Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Τέτοιοι «τρελοί» μας απελευθέρωσαν…



Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος, Κιλκίς
Αφιέρωμα  το παρόν άρθρο. Αφιέρωμα σ’ έναν άγνωστο ήρωα. Σ’ έναν από αυτούς τους χιλιάδες, που όταν το  καλέσει η στιγμή, φανερώνουν την ξεχωριστή ψυχική τους αρματωσιά. Σπαρμένη η ηρωοτόκος ελληνική γη με τα κόκκαλα τα ιερά τέτοιων ανθρώπων. Τέτοιοι αντρειωμένοι, που ο θάνατός τους θάνατος δεν λογιέται, ανάγκασαν τον ποιητή να πει πως όταν θέλουμε να καυχηθούμε, τέτοιους βγάζει το έθνος μας θα λέμε. Για τον ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου ο λόγος, που η προτομή του κοσμεί  και τον λόφο της ένδοξης μάχης του Κιλκίς.
Γόνος πλούσιας οικογένειας, γεννιέται το 1861 στην Κύμη της Ευβοίας. Μεγαλώνει σε μια εποχή που η Ελλάδα εξαρτημένη, ανάπηρη και υποτελής στους ξένους, προσπαθεί να απλωθεί, να μεγαλώσει τα αξιοθρήνητα σύνορά της, τα εδαφικά ψυχία που της παραχώρησαν οι κακουργηματικές Μεγάλες Δυνάμεις. Πνίγεται όμως ο αγωνιστικός δυναμισμός του λαού εξαιτίας των ξενοχειροτονημένων μοναρχιών και των διεφθαρμένων κυβερνήσεων.  Είναι η εποχή που σαβανώνει την πατρίδα το δόγμα «της μικράς, εντίμου» και αξιολύπητης Ελλάδος, το οποίο, μετά την περίοδο 100  ετών, επαναλαμβάνεται γιατί και τώρα μας κυβερνούν τα απολειφάδια του παλαιοκομματισμού και της υποτέλειας. Ο 19ος αιώνας κλείνει με την συμφορά του ψευτοπολέμου του 1897. Από τους ελάχιστους που διακρίνονται στον ατιμωτικό αυτό πόλεμο είναι ο υπολοχαγός, τότε, Βελισσαρίου, που κρατάει την θέση του στα στενά της Μελούνας, όταν ολόκληρη η 2η ταξιαρχία εγκαταλείπει πανικόβλητη το πεδίο της μάχης.
Η συμφορά του ’97 αφυπνίζει όμως την χώρα. Οι Έλληνες αντιλαμβάνονται πως  «καλύτερα να τρέχωσι τον κόσμον με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες-παρά προστάτας να’χωμεν» (Κάλβος). Η πατρίδα πρέπει να ορθοποδήσει με τις δικές της κυρίως δυνάμεις. Έτσι ο στρατός και ο στόλος αναδιοργανώνονται, το θαύμα των Βαλκανικών Πολέμων αχνοφέγγει. Τον Οκτώβριο του 1912 αρχίζει η επική εξόρμηση του έθνους. Στο Σαραντάπορο μαθαίνουν όλη τη «βελισσαρική» ορμή. Χωρίς υποστήριξη πυροβολικού ορμά κατά των Τούρκων, γεγονός που αναγκάζει τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο να τον αποκαλέσει «τρελό» και να του αφαιρέσει για λίγο την διοίκηση του τάγματός του. (Ο Κολοκοτρώνης έλεγε πως «ο κόσμος μας έλεγε τρελούς, όταν ξεκινήσαμε να κάμουμε την Επανάσταση». “Όλα τα είχα προβλέψει, τα είχα σκεφθεί, όλα εκτός από την τρέλα των Ελλήνων», έλεγε και  ο Νικόλαος  Ιβανώφ, αντιστράτηγος, διοικητής της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς, μετά την ήττα του στο Κιλκίς. Κάποιοι «τρελοί» μας απελευθέρωσαν και κάποιοι «γνωστικοί» Γραικύλοι κρατούν την Ελλάδα βυθισμένη στην ανυποληψία  της «ελληνοτουρκικής φιλίας»). Το  άστρο του ήρωα, λάμπει στην μάχη του Μπιζανίου, τον Φεβρουάριο του 1913. Εκεί ακούστηκε για πρώτη φορά το θρυλικό σύνθημα του ελληνικού στρατού «αέρα», αντικαθιστώντας το στρατιωτικό παράγγελμα «εμπρός διά της λόγχης». (Επειδή οι οβίδες του τουρκικού πυροβολικού «έπιαναν αέρα», δεν έβρισκαν στόχο, οι εύζωνοι ειρωνεύονταν αυτό το γεγονός). Εκεί στα Γιάννενα δύο ευζωνικά τάγματα, του  Βελισσαρίου (9ο) και του Ιατρίδη, αναγκάζουν κυριολεκτικά τον Τούρκο διοικητή Εσσάτ πασά να παραδώσει την πόλη. Στο περιοδικό «ΤΟΤΕ», τεύχος 60ο διαβάζουμε: «Στις 3 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου του 1913, ο Βελισσαρίου οδήγησε ο ίδιος την επιτροπή του Εσσάτ στο Γενικό Στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος μόλις τον είδε απόρησε. Οργισμένος του λέει: «-τι θέλεις τέτοια ώρα εδώ; Πού άφησες το τάγμα σου»; Απαντά: «Να σας φέρω τα Γιάννενα». Κι ο Κωνσταντίνος του είπε ειρωνικά, νομίζοντας πως παραφρόνησε: «Με τις μαούνες της λίμνης;». «Όχι, με τα φτερά των ευζώνων μου», απαντά ο Βελισσαρίου. Ο διάδοχος βλέποντας την επιτροπή των Τούρκων, κατάλαβε τι είχε συμβεί. «Αλήθεια Βελισσαρίου θέλεις ράπισμα, αλλά θέλεις και φίλημα, αγαπημένε τρελέ», θα του πει συγκινημένος. Λίγο πριν από τον δεύτερο βαλκανικό, θα συναντήσει ο Βελισσαρίου τον αιχμάλωτο Τούρκο φρούραρχο των Ιωαννίνων Βεχήπ μπέη σε μία έπαυλη στην Κηφισιά. «Μου  έκαμε μεγάλη εντύπωση η γενναιότητά σας», είπε ο Τούρκος στρατηγός σε άψογα ελληνικά. «Θα μπορούσε όμως να είχατε φονευθεί ή και να αιχμαλωτιστεί με το παράτολμο εκείνο εγχείρημά σας, να εισχωρήσετε πίσω από τις γραμμές του τουρκικού στρατού». Απαντά ο ανδρείος αξιωματικός: «Να φονευθώ ναι, αλλά να αιχμαλωτισθώ, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ».
Στην μάχη του Κιλκίς πολεμούν πλάι πλάι οι μονάδες του συνταγματάρχη Ιωάννη Παπακυριαζή και του ταγματάχη Ιωάννη Βελισσαρίου. Οι δύο άντρες είναι συγγενείς, «μπατζανάκια». Μεταξύ τους αμιλλώνται ποιος θα επιδείξει την μεγαλύτερη γενναιότητα. Σημειώνει ο στρατηγός Πάγκαλος στα «απομνημονεύματα» του. «…Ήρξατο τότε σφοδρότατος καταιγισμός πυρός, κατά την διάρκεια του οποίου οι έξι λόχοι του Βελισσαρίου, προχωρούντες ταχέως έφθασαν εις απόστασιν εφόδου από της πρώτης γραμμής των βουλγαρικών ορυγμάτων. Και είδον το αλησμόνητο θέαμα της εφόδου των ευζωνικών λόχων του Βελισσαρίου, οι οποίοι υπό του διοικητού των, όρμησαν ακάθεκτοι και με βροντώδεις αλαλαγμούς επί της πρώτης οφρύος λόφου βουλγαρικών χαρακωμάτων…Ο αγών υπήρξεν μεγαλειώδης. Οι Βούλγαροι ανετράπησαν ή εξοντώθηκαν διά της λόγχης. Αυτό ήτο το μεγαλύτερον κατόρθωμα του Βελισσαρίου και με δικαίαν υπερηφάνειαν εφώναξεν εις τον λοχαγόν Ζήραν, άλλον γενναίον, ο οποίος υπηρετούσεν εις το σύνταγμα του Παπακυριαζή, του μπατζανάκη του Βελισσαρίου.
-Βρε Ζήρα, που είναι ο διοικητής σου να δει; Σκοτώθηκε, απαντά ο Ζήρας. Είχε πέσει προ ολίγου μόλις, μαχόμενος με τον ίδιον απαράμιλλον τρόπον. Και τότε, το πρόσωπον του Βελισσαρίου εμαύρισε από το πένθος. Έβγαλε το πηλίκιόν του, έκαμε το σταυρό του και ετράβηξε μπροστά…».
Λίγες ημέρες αργότερα στην μάχη της Άνω Τζουμαγιάς, στο ύψωμα 1378, σκοτώνεται, πολεμώντας μπροστά και ο Βελισσαρίου. Ήταν 13 Ιουλίου 1913. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατό του, αντί για συλλυπητήρια, τηλεγραφεί στην οικογένειά του:
«Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων».
Ο Σπύρος Μελάς, στο βιβλίο του «οι πόλεμοι 1912 -13», περιγραφεί το τέλος του ήρωα (σελ. 511-512).
