση του Πατριάρχη, τον φιλοξένησε με μεγάλη προθυμία! Αλλά αυτός δεν φρόντιζε να ετοιμάσει φαγητά και ποτά, όπως εκείνος, αλλά φιλοξένησε Τον πανταχού παρόντα με “γνώμην καθαράν”.
Έπειτα, βάζοντας νερό μέσα στον νιπτήρα, ένιψε, ω του θαύματος διά την άκρα συγκατάβαση του Κυρίου, τους άχραντούς Του πόδας!
Και ενώ ο όσιος Παΐσιος Τον φιλοξενούσε με πάσαν επιμέλεια, ο Σωτήρας, έδειχνε σ’ αυτόν την μεγάλην Του αγάπη φιλανθρώπως. Αφού, από αυτά που ταιριάζουν στην φιλοξενία, τίποτε άλλο δεν είναι πιο ευγενές από το να πλύνει κάποιος τα πόδια αυτών που τον επισκέπτονται. Πράγμα, βεβαίως, που ο όσιος Παΐσιος το έπραξε! Και για τον λόγο αυτό, ο Σωτήρας, αφού του είπε: “Ειρήνη σοι τω εκλεκτώ μου θεράποντι”, έγινε άφαντος.
Τότε, ο θείος Παΐσιος φλεγόμενος από Θείο έρωτα, λόγω της συνομιλίας αυτής, και μιμούμενος τον Κλεόπα -δηλαδή έχοντας την καρδιάν του καιομένην- έτσι και αυτός, όπως και εκείνος, έτρεξε ασυγκράτητος προς το νερό, δηλαδή σε κείνο το απόνιμμα, που είχαν πλυθεί τα πόδια του Κυρίου, (το οποίο του άφησε ο Χριστός ως ένα πράγμα μεγάλο και αξιόλογο), και το ήπιε προθύμως και με μεγάλη επιθυμία. Ο όσιος Παΐσιος, όμως, δεν το ήπιε όλο, αλλά άφησε και λίγο για τον μαθητή του, που έλειπε στην Αίγυπτο.
Έτσι όταν αυτός επέστρεψε εξουθενωμένος από την οδοιπορία, ο Όσιος του είπε: Πήγαινε παιδί μου στον νιπτήρα, και για να σβήσεις τη δίψα που έχεις από την κάψα του ήλιου, πιες αυτό που έχει μέσα.
Ο μαθητής του, του είπε πως θα κάνει αυτό που τον πρόσταξε, αλλά μέσα στο μυαλό του σκεφτόταν αντίθετα πράγματα. Έλεγε, λοιπόν, στον εαυτόν του: Εγώ ήλθα μέσα σε τέτοιο καύσωνα, και ο γέροντας αντί να με στείλει στη βρύση να πιω καθαρό και κρύο νερό, με προστάζει αδιάκριτα να πιω το νερό του νιπτήρα, που είναι απόνιμμα;
Αυτά συλλογιζόταν ο μαθητής, ο δε Όσιος του είπε ξανά: Πήγαινε παιδί μου στο νιπτήρα και πιες. Και ο μαθητής είπε πάω. Αλλά δεν πήγε. Και τρίτη φορά του επανέλαβε ο Όσιος να πιει το νερό αυτό, αλλά τελικά αυτός δεν υπάκουσε. Τότε ο Όσιος του είπε: Έλαβες, παιδί μου, την πληρωμή της παρακοής σου! Στερήθηκες τα θεία χαρίσματα!
Όταν ο μαθητής άκουσε αυτά τα λόγια, λυπήθηκε πολύ, και γι’ αυτό έτρεξε στον νιπτήρα, αλλά δεν βρήκε τίποτε. Και είπε στον Γέροντα: Πάτερ, δεν βρίσκω νερό στο νιπτήρα για να πιω. Ο δε θείος Παΐσιος του είπε: Και πώς είναι δυνατόν να βρεις, αφού έκανες τον εαυτό σου ανάξιο; Γιατί η παρακοή διώχνει από τον παρήκοο το χάρισμα, όπως αντιθέτως η υπακοή το φέρνει στον υπάκουο.
Και επειδή ο υποτακτικός ακούγοντας αυτά λυπήθηκε, ρώτησε τον Όσιο να μάθει, τι ήταν αυτό το μεγάλο χάρισμα που στερήθηκε. Και επιπλέον πώς εξαφανίστηκε το νερό από τον νιπτήρα; Τότε, ο Όσιος Παΐσιος του διηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν και συμπλήρωσε κι’ αυτό επίσης: Επειδή φάνηκες παρήκοος και δεν καταδέχτηκες να πιεις εκείνο το νερό, που προστάχτηκες τρεις φορές, για τον λόγο αυτό κατέβηκε από τον ουρανό Άγγελος Κυρίου, και αφού με κάθε ευλάβεια, πήρε το απόνιμμα στα χέρια του, ανέβηκε και πάλιν στον ουρανό.
Συνεχίζεται.
Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο «Νέον Εκλόγιον» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη (εκδόσεις «Αστήρ») και διασκευάστηκε στην καθομιλουμένη.

http://www.pemptousia.gr/2018/03/pos-o-osios-pa%CE%90sios-o-megas-axiothike-na-filoxenisi-ke-na-plini-ta-podia-tou-christou-ke-o-parikoos-mathitis-tou/