«Έτσι, αυτή την ιστορική μέρα, βρέθηκαν αντιμέτωποι και από τα δύο μέρη οι πιο διαλεχτοί άντρες, Βούλγαροι και Έλληνες. Οι άντρες της βασιλικής φρουράς του Φερδινάνδου, μεγαλόσωμοι όλοι και ψυχωμένοι, πολέμησαν με παλληκαριά και πείσμα. Κι απέναντι τους είχανε τους αθάνατους ευζώνους, τους ημίθεους του «πρώτου-τριακοστού όγδοου» συντάγματος. Ο αγώνας ήταν τόσο λυσσασμένος και συχνά σώμα με σώμα, ώστε πολλοί από τη μια μεριά και από την άλλη πέφτανε τρυπημένοι με τη λόγχη, αρκετοί Βούλγαροι σκοτώθηκαν με πέτρες στο κεφάλι… γιατί, κάποια στιγμή, τα πυρομαχικά λείψανε από τους ευζώνους και τότε ο Βελισσαρίου που ήτανε όπως πάντα στη γραμμή της φωτιάς τους φώναξε:
-Χτυπάτε τους με τις πέτρες μωρέ! Κι αυτές σκοτώνουν. Αλλά μια οβίδα έσκασε κοντά τους, ένα μεγάλο θραύσμα τον  βρήκε κατάστηθα και ο εθνικός ήρωας, ο πορθητής του Μπιζανίου, απόμεινε στον τόπο. Στην επική αυτή σύγκρουση έπεσε σε λίγο, και ο ταγματάρχης Κολοκοτρώνης, άξιο βλαστάρι της δοξασμένης γενιάς του Γέρου του Μοριά, κοντά σ’ αυτή χάθηκαν και ένα σωρό αξιωματικοί και άντρες του ηρωικού συντάγματος. Οι πλαγιές κι οι ρεματιές είχανε γεμίσει πτώματα Ελλήνων και Βουλγάρων ανακατωμένα…»
(Εκείνα  τα χρόνια «οι άνθρωποι ζούσαν για ένα έπαινο και πέθαιναν για ένα τραγούδι» έλεγε ο Καρκαβίτσας. Ήταν φιλότιμοι. Ελπίζουμε, πως όταν ανθίσουνε και πάλι τούτοι οι τόποι, και ‘ρθούνε καινούργιοι άνθρωποι που θα συνοδεύσουν την μνημονιακή βλακεία στην τελευταία της κατοικία, να ξαναμπούν αυτά τα κείμενα  στην τυμπανιαίας,σήμερα, αποφοράς εκπαίδευση, για να ανασάνουμε κι εμείς και οι μαθητές μας).
Αυτά τα λίγα μνημόσυνα λόγια για έναν ήρωα, που θυσίασε την ζωή του, για να ελευθερώσει την Πατρίδα μας. Απλά λόγια για επίλογο, γιατί ο ηρωισμός δεν περιγράφεται με μεγαλοστομίες. Όπως απλά το είπε και ο εθνικό μας ποιητής: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά»…
olympia 

ΣΧΟΛΙΟ  Η υπερηφάνεια δέν αφήνει τήν ψυχή νά ενσαρκωθεί, νά ενωθεί μέ ΄το σώμα της. Κάι τό αφήνει πεινασμένο καί δυστυχισμένο. Αδύναμο. Η ψυχή έχει τήν δύναμη. Η ενότης ψυχής καί σώματος σημαίνει πώς η ψυχή φυτεύεται, κατεβαίνει στό σώμα, φωλιάζει στήν καρδιά καί κενούται, δίνει τήν δύναμή της στό σώμα τό οποίο δέν πάσχει πλέον από τήν αδυναμία τής απουσίας.
Αμέθυστος

Οι προσωπικές φωτογραφίες του Χίτλερ που ζήτησε να καταστραφούν [εικόνες]



Στην δημοσιότητα έφερε ξανά η Huffington Post μια σειρά από φωτογραφίες του Χίτλερ από το 1925, την εποχή που είχε βγει από την φυλακή, που εκείνος είχε δώσει διαταγή να καταστραφούν. Το γιατί είναι φανερό.
Σύμφωνα με το δημοσιεύμα το συγκεκριμένο σετ φωτογραφιών τραβήχτηκε από τον Χέινριχ Χόφμαν το 1925, την εποχή που ο Χίτλερ έγραφε την αυτοβιογραφία του.
Και τον δείχνουν να κάνει πρόβα τις κινήσεις του, την ίδια ώρα που άκουγε μια ηχογράφηση μιας ομιλίας του.
Μόλις ο Αδόλφος τις είδε, ζήτησε από το φωτογράφο να καταστρέψει τα αρνητικά. Εκείνος δεν τον υπάκουσε αλλά προτίμησε να τις κρατήσει και να τις δημοσιεύσει το 1955 μαζί με τις αναμνήσεις του από την εποχή με τίτλο Hitler Was My Friend.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ANIMUS (5)


Συνέχεια από Τρίτη 9 Ιουλίου 2013
Barbara Hannah

5. Ο ANIMUS ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΖΩΗ(συνέχεια)

Υπάρχουν ακόμη μερικά γεγονότα που θα πρέπει να αναφέρουμε από το δεύτερο μέρος του κειμένου. Εκεί μαθαίνουμε, ότι, αν και της διάβασαν τους εξορκισμούς αμέσως, η απελευθέρωσή της χρειάστηκε δύο χρόνια για να έρθη, και απαίτησε τρομακτικές προσπάθειες εκ μέρους των ιερέων που διάβαζαν τους εξορκισμούς, ιδιαίτερα του ίδιου του αρχιεπισκόπου, καθώς και μερικών από τις αδελφές που τους βοήθησαν στο έργο τους. Η στάση της ίδιας της Jeanne ποίκιλλε: κάποιο όραμα της Μαρίας της Μαγδαληνής – που κατά ενδιαφέροντα τρόπο εμφανίσθηκε για πρώτη φορά όταν έπεσε στα πόδια τους αρχιεπισκόπου – μπορούσε να δυναμώσει την θέλησή της να ελευθερωθή, αλλά τα πνεύματα είχαν ακόμη αρκετή δύναμη επάνω της, και, ως επί το πλείστον, έδειχνε πολύ μεγάλο πείσμα και αντίσταση. Τα πνεύματά της συνέχισαν να την συμβουλεύουν να αυτοκτονήση, ή, με την γλώσσα της εποχής, την έκαναν να χτυπιέται γύρω στο δωμάτιο ή ακόμη την έσπρωχναν να πέση από το παράθυρο. Ήταν πάντοτε γεμάτη τραύματα, και η υγεία της υπέφερε τόσο σοβαρά, που σε μια περίπτωση ο γιατρός είπε ότι δεν θα μπορούσε να αναρρώση. Άλλες φορές, η λογική της την εγκατέλειπε, και γινόταν πραγματικά έξω φρενών. Την πήγαν σε όλα τα ιερά λείψανα που βρίσκονταν σε σχετικά κοντινή απόσταση, την έλουσαν με αγιασμένο νερό, και συνέχεια της διάβαζαν εξορκισμούς. Σιγά-σιγά τα πονηρά πνεύματα αισθάνθηκαν την επίδραση αυτής της μεταχείρισης και αναχώρησαν όλα εκτός από ένα που ήταν η αρχική μορφή του πατέρα της. Της είπε ότι δεν είχε σκοπό να την εγκαταλείψη, και ότι είχε κάνει τα πάντα γι’ αυτήν, την είχε κάνει πνευματώδη, έξυπνη, και τα λοιπά, και ότι αν την άφηνε θα γυρνούσε στην κατάσταση ενός παιδιού τεσσάρων ετών, ηλικία στην οποία της εμφανίσθηκε για πρώτη φορά και την κατέλαβε. Και αυτή επίσης ήταν εξαιρετικά απρόθυμη να τον αποχωρισθή, και έπεφτε στα πόδια των εξορκιστών, παρακαλώντας τους να της αφήσουν αυτό το ένα πνεύμα. Όταν της το αρνήθηκαν αυτή φώναξε: «Ώ, τί πικρός χωρισμός», και βρέθηκε σε τέλεια απόγνωση. Συγκατατέθηκε μόνο όταν ο κύριος εξορκιστής της υποσχέθηκε ότι θα είναι ο πατέρας της, και ο αρχιεπίσκοπος ότι θα είναι ο παππούς της.
Όταν και αυτό το τελευταίο πνεύμα την άφησε, έπεσε εξαντλημένη, ένα απλό, φυσικό παιδί που μπορούσε μόνο να πη: «Πατέρας, σπίτι, και ωραία Μαρία». Χρειάσθηκε ο αρχιεπίσκοπος να ευλογήση επανειλημμένα την γλώσσα της για να ελευθερωθή, όπως και τα άλλα μέλη του σώματός της, και ακόμη και τότε έπρεπε να εκπαιδευθή και πάλι, ακριβώς σαν ένα παιδί. Διατάχθηκε ένας χρόνος μετανοίας, κατά τον οποίο τα πνεύματα συνεχώς επέστρεφαν και προσπαθούσαν να την ξανακυριεύσουν. Η Μαρία η Μαγδαληνή επίσης εμφανίσθηκε μερικές φορές, και πάντοτε την ενίσχυε. Παρ’ όλα αυτά ηJeanne ξανακυλούσε συνεχώς, και κάποτε ο αρχιεπίσκοπος είχε μια τόσο βίαιη επίθεση από τα πνεύματα, ώστε, όπως διαβάζουμε, μόλις που μπόρεσε να υπερασπίση τον εαυτό του και να ξεφύγη ζωντανός.
Η τελική σκηνή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα από την δική μας οπτική γωνία. Η Jeanne κάλεσε όλους τους ιερείς και της αδελφές που την είχαν βοηθήσει να μαζευτούν γύρω της, και – με την παρουσία της προστάτιδας αγίας της Μαρίας Μαγδαληνής – άρχισε μια τελευταία μάχη με τα πνεύματα. Είχε μια μακριά συζήτηση μαζί τους  η  ί δ ι α. (Αυτή είναι η μόνη περίπτωση που έχω συναντήσει ως τώρα, όπου ο πάσχων παίρνει ο ίδιος μέρος στην συζήτηση. Τέτοιες συζητήσεις συναντώνται συχνά στα βιβλία, αλλά είναι συνήθως ο εξορκιστής που μιλάει στα πνεύματα). Κατά την διάρκεια αυτής της συζήτησης – η οποία δυστυχώς δεν καταγράφεται με λεπτομέρειες – ξεφώνισε με αγωνία μερικές φορές, λέγοντας πως τα πνεύματα την βασάνιζαν ανυπόφορα, και επίσης ζήτησε την βοήθεια όλων όσοι ήταν παρόντες. Αυτοί προσεύχονταν γι’ αυτήν ασταμάτητα, και στο τέλος, αν και ήταν εντελώς εξαντλημένη, βγήκε από την μάχη, όπως λένε, θεραπευμένη και νικήτρια. Λίγο καιρό αργότερα της εμφανίσθηκε για μια ακόμη φορά η Μαρία Μαγδαληνή, και την διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπήρχε επιστροφή των πνευμάτων.
Ίσως ο αναγνώστης ένοιωσε έκπληξη ερχόμενος σε επαφή με ένα τόσο εξωπραγματικό υλικό σε ένα σύγγραμμα που ισχυρίζεται ότι ασχολείται με την καθημερινή μας επαφή με τον animus. Αλλά οι άνθρωποι του 16ου αιώνα είχαν ακόμη μια απλοϊκή στάση απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα, πράγμα που τους έδινε την δυνατότητα να περιγράφουν τις εμπειρίες τους με πολύ πιο γραφικό και απλό τρόπο από ότι θα μπορούσαν ποτέ να επιτρέψουν οι δικές μας λογικές προκαταλήψεις. Αυτή είναι οπωσδήποτε μια ακραία περίπτωση – οριακή, όπως θα την ονομάζαμε σήμερα, – και επί πλέον περιγράφεται από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία από αυτήν της σύγχρονης ψυχολογίας. Αλλά  τ α  κ ύ ρ ι α  σ τ ο ι χ ε ί α  π ο υ  α φ ο ρ ο ύ ν  τ η ν     φ ύ σ η τ ο υ  a n i m u s  σ υ μ φ ω ν ο ύ ν  σ ε  ό λ α  τ α  ο υ σ ι ώ δ η  σ η μ ε ί α  μ ε  τ α  σ τ ο ι χ ε ί α,  ό π ω ς  τ α  σ υ ν α ν τ ά μ ε  σ τ η ν  Γ ι ο υ γ κ ι α ν ή    ψ υ χ ο λ ο γ ί α  σ ή μ ε ρ α.   
Επειδή σε αυτό το υλικό αναφέρονται πολλά πράγματα που συνορεύουν με το ονομαζόμενο υπερφυσικό στοιχείο, θα ήθελα να αναφέρω ένα μικρό χωρίο από το βιβλίο «Ψυχολογία και Θρησκεία»,(Σημ.: Yale University Press, 1938 «Άπαντα, τόμος 11) όπου ο Jung δηλώνει καθαρά την άποψη της ψυχολογίας του απέναντι σε τέτοιου είδους υλικό. Λέει:
«Αυτή η άποψη είναι αποκλειστικά φαινομενολογική, δηλαδή αφορά περιστάσεις, συμβάντα, εμπειρίες, με μια λέξη γεγονότα. Η αλήθεια αυτής της άποψης είναι ένα γεγονός, και όχι μια κρίση. Μιλώντας, για παράδειγμα, για το μοτίβο της παρθενικής γέννησης, η ψυχολογία ενδιαφέρεται μόνο για το γεγονός ότι υπάρχει μια τέτοια ιδέα, αλλά δεν την απασχολεί το ερώτημα εάν μια τέτοια ιδέα είναι αληθινή ή ψεύτική με οποιαδήποτε άλλη έννοια. Είναι αληθινή από ψυχολογική πλευρά στον βαθμό που υπάρχει. Η ψυχολογική ύπαρξη είναι υποκειμενική, στον βαθμό που μια ιδέα εμφανίζεται σε ένα μόνο άτομο. Αλλά γίνεται αντικειμενική στον βαθμό που καθιερώνεται από μια κοινωνία – από ένα  c o n s e n s u s  g e n t i u m (διανθρώπινη συμφωνία).»
Δεν υπάρχει αμφιβολία από τον αριθμό των μαρτύρων, με την παρουσία των οποίων υπογράφηκε αυτό το έγγραφο, ότι η αναφορά έχει την σφραγίδα της καθιέρωσης και της διανθρώπινης συμφωνίας. Επί πλέον, αυτή είναι μόνο μία από τις εκατοντάδες, ή ακόμη και χιλιάδες παρόμοιες αναφορές. Επομένως, εδώ μας ενδιαφέρει το γεγονός ότι η «κοινή γνώμη» ήταν πεπεισμένη για την πραγματικότητα αυτών των φαινομένων, και όχι το ερώτημα εάν τα υπερφυσικά γεγονότα σε αυτήν την υπόθεση συνέβησαν ή όχι.
Μου φαίνεται πως οι εμπειρίες της Jeanne με τα πνεύματά της μας δίνουν μια ασυνήθιστα σαφή εικόνα του πώς ο animus μπορεί να κυριεύση μια γυναίκα και να την τυλίξη, απομακρύνοντάς την από τον κόσμο, μέσα σε ένα κουκούλι από φανταστικές ιδέες και γνώμες. Αλλά, επειδή αντιπροσωπεύει τον ασυνείδητο νου της, μπορεί να την κάνη πολύ έξυπνη, ακόμη και πνευματώδη, έτσι ώστε να μπορή να  ε ν τ υ π ω σ ι ά ζ η  το περιβάλλον της, παρόλο που δεν μπορεί να  σ χ ε τ ι σ θ ή  με αυτό. Κανένας δεν είχε προσέξει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την Jeanne, μέχρι που το σημάδι με τον άγιο Άρτο την έρριξε σε μια βίαιη σύγκρουση. Είναι πολύ δύσκολο σε εμάς να καταλάβουμε τον βαθμό στον οποίο οι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση κατοχής, και ότι ένα κορίτσι σαν την Jeanne θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγη της προσοχή μας, επειδή δεν θα φαινόταν πολύ διαφορετική από πολλές άλλες γυναίκες!
Φυσικά, μόλις η κατοχή έχει μια επίδραση στο περιβάλλον που ξεπερνάει έναν ορισμένο βαθμό, όπως έγινε με τον Χίτλερ, για παράδειγμα, είναι φανερό σε όλους ποιος στέκεται έξω από τον μαγεμένο κύκλο. Όπως λέει ο Jung στο βιβλίο: «Wotan»:)(Σημ.: «Άρθρα επάνω σε σύγχρονα γεγονότα» (Kegan Paul, 1947, σ. 8. Tο «Wotan» τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1936). «Ένας άνθρωπος, που προφανώς βρίσκεται σε κατάσταση “κατοχής”, έχει μολύνει ολόκληρο τον λαό σε τέτοιο βαθμό, ώστε όλα έχουν τεθεί σε κίνηση και έχουν αρχίσει να κυλούν, και έτσι αναπόφευκτα ξεκινάει μια επικίνδυνη πορεία». Αυτά τα λόγια γράφτηκαν το 1936, και επιβεβαιώθηκαν με το παραπάνω από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Αλλά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν να συμβή «σε μια πολιτισμένη χώρα, που υποτίθεται ότι είχε βγή εδώ και πολύ καιρό από τον Μεσαίωνα» (Αυτόθι, σ. 2) είναι ένα σύμπτωμα της σύγχρονης διανοητικής μας κατάστασης, πράγμα που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Το να μεταφέρουμε την κατηγορία «στην άλλη όχθη του ποταμού» είναι κάτι παραπάνω από ανώφελο, επειδή με  μια τέτοια διαδικασία θα χάναμε κάθε ευκαιρία να κάνουμε κάτι σχετικά με αυτό οι ίδιοι, ενθαρρύνοντας το όλο πρόβλημα να παραμείνη σε κατάσταση προβολής.
Πολλές γυναίκες θα μπορούσαν να βρουν παράλληλα στοιχεία με την παιδική εμπειρία τηςJeanne με τα πνεύματα, εάν κοίταζαν πίσω προσεκτικά στην παιδική τους ηλικία. Και σήμερα μερικά παιδιά διαφεύγουν – όταν ο εξωτερικός κόσμος μας φαίνεται κρύος και ασυμπάθιστος – σε έναν φανταστικό κόσμο, που έχει για κατοίκους τα αντίστοιχα με τα πνεύματα της Jeanne. Αυτό φαίνεται πολλές φορές αθώο, και ακόμη μπορεί να φέρη έναν θαυμάσιο καρπό στα μεταγενέστερα χρόνια, εάν αυτός ο εσωτερικός κόσμος μπη στα πλαίσια μιας σκληρής δημιουργικής εργασίας, όπως έγινε στην περίπτωση των αδελφών Brontë. Αλλά όταν παραμένουμε για πολύ βυθισμένοι σε αυτόν, ή τον χρησιμοποιούμε απλώς σαν μια διαφυγή από τα πλήγματα και τις απογοητεύσεις της εξωτερικής ζωής, αποκόβει τους ανθρώπους – ήδη από την παιδική τους ηλικία – από την σχέση με το περιβάλλον τους, και προσελκύει έναν αρνητικόanimus, όμοιο με τα πνεύματα της Jeanne, όσο εξωπραγματική και αν φαίνεται αυτή η γλώσσα στον τωρινό μας λογικό τρόπο σκέψης. Ίσως προσεγγίσουμε περισσότερο στην κατανόησή του, αν θυμηθούμε ότι ο animus είναι ο  α σ υ ν ε ί δ η τ ο ς  ν ο υ ς  μας, και ότι πολλές φορές οι τρόποι με τους οποίος εκδηλώνεται είναι σκέψεις ή γνώμες. Εκδικητικές σκέψεις, το συναίσθημα ότι μας παρεξηγούν ή μας υποτιμούν, σκέψεις ζήλειας, το «περίμενε να μου δοθή μια ευκαιρία και θα τους δείξω», όλες αυτές οι στάσεις είναι εκδηλώσεις της αρνητικής πλευράς του ασυνείδητου νου μας, ο οποίος καραδοκεί έτοιμος να μας επιτεθή σήμερα, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε την εποχή τηςJeanne Fery.
H Jeanne, είναι αλήθεια, προφανώς είχε ασυνήθιστα λίγες ρίζες στον εξωτερικό κόσμο. Το αρνητικό πατρικό της σύμπλεγμα δεν φαίνεται να αντισταθμιζόταν από την μητέρα της, επειδή το μόνο που μαθαίνουμε για την τελευταία είναι ότι γρήγορα την έστειλε μακριά σε μεγάλη απόσταση. Επί πλέον, είναι φανερό ότι δεν ενδιαφέρθηκε να δη κατά πόσο φροντίζουν το κορίτσι, επειδή η Jeanneμας λέει ότι είχε αφεθή σχεδόν εντελώς μόνη της ενώ ζούσε με τον ράφτη.
Από την αρχή κιόλας έχουμε έναν υπαινιγμό όσον αφορά το γιατί ο animus της Jeanne έγινε τόσο ολοκληρωτικά διαβολικός. Δέχθηκε την προσφορά του νεαρού να γίνη ο πατέρας της, επειδή της έδωσε άσπρο ψωμί και μήλα. (Υπάρχουν πολλές αναφορές στην τροφή μέσα στην διήγησή της, έτσι είναι φανερό ότι ήταν ιδιαίτερα λαίμαργη, πράγμα που δεν είναι παράξενο αν σκεφθούμε πόσο λίγη αγάπη φαίνεται να πήρε σαν παιδί). Σε μια συζήτηση κάποτε στην Ascona, ο καθηγητής Jung παρατήρησε ότι ο animus από μόνος του δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός, αλλά είναι μια εντελώς δυαδική μορφή. Γίνεται καταχθόνιος μόνο όταν αγκιστρώνεται σε εγωϊστικές απαιτήσεις μέσα στον άνθρωπο. Επομένως ήταν αρχικά η λαιμαργία της Jeanne, και έπειτα η επιθυμία της να είναι πνευματώδης και έξυπνη, να  θ α μ π ώ ν η  τους άλλους με τα χαρίσματά της, που έφεραν την κρυστάλλωση της καταχθόνιας πλευράς του animus της. Η δεύτερη μορφή την κατέλαβε επειδή δεν ήθελε να υποφέρη, την δωροδοκούσε για να τον αποδεχθή με το να την εμποδίζη να αισθάνεται τα χτυπήματα όταν την έδερναν.
Είναι ενδιαφέρον ότι αυτές οι παιδικές της ελλείψεις δεν θα την είχαν δέσει εάν δεν επικυρώνονταν όταν μεγάλωσε. Όπως προσπάθησα να δείξω στο σύγγραμμά μου με τον τίτλο «Το πρόβλημα των γυναικείων αγρών στον Αμπελώνα του Κακού» (Guild LectureNo 51.), έρχονται περιοδικά στιγμές οπότε έχουμε την ευκαιρία να αλλάξουμε την πορεία μας, να δούμε τί κάνει ο animus. Αυτή η επικύρωση θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει μια τέτοια στιγμή: Η Jeanne προφανώς ήξερε ήδη τότε ότι έκανε κάτι κακό, επειδή μαθαίνουμε πως αντιστάθηκε για λίγο χρονικό διάστημα. Αλλά η παλιά της λαιμαργία και η απροθυμία της να υπομείνη τον πόνο υπερίσχυσαν, και έτσι συγκατατέθηκε σε όλα. Έχει ενδιαφέρον το ότι αυτό ακολουθήθηκε άμεσα από την εμφάνιση ενός πλήθους πνευμάτων («το όνομά του είναι λεγεών»). Με άλλα λόγια: είχε επικυρώσει την συμφωνία της και είχε προσφέρει πάλι εγωιστικές αγκιστρώσεις, και έτσι έβαλε την σφραγίδα για την συνέχιση της καταχθόνιας λειτουργίας του animusτης.
Σε μικρότερο βαθμό, μπορούμε να παρατηρήσουμε την ίδια διαδικασία στον εαυτό μας, κάθε φορά που υποχωρούμε σε μια γνώμη του animus, γιατί αμέσως ακολουθείται από μια αλυσίδα από άλλες γνώμες. Για να επιστρέψουμε για μια στιγμή στο προηγούμενο παράδειγμά μας του να διαθέσουμε μια ώρα με τον ψυχαναλυτή στις γνώμες του animus: Εάν δεν συγκεντρωθούμε και δεν δούμε τί έχουμε κάνει, μια ολόκληρη αλυσίδα από αντιστάσεις και γνώμες (ένα πλήθος από πνεύματα) θα ακολουθήσουν αυτόματα και – όπως είδαμε – θα ταυτισθούμε την ίδια στιγμή με την ζωώδη σκιά μας, δηλαδή θα έρθουμε σε κατάσταση τέλειας ασυνειδητότητας και κατοχής από τον animus, όπως η ίδια η Jeanne.
Είναι διαφωτιστικό ότι η Jeanne, για να διατηρήση την πνευματώδη γλώσσα της, έπρεπε να δώση την μνήμη, την λογική και την θέλησή της, σαν κατοικία το κάθε ένα ενός διαφορετικού πνεύματος. Οποιοσδήποτε αναγνώστης που έχει κάποια πρακτική εμπειρία στο πεδίο της ψυχανάλυσης, όποια και αν είναι αυτή, θα αναγνωρίση αυτόν τον μηχανισμό. Σε μερικές περιπτώσεις, φαίνεται πραγματικά σαν να διαστρέφεται ότι λέγεται,  π ρ ι ν φθάσει στην συνείδηση του ασθενούς. Αυτός ο μηχανισμός φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά όσον αφορά την μνήμη. Πολλές φορές κανείς έχει την αίσθηση ότι κάποιος μικρός δαίμονας βρίσκεται συνεχώς σε δουλειά, παίρνοντας ό,τι είναι σπουδαίο και αντικαθιστώντας το με άσχετες και ανόητες γνώμες. Η γλώσσα εκείνου του καιρού μου φαίνεται ιδιαίτερα ταιριαστή με αυτήν την άποψη.
Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι η απληστία της Jeanneείναι συγχρόνως και η πτώση της, και το πρώτο βήμα για την θεραπεία της. Αρχίζει να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να έχη και τον Χριστό  α κ ρ ι β ώ ς  ό π ω ς  τους άλλους θεούς της, και ζητάει γι’ αυτό ένα σημάδι. Το σημάδι όμως, επειδή έρχεται από το αντίθετο άκρο, την ρίχνει σε μια ανυπόφορη σύγκρουση, με όλα όσα είχε προσπαθήσει να αποφύγη. Τα πνεύματα τότε συμπεριφέρονται με ένα τρόπο που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικός για τον animus: εγκαταλείπουν ότι είχαν πει πριν και την κατηγορούν ότι αρνήθηκε τον αληθινό θεό. Εδώ βλέπουμε πόσο έξυπνα ο animus μπορεί να γυρίση τα πράγματα εάν αυτό τον βολεύει, και πώς μπορεί να μειώση μια γυναίκα σε μια απελπιστική κατάσταση κατωτερότητας. Μια τέτοια ανεύθυνη κατηγορία της γυναίκας για ο,τιδήποτε συμβαίνει – ιδιαίτερα για ότι έχει κάνει ο ίδιος – είναι πραγματικά το διακριτικό γνώρισμα του animusστην αρνητική του όψη.
Μου φαίνεται πως το περισσότερο διαφωτιστικό, και οπωσδήποτε το πιο ενθαρρυντικό γεγονός στην όλη υπόθεση είναι η μεσολάβηση της Μαρίας της Μαγδαληνής (Σημ.: Μια λεπτομέρεια, που έχει παραληφθή από τον Görres). Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, δηλαδή, ότι την στιγμή ακριβώς που ηJeanne έπεσε στα πόδια του Αρχιεπισκόπου, η Μαρία Μαγδαληνή εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε όραμα, γεγονός που μας θυμίζει την Μαρία την ίδια που πλένει τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της και τα αλείφει με το πολύτιμο μύρο (Λουκάς 7,38). Αυτό μας δείχνει ότι ήταν η μεταβίβαση που έκανε ηJeanne στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου που για πρώτη φορά απελευθέρωσε θετικές και θεραπευτικές δυνάμεις μέσα στην ψυχή της.
Ένα άλλο σημείο που παραλείπει ο Görres, το οποίο επίσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα μας, είναι ότι η αυτοβιογραφική διήγηση της Jeanneλέγεται ότι υπαγορεύθηκε από την Μαρία Μαγδαληνή την μεγάλη αμαρτωλή, και αυτήν που «πολύ ηγάπησε», και ότι γράφτηκε όλη «μονορούφι», (αυτό που θα λέγαμε αυτόματη γραφή),. Η Jeanne πρέπει να φθάση στην τέλεια απόγνωση, να δη τον εαυτό της σαν τον Ιούδα Ισκαριώτη, και να προσπαθήση να βγάλη την λογική συνέπεια  π ρ ι ν  αυτή η μορφή κρυσταλλωθή. Σε ψυχολογική γλώσσα, αυτή η μορφή θα ήταν ένα σύμβολο του Ταυτού. Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει κάποια σκιά στο υλικό μας: η Jeanne ζούσε, για να το πούμε έτσι, στο επίπεδο της σκιάς η ίδια, έτσι, όπως και έχη το πράγμα, ήταν οι καλύτερες ιδιότητές της που καταπιέζονταν. Επί πλέον, στα πρώτα στάδια μιας ψυχανάλυσης, για παράδειγμα, οι μορφές της σκιάς και του Ταυτού συχνά εμφανίζονται σε μια μορφή.
Η Μαρία Μαγδαληνή ταιριάζει σε αυτόν τον ρόλο τέλια. Κατ’ αρχήν αντιπροσωπεύει αυτήν που αμάρτησε και μετανόησε, ή, σε ψυχολογική γλώσσα, αποδέχθηκε την ευθύνη για την σκοτεινή πλευρά της. Επομένως η επέμβασή της δείχνει ότι η Jeanneδεν μπορεί να βρη κάποια εύκολη διέξοδο: πρέπει να δη τί έχει κάνει και να αποδεχθή τις συνέπειες. Έπειτα, η Μαρία Μαγδαληνή, σαν αυτή που «αγάπησε πολύ», αντιπροσωπεύει τον καλύτερο τρόπο άμυνας της γυναίκας απέναντι στον κίνδυνο κατοχής από τον animus,  που είναι: να παίρνη την καρδιά της σαν οδηγητική αρχή, να ακούη το αληθινό της αίσθημα αντί να έχη διάφορες γνώμες σχετικά με το πώς θα έπρεπε να αισθάνεται. (Φυσικά, οι διάφοροι ψυχολογικοί τύποι παίζουν έναν ορισμένο ρόλο εδώ, αλλά δεν έχουμε χώρο να μπούμε σε αυτό το θέμα).
Με αυτήν την επέμβαση της Μαρίας της Μαγδαληνής, η Jeanne δεν μπορεί πια να λειτουργή κάτω από αυταπάτες. Η προσέγγιση σε κάθε εικόνα του Ταυτού πάντοτε σχίζει το πέπλο της υποκρισίας και της ψευδαίσθησης, και μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτό που είμαστε πραγματικά. Σαν καθολική καλόγρια που έζησε πριν από 400 χρόνια περίπου, ηJeanne βρισκόταν φυσικά σε πολύ διαφορετική θέση σε αυτό το σημείο από ότι υποτίθεται πως είμαστε εμείς σήμερα. Η λύση του εξορκισμού, της εκδίωξης ενός από τα αντίθετα στοιχεία για να προσκολληθή ολοκληρωτικά στο άλλο, φυσικά μας φαίνεται πολύ λίγο ικανοποιητική. Αλλά εκείνη την εποχή ήταν πιθανόν η μόνη λύση, και ακόμη και σήμερα υπάρχουν μερικές περιπτώσεις που οι άνθρωποι φαίνεται να κατέχωνται από εχθρικά πνεύματα που ανήκουν στο συλλογικό ασυνείδητο, ή από κάτι με το οποίο τους είναι αδύνατον να αποκαταστήσουν κάποιο είδος σχέσης. Έχω ακούσει τον καθηγητήJung να λέη πολλές φορές ότι η μόνη λύση είναι να βοηθήσουμε τον ασθενή να κλείση μια ορισμένη πλευρά του animus έξω από την ψυχή του.
Η τακτική του εξορκισμού, πράγματι δεν είναι καθόλου σε αχρηστία στον χώρο της Εκκλησίας, όπως θα πίστευε ίσως κάποιος. Το έργο των Καπουτσίνων μοναχών, για παράδειγμα, σε αυτήν την κατεύθυνση είναι πολύ γνωστό, τουλάχιστον στην Ελβετία, και έχει εκτιμηθή πολύ. Παραδέχομαι πάντως ότι έμαθα με ευχάριστη έκπληξη από την βιογραφία του ότι ο αποθανόν πλέον Nugent Micks, επίσκοπος του Lincoln και προηγουμένως εφημέριος στο Brighton, είχε κάνει εξορκισμούς αρκετές φορές. Χωρίς αμφιβολία είχε πάρει την υπόθεση της κατάληψης από δαίμονες εξαιρετικά σοβαρά, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πήρε συμβουλές από ειδικούς όσον αφορά το πρόβλημα του τί να κάνη με τα πνεύματα μετά την εκδίωξή τους. (Σημ.: «Επίσκοπος και φίλος», του Maurice Headlam(Macdonald & Co., 1945), σ.σ. 78 κ.ε. Ο επίσκοπος γεννήθηκε το 1872 και πέθανε το 1942). Αυτό το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται επανειλημμένα στην μεσαιωνική λογοτεχνία επάνω στο θέμα.
Η μεταβίβαση της Jeanne στον αρχιεπίσκοπο χωρίς αμφιβολία έπαιξε τον κύριο ρόλο στην ανάρρωσή της. Είναι ενδιαφέρον ότι η θετική πλευρά τουanimus εμφανίσθηκε μόνο σε προβολή. Δεν υπάρχει αναφορά, τουλάχιστον στον Görres, του Χριστού ή κάποιου άνδρα αγίου. Ο αρχιεπίσκοπος ήταν σχεδόν στην ίδια θέση με έναν σύγχρονο ψυχαναλυτή, αλλά φυσικά αυτός αντιμετώπισε το πρόβλημα μέσα στα σύγχρονά του εκκλησιαστικά πλαίσια, και επομένως με έναν  ε ν τ ε λ ώ ς  διαφορετικό τρόπο. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ότι τα πνεύματά της του επιτέθηκαν, τόσο ώστε μετά βίας μπόρεσε να υπερασπισθή τον εαυτό του, ένα γεγονός που φοβούνται πολύ στον εξορκισμό. (Σημ.: Οι τεράστιες θυσίες που απαιτήθηκαν από τον αρχιεπίσκοπο μου έγιναν γνωστές μόνο ύστερα από την μελέτη του πρωτότυπου εγγράφου). Υπάρχουν οπωσδήποτε παράλληλες περιπτώσεις σήμερα, αλλά θα ήθελα να αφήσω αυτό το σημείο στην μεγαλύτερη εμπειρία των ανδρών ψυχαναλυτών.
Το γεγονός ότι η Jeanne πήρε έναν τέτοιο ενεργό ρόλο στην τελική σκηνή της απελευθέρωσης, συμφωνεί ακριβώς με την σύγχρονη εμπειρία. Δεν μπορεί να γίνη τίποτε εάν δεν υπάρχει η θέληση για θεραπεία, εάν ο ίδιος ο ασθενής δεν πάρη ένα ενεργό μέρος. Επί πλέον, το γεγονός ότι η Jeanneείχε τώρα τέτοιες σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω της ώστε να μπορή να ζητάη την βοήθειά τους, δείχνει πόσο πολύ είχε απομακρυνθή από το πνευματώδες, έξυπνο κορίτσι, που προφανώς επιθυμούσε μόνο να εντυπωσιάζη το περιβάλλον της. Έχει τώρα σχετισθή αρκετά με τους ανθρώπους που την περιβάλλουν ώστε να εκθέτη μπροστά τους τον εαυτό της μέσα στην αδυναμία του, και έχει κερδίσει αρκετή ταπείνωση, ώστε να γνωρίζη ότι οι άνθρωποι που περιφρονούσε και ήθελε να ξεπεράση, είναι στην πραγματικότητα σε θέση να την βοηθήσουν.
Το ότι είναι η Μαρία η Μαγδαληνή που εμφανίζεται και λέει στην Jeanne ότι τελικά έχει απελευθερωθή, συμφωνεί πάλι με την δική μας εμπειρία, σύμφωνα με την οποία μόνο με την βοήθεια του animusμπορούμε να ελευθερωθούμε από τον animus στην πλευρά του που επιβάλλει την κατοχή. Το Ταυτό, όπως είναι γνωστό, αντιπροσωπεύει μια μοναδική ατομική εμπειρία, αλλά συγχρόνως, έχει και μια συλλογική πλευρά, στον βαθμό που φθάνει πέρα από την κατανόηση ή την εμπειρία καθενός ατόμου. (Σημ. Βλέπε: «Ψυχολογία και Αλχημεία», σ.σ. 253, 301. Άπαντα, τόμος 12, σ.σ. 72 κ.ε. και 210 κ.ε.). Οanimus, από την άλλη μεριά, παρόλο που μπορεί να αντιπροσωπεύει την  α ρ χ ή  της εξατομίκευσης, χαρακτηρίζεται από μια καθαρά συλλογική οπτική γωνία. Ο Jung παρατηρούσε συχνά ότι ο animusσκέφτεται για λογαριασμό των 11.000 παρθένων! Μπορούμε να το δούμε αυτό στο υλικό μας όταν λέει στην Jeanne – τότε που αυτή υπογράφει το πρώτο της συμβόλαιο μαζί του – ότι  ό λ ο ι  ζουν με τον δικό του τρόπο, παρ’ όλο που δεν το λένε.
Όπως κάθε υλικό που προέρχεται από το παρελθόν, η ιστορία της Jeanne έχει κυρίως συγκριτική αξία. Ένα τέτοιο υλικό μας δείχνει πώς εκείνη η εποχή αντιμετώπιζε τα αιώνια γεγονότα, που εμφανίζονται σε κάθε χρονική περίοδο με καινούργια ρούχα, Ίσως η πιο χτυπητή διαφορά είναι η στάση απέναντι στα αντίθετα στοιχεία που υπάρχουν μέσα μας. Ένας Γιουγκιανός ψυχαναλυτής, πιθανόν θα έβλεπε κάποια αξία σε αυτό το τελευταίο πνεύμα, θα αναγνώριζε την διπλή του φύση, και θα γνώριζε πώς να βοηθήση την κοπέλλα να μεταμορφώση αυτό το πνεύμα σε μια λειτουργία μεταξύ του συνειδητού και του ασυνειδήτου, όπου – όπως λέει ο Jung – οanimus και η anima βρίσκονται στην σωστή τους θέση. Αλλά εκείνο τον καιρό η σχετικότητα του καλού και του κακού δεν είχε ακόμη καθόλου αναγνωρισθή.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ANIMUS (4)


Συνέχεια από Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013   
Barbara Hannah

4. ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ANIMUS  (συνέχεια)

Βρίσκουμε την ίδια ιδέα σε άλλη μορφή σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά από όνειρα και φανταστικές εικόνες, που παρουσιάζει και ερμηνεύει η κ. Jungστο δεύτερο μέρος του άρθρου της που αναφέραμε σχετικά με τον animus.
Ο animus, που εμφανίσθηκε στο πρώτο όνειρο σαν ένα τέρας με κεφάλι πουλιού και σώμα σε σχήμα κύστης, αρχίζει να χάνη τον επικίνδυνο και καταστρεπτικό του χαρακτήρα σε ένα όνειρο, στο οποίο ζη στο φεγγάρι σαν φασματικός αγαπημένος μιας κοπέλλας. Αυτή πρέπει να του προσφέρη μια αιματηρή θυσία σε κάθε νέα σελήνη, αν και στο διάστημα που μεσολαβεί μπορεί να ζη ελεύθερα στην γη σαν ανθρώπινο ον. Όταν πλησιάζει η καινούργια σελήνη, ο αγαπημένος – φάντασμα την μεταμορφώνει σε άγριο ζώο, και, με αυτή την μορφή, αναγκάζεται να φέρη την θυσία στον αγαπημένο της. Μέσω της θυσίας, όμως, ο φασματικός αγαπημένος μεταμορφώνεται σε δοχείο για την θυσία, το οποίο, σαν τον Ουροβόρο, καταβροχθίζει και αναγεννά τον εαυτό του.
Σε μια μεταγενέστερη φανταστική εικόνα, αυτός ο ίδιος animus, που το όνομά του κατά πολύ ενδιαφέροντα τρόπο είναι Amandus (κατά λέξη: αυτός που πρέπει να αγαπηθή), παραπλανά το κορίτσι για να μπη στο σπίτι του, την μεθάει και την παίρνει στο υπόγειο με σκοπό να την σκοτώση. Το κορίτσι καταλαμβάνεται ξαφνικά από ένα είδος έκστασης και αγκαλιάζει τον δολοφόνο με αγάπη, πράγμα που του αφαιρεί όλη του την δύναμη, έτσι που, αφού υπόσχεται ότι θα σταθή πλάι της στο μέλλον σαν ένα βοηθητικό πνεύμα, διαλύεται σαν αέρας . Η κ. Jungπαρατηρεί ότι η φασματική δύναμη του σεληνιακού γαμπρού διαλύεται από την αιματηρή θυσία (δηλαδή το χάρισμα της libido – ψυχικής ενέργειας) και αυτή του υποψήφιου δολοφόνου από το ερωτικό αγκάλιασμα.
Καθώς ασχολούμαστε όσο μπορούμε πιο αποκλειστικά με την καθαρά πρακτική πλευρά, θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τα παραπάνω σε όρους της καθημερινής ζωής. Τι σημαίνει να δίνουμε ψυχική ενέργεια και αγάπη στον animus; Στο πρώτο μέρος του άρθρου της, η κ. Jung το διασαφηνίζει πολύ καλά: σημαίνει να του δίνουμε ενέργεια, χρόνο και προσοχή, με σκοπό όχι μόνο να γνωρισθούμε μαζί του, αλλά επίσης να του επιτρέψουμε να έχη την ευκαιρία να εκφράση την πνευματική και διανοητική του φύση μέσα από εμάς. Όταν του δίνουμε ψυχική ενέργεια και αγάπη, θέτουμε συνειδητά και σκόπιμα τις ικανότητές μας στην διάθεσή του, έτσι ώστε να έχη τον τρόπο να εκφράση τις αξίες της δικής του πραγματικότητας στην δική μας πραγματικότητα. (Αυτό, φυσικά, περιλαμβάνει όλη την δημιουργική εργασία που είναι πολύ δύσκολη για τις γυναίκες, εκτός εάν έχουν κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα).
Στο πρώτο παράδειγμα η κοπέλλα μεταμορφώνεται σε αρπακτικό ζώο. Αυτή είναι μια διαδικασία, που μπορούμε να την δούμε πολύ καθαρά και στην ζωή και στην ψυχανάλυση: όταν, για παράδειγμα, περάσουμε μια ώρα με τον ψυχαναλυτή, μπαίνοντας μέσα στονanimus και αφήνοντας τον τελευταίο να ανακατέψη τα πάντα μέσα μας, μέχρις ότου όλα έχουν ξεπεράσει τα καθορισμένα όρια, και εμείς ενοχλούμαστε θυμώνουμε και τα λοιπά. Όταν επιστρέψουμε στο σπίτι, ο animus συνεχίζει να μας πειράζη: «ο ψυχαναλυτής δεν θα έπρεπε να πη αυτό ή εκείνο, δεν μας καταλαβαίνει, έχει μια προτίμηση για την τάδε, και πιθανόν εκείνη τον έχει μαγέψει εναντίον μας, και λοιπά». Εάν παραδεχθούμε παρόμοιες ιδέες, θα βρεθούμε σύντομα να είμαστε τελείως ταυτισμένοι με τα συναισθήματά μας, δηλαδή με την σκιά μας που αποτελείται από πάθη, η οποία, με την σειρά της, ταυτίζεται με την ζωώδη μας φύση. Οι γνώμες τουanimus μας έχουν μετατρέψει σε ένα άγριο ζώο. Αλλά έαν παραδεχθούμε και αναγνωρίσουμε ότι αφήνουμε τον animus να μας συλλάβη (σε αυτήν την περίπτωση ότι χάσαμε την ώρα μας και ενοχλήσαμε, για να μην πω τίποτε περισσότερο, τον εαυτό μας) υποφέρουμε με την δοκιμασία, και έτσι, με τον  π ό ν ο  μας, δίνουμε το αίμα που μπορεί να μεταμορφώση τoνanimus.
Είναι σπουδαίο σε μια τέτοια περίπτωση να συνειδητοποιήσουμε ότι ήταν ο animus και οι γνώμες του που χάλασαν την ώρα μας αντίθετα με την θέληση του συνειδητού εγώ, γιατί αλλοιώς δεν θα επιτύχουμε τίποτε. Ο animus, πραγματικά, θα βγαίνη πάντα στην επιφάνεια πολύ επιδέξια, και εάν αποτύχη στην προσπάθειά του να κάνη την γυναίκα να κατηγορήση τον ψυχαναλυτή, τον σύζυγο ή οποιονδήποτε άλλον – θα προσπαθήση να ρίξη  ό λ ο  το φταίξιμο στην γυναίκα την ίδια. Εάν αυτή τον πιστέψη, θα έρθη σε μια κατάσταση κατωτερότητας, οποία είναι τόσο καταστρεπτική, όσο οι συγκινήσεις και τα πάθη της. Αυτή η μομφή εναντίον της γυναίκας για ότι κάνει ο ίδιος είναι ένα από τα καλύτερα χαρτιά του, γιατί έτσι την εμποδίζει να δη τον ίδιο, καθώς και το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί πραγματικά να κατηγορηθή, δηλαδή:  α π ο τ υ χ ί α  ν α  γ ν ω ρ ί σ η  τ ο ν  ί δ ι ο  τ η ς  τ ο ν a n i m u s. Στην αμεταμόρφωτη κατάστασή του, ο animus μπορεί πάντα να λογαριάζη το γεγονός ότι προσπαθεί να μας ξαναφέρη «μέσα στην αγκαλιά της μητέρας φύσης» και να εμποδίση οποιαδήποτε προσπάθεια διαφυγής από την παλιά τάξη. Και εμείς επίσης είμαστε πολύ απρόθυμοι να αφήσουμε την ψεύτικη ασφάλεια που επικρατεί στην ασυνείδητη κατάσταση της κατοχής. Μιλάμε πολύ για «αγάπη της ελευθερίας», είναι αλήθεια, αλλά αυτή η αγάπη τείνει να είναι μάλλον επιφανειακή και χλιαρή. Επίσης μας αρέσει να αποφεύγουμε την υπευθυνότητα. Είναι ευχάριστο να έχη κανείς την πεποίθηση ότι ξέρει τί κάνει – και κανένας δεν είναι περισσότερο πειστικός σε αυτό το σημείο από τον animus – και αν κάποτε απορρίψουμε την καθοδήγησή του ασυζητητί, θα βρισκόμαστε σε συνεχή αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι πραγματικά κάτι που παραλύει τους νέους, αλλά, όπως παρατήρησε ο Jung σε ένα σεμινάριό του, στα ώριμα χρόνια της ζωής είναι «η αρχή της σοφίας». Η υπερβολική εμπιστοσύνη στον animus, είναι, πράγματι, πάντοτε ένα σημάδι ότι μόνο μια πλευρά του είναι συνειδητοποιημένη, επειδή η αληθινή διπλή του φύση αποτελεί ένα πολύ οδυνηρό παράδοξο. Το να υπομείνουμε αυτό το παράδοξο είναι ένας από τους κύριους τρόπους, με τους οποίους μπορούμε να δώσουμε το «αίμα που μπορεί να μεταμορφώση τονanimus».
Μια περίπτωση σαν κι’ αυτή που αναφέραμε πιο πάνω, όταν ο animus έχει διαστρέψει ότι έχει ειπωθεί μέχρις ότου όλα ξεφεύγουν από τα ανεκτά όρια, είναι συχνά μια εξαιρετική ευκαιρία να αρχίσουμε έναν διάλογο μαζί του. Πρέπει όμως να κρατήσουμε ένα πολύ ανοιχτό μυαλό, επειδή η αρχή του λόγου που αντιπροσωπεύει ο animus είναι ακριβώς το αντίθετο του στοιχείου της σχέσης, και η επέμβασή του, αν και μπορεί να φανή πολύ λανθασμένη από την δική μας οπτική γωνία, μπορεί να είναι λογική, και ακόμη σωστή, από την δική του οπτική γωνία. Αυτές οι συζητήσεις, επομένως, είναι τόσο δύσκολες όσο οποιαδήποτε συζήτηση στον εξωτερικό κόσμο, και απαιτούν μια καθολική προσπάθεια, επειδή πρέπει να δούμε την δική του άποψη, και να μείνουμε σταθεροί στην δική μας.
5. O ANIMUS ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΖΩΉ
Για να πάρουμε μια πραγματική ιδέα της πρακτικής πλευράς του animus, πρέπει να τον δούμε σε λειτουργία σε μια ανθρώπινη ζωή. Έχω πάρει το υλικό γι’ αυτόν τον σκοπό από ένα πολύ περίεργο έγγραφο, που ανήκει στο δεύτερο μισό του 16ουαιώνα. Πρόκειται για την υπόθεση μιας μοναχής που ονομαζόταν Jeanne Fery, η οποία κατεχόταν από τον διάβολο σε πολύ νεαρή ηλικία, και αργότερα απελευθερώθηκε με εξορκισμούς. Ένα μέρος αυτού του κειμένου είναι αυτοβιογραφικό, η ίδια η νεαρή γυναίκα περιγράφει τις εμπειρίες που είχε ενώ βρισκόταν στην κατοχή του διαβόλου. Το υπόλοιπο τμήμα είναι μια περιγραφή του τέλους της υπόθεσης – περιλαμβανομένης της μακριάς και κουραστικής διαδικασίας του εξορκισμού – που υπογράφεται από έναν δικηγόρο, με την παρουσία του αρχιεπισκόπου του Cambrai, πολλών εξομολόγων, γιατρών και άλλων αυτοπτών μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και πολλών αδελφών του μοναστηριού, όπου ήταν καλόγρια η Jeanne. Δυστυχώς, δεν έχω ακόμη κατορθώσει να αποκτήσω ένα αντίγραφο του αυθεντικού εγγράφου, αλλά υπάρχει στο βιβλίο τουJoseph Gӧrres «Ο Χριστιανικός μυστικισμός» (Τόμος 5, σ.σ. 177 κ.ε.). Αυτό είναι φυσικά ένα μεγάλο μειονέκτημα, αλλά έχουμε ελέγξει πολλές από τις αναφορές που κάνει ο Gӧrres σε σύγκριση με τα αυθεντικά κείμενα στα «Acta Sanctorum”, και –αν και όχι αλάθητες – τις έχουμε βρει αξιόπιστες. (Σημ. Ακριβώς πριν από την ημερομηνία που είχα υποσχεθή το τελείωμα αυτού του συγγράμματος, έφτασαν τα φωτοαντίγραφα της αυθεντικής Γαλλικής έκδοσης από την Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού («Θαυμαστή και αληθινή ιστορία των γεγονότων που συνέβησαν στο χώρο μιας μονής καλογραιών» Παρίσι, οίκος GilleBlaise, Βιβλιοπωλείο στο όρος του Αγίου Ιλαρίωνα, με εικόνα της Αγ. Αικατερίνης, 1856). Υπήρχε χρόνος μόνο για έναν πολύ πρόχειρο έλεγχο, αλλά μπόρεσα έτσι να επιβεβαιώσω την προηγούμενη εντύπωσή μου ότι ο Gӧrres δίνει μια αξιόπιστη περιγραφή της υπόθεσης. Το πρωτότυπο, πάντως, είναι αρκετά μακρύτερο, και επομένως μερικά ενδιαφέροντα και λεπτής σημασίας γεγονότα έχουν παραλειφθή. Το βιβλίο αυτό θα αποζημίωνε λεπτομερέστερη μελέτη του).
Ο Gӧrres αναφέρει αρκετές λεπτομέρειες, αλλά εγώ μπορώ να δώσω μόνο μια σύντομη περιγραφή του κεντρικού νοήματος της υπόθεσης, και έπειτα με συντομία να δείξω τις ομοιότητες ανάμεσα στα πνεύματα της Jeanne και στον animus, όπως τον ξέρουμε σήμερα. Δύο εκδόσεις αυτής της περιγραφής έγιναν στο Παρίσι το 1586, και η αναφορά αυτή μεταφράστηκε και τυπώθηκε στα γερμανικά στο Μόναχο, το 1589.
Η Jeanne Fery γεννήθηκε γύρω στο 1559 στο Solre, στον ποταμό Sambre, και αργότερα έγινε μοναχή σε ένα μοναστήρι ονομαζόμενο των «Μαύρων Αδελφών» στο Mons en Hainaut, στην επισκοπή του Cambrai. Η διήγησή της αρχίζει με την δήλωση πως ξέρει ότι ήταν η κατάρα του πατέρα της που την παρέδωσε στον διάβολο. (Προφανώς είχε μια πολύ κακή σχέση μαζί του, αυτό που θα ονομάζαμε αρνητικό πατρικό σύμπλεγμα). Συνεχίζει λέγοντας ότι ο διάβολος της εμφανίσθηκε όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, με την μορφή ενός όμορφου νεαρού, που προσφέρθηκε να γίνη πατέρας της. Αφού της έδωσε άσπρο ψωμί και μήλα, αυτή δέχθηκε την πρότασή του και άρχισε να τον θεωρή σαν τον πραγματικό της πατέρα. Όταν ήταν παιδί, εμφανίζονταν δύο από αυτές τις πατρικές μορφές, και η δεύτερη πάντοτε την εμπόδιζε να αισθάνεται τα χτυπήματα όταν την έδερναν. Αυτό κράτησε μέχρι τα δώδεκα χρόνια της, οπότε κουρασμένη από το μοναστήρι όπου μάθαινε γράμματα επέστρεψε στην μητέρα της, η οποία όμως την έστειλε μακριά στο Mons σαν μαθητευόμενη σε έναν ράφτη. Εδώ φαίνεται πως την άφησαν εντελώς στο έλεος του Θεού, και ο πρώτος νεαρός άνδρας εμφανίσθηκε πάλι και της είπε ότι, όπως τον είχε αποδεχθεί σαν πατέρα της, θα έπρεπε τώρα, που δεν είναι πια παιδί, να αποκυρήξη το βάπτισμά της, καθώς και όλες τις τελετές της Χριστιανικής Εκκλησίας, να επιβεβαιώση την προηγούμενη συμφωνία της, και να υποσχεθή ότι θα ζη σύμφωνα με το θέλημά του. Της είπε ότι όλοι ζούσαν με αυτόν τον τρόπο, αν και δεν το έλεγαν φανερά. Την απείλησε με σκληρή τιμωρία εάν αρνιόταν, και της υποσχέθηκε χρυσάφι και ασήμι, και κάθε είδους διαλεχτό φαγητό που θα επιθυμούσε, εάν δεχόταν. Μετά από μικρή αντίσταση, αυτή συμφώνησε σε όλα, και αμέσως ένα πλήθος από πνεύματα εμφανίσθηκαν και την πίεζαν να υπογράψη την συμφωνία με το αίμα της. (Αυτό ήταν ένα σοκ γι’ αυτήν, επειδή δεν είχε ξαναδή πιο πριν περισσότερες από δύο, το πολύ τρείς από αυτές τις μορφές). Έπειτα έκλεισαν την συμφωνία μέσα σε ένα ρόδι και την ανάγκασαν να το φάη. Ήταν υπέροχα γλυκό ως την τελευταία δαγκωματιά, που ήταν τόσο πικρή ώστε δεν μπορούσε να την αντέξη.
 Από εκείνη την στιγμή και μετά αντιπάθησε ζωηρά την Εκκλησία – τα πόδια της ήταν συχνά τόσο βαρειά, ώστε με δυσκολία έφθανε ως την πόρτα του ναού – αλλά δεν την εγκατέλειψε.. Τα πνεύματα της δεν επέμεινα σ’ αυτό, αλλά αυτή έπρεπε να τους δίνη την γλώσσα της, για να ελέγχουν της εξομολογήσεις, επομένως ήταν φυσικά εντελώς ψεύτικες, αλλά, κατά ενδιαφέροντα τρόπο, φαίνεται πως ήταν υποχρεωμένη να εξομολογήται την ακριβή αλήθεια σε ένα από τα πνεύματά της, ιδιαίτερα σχετικά με οποιαδήποτε ευσεβή πράξη ή προσευχή, για την οποία αναγκαζόταν να εκτελέση αυστηρό επιτίμιο. Επίσης ήταν αναγκασμένη να βγάζη τον καθαγιασμένο Άρτο από το στόμα της κατά την Θεία Λειτουργία και να τον κρύβη στο μαντήλι της, και μετά – αν και προσπαθούσε να το κρατήση σε ένα καθαρό μέρος – εξαφανιζόταν σαν να πετούσε μακριά. Τα πνεύματά της την δίδαξαν να περιφρονή ότι είχε σχέση με τον Χριστιανισμό, και να περιγελάη έναν Θεό που δεν μπορούσε να σώση τον εαυτό του από τον σταυρό. Πίστευε στα πνεύματα αυτά ασυζητητί, θεωρούσε τον Χριστό χειρότερον από τους κλέφτες μαζί με τους οποίους είχε σταυρωθεί, και δεν μπορούσε πλέον να καταλάβη πώς οι άνθρωποι μπορούσαν να λατρεύουν έναν τέτοιο Θεό. Τα πνεύματα την είχε πείσει να νομίζη τον εαυτόν της σαν τον πιο ευτυχισμένο και πιο προνομιούχο από τους θνητούς.
Όταν μπήκε στο μοναστήρι, υποχρεώθηκε να υπογράψη μια καινούργια συμφωνία, με την οποία παραχωρούσε στα πνεύματα και την ψυχή και το σώμα της για πάντα, και αυτό επαναλήφτηκε την νύχτα που έδωσε τις τελικές υποσχέσεις της σαν μοναχή. Συγχρόνως έπρεπε να αποκήρυξη τον Πάπα και τον «δόλιο Αρχιεπίσκοπο» στον οποίο είχε δώσει τις υποσχέσεις της. Το πνεύμα που είχε στην κατοχή του την γλώσσα της την έκανε πολύ έξυπνη και πνευματώδη, και, για να μην χάση αυτό το χάρισμα, έδωσε σε ένα πνεύμα την μνήμη της, σε ένα άλλο την λογική της και σε ένα τρίτο την θέλησή της, και, όπως λέει, έπειτα από αυτό μπήκαν και κατοίκησαν μέσα της, κάθε ένα στη θέση του. Επίσης κυρίευσαν το σώμα της, εμφανιζόμενα πάλι σαν λεγεώνα από διαβόλους που ήρθε γι’ αυτόν τον σκοπό. Το ονομαζόμενο «πνεύμα του αίματος» - που μερικές φορές ονομάζεται διάβολος ή ακόμη θεός του αίματος – έπαιζε σπουδαίο ρόλο στις τελετές, και, όπως φαίνεται καθαρά στην περιγραφή του εξορκισμού – ένας ξεχωριστός διάβολος είχε κάνει κατοχή σε κάθε μέρος του σώματός της, και έπρεπε να εκδιωχθή χωριστά από τον Αρχιεπίσκοπο.
Την έκαναν να παίρνη μέρος σε παρωδίες ιερών τελετών που γίνονταν προς τιμήν τους, και της έδιναν θαυμάσια τροφή στις μέρες της νηστείας, ενώ την έκαναν να νηστεύη στις γιορτές της Εκκλησίας. Ένα πνεύμα που το συμπαθούσε ιδιαίτερα, φαίνεται πως είχε βρεθεί πάντοτε μαζί της, αλλά μερικά απ’ αυτά ήταν πολύ σκληρά απέναντί της, και έτσι σιγά σιγά η λατρεία που τους πρόσφερε γινόταν λιγότερο θερμή και ακόμη άρχισε να σκέπτεται, όταν οι ευσεβείς άνθρωποι υμνούσαν τα μυστήρια, ότι εάν της δινόταν ένα σημάδι, θα μπορούσε να λατρέψη τον Χριστό  α κ ρ ι β ώ ς  ό π ω ς  τ ο ύ ς  ά λ λ ο υ ς  θ ε ο ύ ς  τ η ς. Αυτό έκανε τα πνεύματα να θυμώσουν πολύ, και την ανάγκασαν να πάρη ένα κομμάτι του Αγίου Άρτου και να το τρυπήση με ένα μαχαίρι. Λέει ότι έτρεξε αίμα απ’ αυτό, και ότι όλο το δωμάτιο γέμισε από την λαμπερή ακτινοβολία που περιέβαλε τον Άρτο. Έπειτα φοβήθηκε πολύ, επειδή όλα τα πνεύματα πέταξαν μακριά με τρομερές στριγγλιές, και την άφησαν μόνη μισοπεθαμένη επάνω στο πάτωμα.
Εκείνη την στιγμή αντιλήφθητε για πρώτη φορά ότι είχε εξαπατηθή, και όταν ήρθε στο μυαλό της το σημάδι που της είχε δοθή, έπεσε σε απελπισία. Έπειτα τα πνεύματα επέστρεψαν, και, αλλάζοντας τόνο, την κατηγόρησαν για την μεταχείριση που επεφύλαξε στον αληθινό Θεό, και τις είπαν ότι οι αμαρτίες της δεν θα συγχωρούνταν ποτέ, οπότε θα ήταν καλύτερα να ακολουθήση το παράδειγμα του Ιούδα Ισκαριώτη και να κρεμαστή με την δερμάτινη ζώνη της. Αυτή τους την παρέδωσε, και τους είπε να την κρεμάσουν, εάν τους ευχαριστεί. Αλλά παρ’ όλο που προσπάθησαν να την σκοτώσουν με κάθε τρόπο που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, πάντα κάτι τους εμπόδιζε. Επίσης η γυναίκα απέτυχε, αν και την βοήθησε ένα πλήθος από πνεύματα στην προσπάθειά της να αυτοκτονήση.
Έπειτα άρχισε για την Jeanne η περίοδος με τα μεγάλα βάσανα. Τα πνεύματα της την εμπόδιζαν να εξομολογηθή σε έναν ιερέα, αλλά για πρώτη φορά οι αρχές του μοναστηριού πρόσεξαν πως δεν ήταν αυτό που θα έπρεπε να είναι σαν Χριστιανή και σαν μοναχή.. Το ζήτημα το ανέλαβε ο Louis de Berlamont, ο οποίος ήταν αρχιεπίσκοπος και δούκας του Cambraiεκείνο τον καιρό. Αυτός πήρε τον πιο ενεργό ρόλο στην απελευθέρωσή της, αλλά παρά το ότι η μεταβίβασή των προβλημάτων της σε αυτόν την ελευθέρωσε τελικά, η ίδια λέει ότι στην αρχή τα πνεύματα την είχαν τυφλώσει, έτσι ώστε – αν και αμέσως αισθάνθηκε την παρόρμηση να καταφύγη σ’ αυτόν – της φάνηκε αυστηρός και φοβερός. Λέει ότι, αν και τα πνεύματα την βασάνιζαν με τα πιο τρομακτικά οράματα της κόλασης και άλλα παρόμοια, η Μαρία η Μαγδαληνή – η οποία εμφανίσθηκε σαν προστάτιδά της – δεν την εγκατέλειψε ποτέ, και μας διαβεβαιώνει ότι όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά, και δεν ήταν αποκυήματα της φαντασίας της.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος