Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Το άφθαρτο σκήνωμα του π. Βησσαρίωνος

Όταν πριν μερικά χρόνια πλημμύρισε το είναι μου από την ευωδία που εξέπεμπε μικρή ποσότητα χώματος, προερχόμενη από τον τάφο του π. Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη, γεννήθηκε η επιθυμία να βρεθώ, ταπεινός ικέτης, στο μοναστήρι του.
Πράγματι, στις  24 Νοεμβρίου 2011, αξιώθηκα της ιδιαίτερης ευλογίας να επισκεφθώ την Ιερά Μονή Αγάθωνος και να  προσκυνήσω το άφθαρτο λείψανο του  Γέροντα Βησσαρίωνα.
Η είσοδός μας στο παρεκκλήσιο, όπου φυλάσσεται το ιερό σκήνωμα, μας γέμισε με ιερό δέος και ευγνωμοσύνη προς τον Άγιο Θεό για το μέγιστο θαύμα που αξιωθήκαμε να ζήσουμε στις μέρες μας.
Ο χώρος κατακλύζεται από μια άρρητη ευωδία. Το ιερό σκήνωμα αναλλοίωτο στη λάρνακα, στέκει εκεί ως απτή μαρτυρία της ύπαρξης αγίων σε κάθε εποχή. Το φέρετρο, τα άμφια του Γέροντα, τα υποδήματά του, ακόμη και το μικρό ευαγγέλιο που κρατούσε κατά την ταφή του, παραμένουν ανέγγιχτα από το χρόνο (το μικρό αυτό ευαγγέλιο προσπάθησε να αφαιρέσει ο μακαριστός Πάνος Γιαμαρέλλος, χωρίς επιτυχία. Όταν όμως είπε: “Παππούλη, θα μου το δώσεις;” το αναλλοίωτο χέρι του Γέροντα χαλάρωσε και ο ιατροδικαστής το πήρε και το ξεφύλλισε).
DSC01578 
Η συζήτηση με τον Ηγούμενο της μονής, π. Δαμασκηνό Ζαχαράκη, ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική για την αγία ζωή και το έργο του Γέροντα.
Κληρικοί και λαϊκοί της περιοχής ήταν βέβαιοι για την αγιότητά του και μέχρι σήμερα θυμούνται την αγάπη και τη βοήθεια που προσέφερε σε όλους ( “τον θυμάμαι, περνούσε συχνά από δω, βοηθούσε όλο τον κόσμο. Δεν ξέρω αν είναι άγιος, αλλά σίγουρα ήταν Άνθρωπος”, μας είπε ο υπάλληλος ενός βενζινάδικου, όταν είπαμε πως κατεβαίναμε από το μοναστήρι).
Ήταν Μάρτιος του 2006, όταν όλα τα Μ.Μ.Ε. άρχισαν να μιλούν για το θαυμαστό γεγονός- τα περισσότερα, βέβαια, βλέποντάς το από τη δική τους στρεβλή οπτική γωνία: μουμιοποίηση λόγω αναερόβιου περιβάλλοντος, το σκήνωμα λειώνει και αποτελεί εστία μικροβίων και άλλα τέτοια.
Μόνο ο αείμνηστος Πάνος Γιαμαρέλλος έθεσε τα πράγματα στη σωστή τους βάση: μας αποκάλυψε ο π. Δαμασκηνός, ότι όταν τελείωσε την εξέταση του λειψάνου και άρχισε να βγαίνει από τον χώρο που βρισκόταν το ιερό σκήνωμα, έκανε στροφή 180 μοιρών μονολογώντας: “πότε θα μου δοθεί η ευκαιρία να προσκυνήσω άγιο”. Γύρισε, φίλησε το χέρι του Γέροντα και γυρνώντας στον π. Δαμασκηνό είπε: “πάμε τώρα να συντάξω την έκθεσή μου. Και θα πρέπει να είναι καλή, γιατί αύριο θα πέσουν σαν λύκοι να με φάνε”. Πόσο δίκαιο είχε!!! Ο πόλεμος μαινόταν καιρό από συναδέλφους του και άλλους.
Πώς αποκαλύφθηκε το άφθαρτο σκήνωμα
Όπως μαρτυρά ο π. Δαμασκηνός, ποτέ δεν πέρασε απ' το μυαλό τους η σκέψη για εκταφή του Γέροντα. Αντιθέτως, βλέποντας τις εκδηλώσεις σεβασμού και τιμής τόσων ανθρώπων προς τον τάφο του Γέροντα, σκέπτονταν αυτό το χώρο, μέσα στον οποίο ήταν ο τάφος, να τον μεγαλώσουν και να τον μετατρέψουν σε μικρό ναό.
Έπρεπε όμως να γίνουν έργα αντιστηρίξεως στο μοναστήρι και οι Υπηρεσίες της Νομαρχίας Φθιώτιδας επέμεναν πώς για να γίνει σωστή αντιστήριξη θα έπρεπε να γκρεμιστούν τα κτίρια της ανατολικής πλευράς-ανάμεσά τους και ο χώρος όπου βρισκόταν ο τάφος του Γέροντα. Έτσι αποφασίστηκε η εκταφή με την έγκριση του Μητροπολίτη.
Για το σπουδαίο γεγονός πήγαν στη Μακρακώμη σε γνωστό τους ξυλουργό και τον παρακάλεσαν να φτιάξει ένα κιβώτιο απ' το καλύτερο ξύλο που είχε, για να βάλουν μέσα τα οστά του π. Βησσαρίωνα. Χάρηκε ιδιαίτερα ο ξυλουργός γιατί αυτός αξιώθηκε να κατασκευάσει το κιβώτιο- από παιδάκι σεβόταν τον Γέροντα. Κάποια μέρα, ενώ κατασκεύαζε το κιβώτιο, μπήκε στο ξυλουργείο του ένας από τους ιερείς της πόλης.
“Τι κάνεις εκεί”; ρώτησε τον ξυλουργό.
“Φτιάχνω το κιβώτιο, στο οποίο θα βάλουν τα οστά του π. Βησσαρίωνα”, του είπε με χαρά.
“Άδικα παιδεύεσαι”, του απάντησε ο ιερέας.
“Ο π. Βησσαρίων θα χρειαστεί Λάρνακα”!
DSCN1442Περίμεναν μια κατάλληλη για την  εκταφή ημέρα. Αυτή ήταν η 3η Μαρτίου του 2006. Μια ηλιόλουστη μέρα. Μετά την πρωινή λειτουργία, πήγαμε, λέει ο π. Δαμασκηνός, στο αρχονταρίκι, ήπιαμε ένα τσάι και μόλις βγήκε ο ήλιος είπα: “Πατέρες και αδελφοί, πορευόμεθα προς τον τάφον του Γέροντος, ως εις Άγιον”!
Κατέβηκαν στον τάφο, διάβασαν τρισάγιο και ένας-ένας προσκυνούσαν και φιλούσαν τον τάφο. Με ένα κασμά άρχισαν να αφαιρούν τούβλα από την μπροστινή πλευρά του τάφου.
Την ώρα της εκταφής ένα φως εμφανίστηκε πάνω από τη μονή Αγάθωνα, το οποίο είδαν και φωτογράφησαν πολλοί και αναρωτιόντουσαν τι είναι).
Όταν βγήκαν τα πρώτα τούβλα είδαν μέσα το φέρετρο του π. Βησσαρίωνα “΄άφθαρτο”-κάτι που τους εντυπωσίασε. Μια ευωδία απλώθηκε σε όλο το χώρο. Και αυτή η ευωδία παρέμεινε στον τάφο και την αισθάνθηκαν χιλιάδες προσκυνητές που πήγαν να προσκυνήσουν τον Γέροντα. Σιγά -σιγά έβγαλαν το φέρετρο και το μετέφεραν στο νέο νεκροταφείο της μονής για να μπορέσουν κάτω από τον ήλιο να συλλέξουν τα οστά του Γέροντα. Όταν σήκωσαν το σκέπασμα είδαν ότι το σάβανο ήταν άθικτο, καινούργιο, όπως τότε στην ταφή (15 χρόνια, 1 μήνα και 9 ημέρες πριν). Με προσοχή αφαίρεσαν το σάβανο και τον αέρα που σκέπαζε το πρόσωπό του και τότε είδαν το σώμα του Γέροντα ολόκληρο, άφθαρτο και ευωδιάζον. Στη συνέχεια μετέφεραν το φέρετρο μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού και τηλεφώνησαν στον Μητροπολίτη.
Ο Σεβασμιώτατος κ.κ. Νικόλαος, συγκλονισμένος από την είδηση, έφτασε πολύ γρήγορα στο μοναστήρι. Προσκύνησε το σκήνωμα, διάβασε τρισάγιο και έδωσε εντολή να μεταφέρουν το σκήνωμα στον ναό της Αγίας Τριάδος, προς προσωρινή φύλαξη. Ενημέρωσε την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ονόμασε το γεγονός “Σημείον του Θεού”. Ο Μητροπολίτης, λίγες μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού, ανακοίνωσε το μεγάλο γεγονός στους πιστούς.
Το σκήνωμα μεταφέρθηκε σε παρεκκλήσιο του καθολικού, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Ποιος ήταν όμως ο π. Βησσαρίων;
Ο π. Βησσαρίων γεννήθηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας το 1908. Ανδρέας Κορκολιάκος  ήταν το κοσμικό του όνομα. Σε ηλικία 20 ετών εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Δήμιοβας Μεσσηνίας. Το 1931 χειροτονήθηκε διάκονος στην Καλαμάτα και το 1933 πρεσβύτερος, παίρνοντας και το οφφί­κιο του αρχιμανδρίτη. Το 1935 μετακινήθηκε στη μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και γράφτηκε στο μο­ναχολόγιο της ιεράς μονής Κορώνης. Εκεί ανέπτυξε τεράστιο πνευματικό έργο, αναλώνοντας τον εαυτό του στη διακονία του καλού ποιμένα.
Μόχθησε πολύ ο γέροντας στα δύσκολα εκείνα χρόνια της κατοχής, διακονώντας τον λαό του Θεού που χειμαζόταν από τη φτώχεια, την πείνα και τις αρρώστιες.
Δύο περιστατικά, τα οποία καταγράφει ο σημερινός ηγούμενος της μονής  Αγάθωνος π. Δαμα­σκηνός στο βιβλίο του, δείχνουν τους αγώνες, αλλά και την ομορφιά της ψυχής του γέροντα:
Προπαραμονή Χριστουγέννων του 1988, στο αρχονταρίκι της μονής, ο γέροντας άρχισε να κλαί­ει. Στο ερώτημα του π. Δαμασκηνού, αποκάλυψε ένα γεγονός που είχε συμβεί κατά τη Θεία Λει­τουργία των Χριστουγέννων του 1941 σ' ένα χωριό της Καρδίτσας. “Όταν βγήκα στην Ωραία Πύλη με το Άγιο Ποτήριο στα χέρια και είπα το “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε”, άρ­χισαν να έρχονται για τη Θεία Κοινωνία όλοι οι χωριανοί. Μια νεαρή μάνα έφερε εκεί μπροστά μου το σκελετωμένο παιδάκι της, άνοιξε το στοματάκι του και το κοινώνησα, αλλά παιδί μου... κι' άρχι­σε πάλι να κλαίει ο Γέροντας -θυμάται ο π. Δαμασκηνός- κρατούσε σφικτά το καημένο με τ' αδυνα­τισμένα χεράκια του το ιερό μάκτρο και μου φώναζε κλαίγοντας: Κι' άλλο Παππούλη, κι άλλο. Πει­νούσε το παιδάκι μου. Λύγισαν τα γόνατά μου, μια τρεμούλα απλώθηκε σ' όλο το κορμί μου, βούρ­κωσαν τα μάτια μου και, για να μην με δουν οι πιστοί, επέστρεψα στην Αγία Τράπεζα. Αφήκα το Ποτήριον και κάθισα σ' ένα σκαμνάκι και έκλαψα και είπα με ανθρώπινο παράπονο: Γιατί Θεέ μου αφήκες την πατρίδα μου να έλθει σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου Κύριε τα παιδιά μας!”
Ένα απόγευμα πήγε στο μοναστήρι ένας επισκέπτης που στο πέτο του φορούσε ένα σήμα. Ο π. Βησσαρίων τον ρώτησε τι σήμα είναι αυτό.
“Είναι το σήμα της εθνικής αντιστάσεως, πάτερ”, του απάντησε εκείνος.
“Εγώ, παιδί μου,το έχω εδώ” είπε και του έδειξε τον λαιμό του.
Το βράδυ στο επίμονο ερώτημα του π. Δαμασκηνού απάντησε:
“Να, τότε στην κατοχή,πήγα να ελευθερώσω κάποια παιδιά που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και επρόκειτο να τα εκτελέσουν. Ο Γερμανός αξιωματικός άκουσε τις παρακλήσεις μου και έδωσε εντολή να αφεθούν τα παιδιά ελεύθερα. Γύρισε μετά προς το μέρος μου και απότομα έριξε με το πολυβόλο του μια ριπή  μπροστά στα πόδια μου. Τρόμαξα πολύ. Η φωνή μου κόπηκε. Από τότε κλονίστηκε και χρόνο με το χρόνο χειροτέρευε. Δόξα σοι ο Θεός”!
DSCN1445 
Ο π. Βησσαρίων φεύγοντας από την Θεσσαλιώτιδα, πήγε στην Φθιώτιδα, το 1955, και γράφτηκε στο μοναχολόγιο της ιεράς μονής Αγάθωνος. Προσέφερε τις υπηρεσίες του για 30 συνεχή χρόνια.
Υπήρξε διάκονος Θεού και ανθρώπων, πατέρας και παππούλης αμέτρητων ανθρώπων.
Ο π. Βησσαρίων, μαρτυρά ο π. Δαμασκηνός, ήταν αγιασμένη μορφή και αυτό φαινόταν. Το έβλεπαν και το ομολογούσαν όσοι τον γνώριζαν. Το σώμα του ήταν ασκητικό, ντυμένο με το φτω­χικό του ράσο. Το πρόσωπό του έλαμπε. Τα χείλη του όλη μέρα ψέλλιζαν λόγια προσευχής. Πολλές φορές οι συμμοναστές του τον άκουγαν να κουβεντιάζει με κάποιον στο καθολικό της μονής. Όταν έμπαιναν δεν έβλεπαν κανέναν. Μιλούσε με την Παναγία, τον όσιο Αγάθωνα; Ο Θεός ξέρει.
Η προσευχή του ευεργετούσε πολλούς συνανθρώπους μας:
Κάποια πρεσβυτέρα είχε πρόβλημα στα χέρια της. Έβγαλε εξανθήματα και πονούσε πολύ. Τα φάρμακα δεν την βοηθούσαν. Ένα βράδυ πήγε ο Γέροντας στο σπίτι της. Τον παρακάλεσε να προ­σευχηθεί γι αυτήν. Της είπε ότι θα κάνουν μαζί προσευχή. Εκείνη θα διάβαζε την παράκληση της Παναγίας επί 40 ημέρες και εκείνος θα προσευχόταν. Υπάκουσε στην προτροπή του και Ω του θαύ­ματος! Τα χέρια της καθάρισαν τελείως και θεραπεύτηκαν.
Αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους:
Κάθε Τρίτη άνοιγε τις τοπικές εφημερίδες και κοίταζε τα τροχαία δυστυχήματα του Σαββατοκύ­ριακου. Με δάκρυα στα μάτια έγραφε τα ονόματα των νεκρών και των τραυματιών. Πήγαινε στη συνέχεια στο ναό και διάβαζε τρισάγιο για τις ψυχές των νεκρών και παράκληση για τους τραυμα­τίες.
Παροιμιώδης υπήρξε η ελεημοσύνη του. Χόρτασε νηστικούς, ξεδίψασε διψασμένους, έντυσε γυ­μνούς, βοήθησε αρρώστους και επισκέφθηκε φυλακισμένους. Πάντοτε κρυφά. Κανένας δεν ήξερε το έργο του. Η δράση του ήταν μυστική. Ο Θεός γέμιζε την τσέπη του, κι αυτός μοίραζε. Τίποτε δεν κρατούσε  για τον εαυτό του, όλα τα έδινε στους φτωχούς.
 Ήταν φιλακόλουθος. Με το χτύπημα του ταλάντου, βρισκόταν στο ναό. Πολλές φορές διάβαζε τους κανόνες και ό,τι άλλο διαβάζεται χύμα. Δεν έψελνε, γιατί δεν του επέτρεπε η αδύνατη-βραχνή φωνή του. Όταν λειτουργούσε δυσκολευόταν πολύ. Ήρεμος και γαλήνιος ο Γέροντας, ντυμένος την απλοϊκή ιερατική του στολή, έλαμπε ολόκληρος.
Η κατ' εξοχήν διακονία του στο μοναστήρι ήταν αυτή της ιεράς Εξομολογήσεως.  Με μοναδικό τρόπο προσέγγιζε τις ταλαιπωρημένες από την αμαρτία ψυχές.
Όρθιος σαν λαμπάδα, απ' το πρωί ως το βράδυ, μπροστά στο καθολικό της μονής, ακούραστος, ακαταπόνητος. Πάντοτε καλοσυνάτος και γελαστός, υποδεχόταν τους προσκυνητές. Άνοιγε συζήτη­ση μαζί τους και σιγά-σιγά τους περισσότερους τους οδηγούσε στην εξομολόγηση. Μέσα στο εξο­μολογητήριο, με τη βραχνή φωνούλα του, λέει και πάλι ο π. Δαμασκηνός, σε σαγήνευε. Άπλωνε μέσα στην ψυχή σου και σου έπαιρνε τις αμαρτίες. Με πολλή αγάπη πάσχιζε να βοηθήσει τους αν­θρώπους να καθαρίσουν την ψυχή τους.
Ένας γιατρός μας είπε, γράφει ο π. Δαμασκηνός, πως πριν από χρόνια έφερε ένα φίλο του στο μοναστήρι, για να γνωρίσει τον π. Βησσαρίωνα. Ο γιατρός ζήτησε από τον Γέροντα να τον εξομο­λογήσει. Όταν έβαλε το πετραχήλι του πάνω στο κεφάλι του, για να του διαβάσει την συγχωρητική ευχή, ένοιωσε το πετραχήλι σιγά σιγά να θερμαίνεται, μέχρι που τον έκαιγε. Το ίδιο ένοιωσε κι ο φίλος του, με τον σταυρό που του έβαλε στο κεφάλι ο Γέροντας για να τον διαβάσει. Δεν είπανε τί­ποτα στον Γέροντα. Φίλησαν  το χέρι του συγκλονισμένοι και έφυγαν.
Ένας γέροντας πνευματικός από την Αθήνα είπε πως την ώρα που συζητούσε με τον π. Βησ­σαρίωνα στο δωμάτιό του, στο μοναστήρι, το δωμάτιο πλημμύρισε από φως.
“Τι συμβαίνει”; τον ρώτησε ο πνευματικός.
Ο π. Βησσαρίων πήγε ως την πόρτα και γυρνώντας του είπε: “Μας επισκέφθηκε η μητέρα του Κυρίου μας, δεν την κατάλαβες;”.
DSCN1444 
Ένας άλλος πνευματικός, Αθηναίος κι' αυτός, πήγε κάποτε στη Λαμία, για να μιλήσει σε ένα Ιε­ρατικό Συνέδριο για την Εξομολόγηση. Περιμένοντας μέσα στο ιερό βήμα  ν' αρχίσει το συνέδριο, έβλεπε τους κληρικούς που προσκυνούσαν την Αγία Τράπεζα και έβγαιναν να πάρουν τις θέσεις τους. Πέρασε ανάμεσά τους κι ένας Γέροντας κληρικός. Στο πέρασμά του ένοιωσε ευωδία και ρώτησε να μάθει ποιος είναι. Είναι ο π. Βησσαρίων ο πνευματικός, του απάντησαν.
Πολλές φορές δεχόταν πόλεμο του σατανά και πάλευε μαζί του.
Θυμάται ο π. Δαμασκηνός:
Ένα βράδυ καθόμασταν στη βεράντα της μονής. Ακούσαμε ξαφνικά τον π. Βησσαρίωνα μέσα στο δωμάτιό του να φωνάζει. Τρέχουμε αμέσως και τον είδαμε να είναι μαζεμένος κουβάρι στην κορυφή του κρεβατιού του. Ήταν αναστατωμένος, το κορμί του έτρεμε.
“Τι σου συμβαίνει παππούλη”; Τον ρώτησα.
“Να παιδί μου”, μου είπε, και μου έδειξε τη γωνία του δωματίου.
“Εκεί είναι ένα μαύρο θηρίο, που μου επιτίθεται. Ορμάει καταπάνω μου και με φοβερίζει”.
Καθίσαμε μαζί του κάμποση ώρα. Ηρέμησε σιγά -σιγά, τον καληνυχτίσαμε και φύγαμε. Το πρωί με κάλεσε και μου είπε να βρω δύο καλά ξύλα και να του φτιάξω ένα μεγάλο Σταυρό. Έφτιαξα ένα Σταυρό και του τον έδωσα.
“Θα τον βάλω στο προσκεφάλι μου, μου είπε, κι  ας τολμήσει να ξανάρθει τώρα ο πονηρός. Θα υψώσω τον σταυρό του Κυρίου μου και θα φύγει”.
Χιλιάδες οικογένειες ανακούφισε ο ευλογημένος Γέροντας. Σπούδασε παιδιά,προίκισε κορίτσια. Βοηθούσε ασθενείς. Ενίσχυε πολλές εκκλησίες και βοηθούσε τα ιδρύματα.
Πολλοί χριστιανοί λένε, και το θεωρούν ιδιαίτερη ευλογία, πως κοιμήθηκε στο σπίτι τους. Κάποιοι απ' αυτούς κάνουν λόγο και για θαυμαστά γεγονότα που είδαν και έζησαν με τον Γέροντα.
Σ' ένα σπίτι στη Λοκρίδα, είδαν οι οικείοι τον π. Βησσαρίωνα τη νύχτα να προσεύχεται στο δωμάτιό του γονατιστός, λουσμένο μέσα στο φως και υψωμένο πάνω από το πάτωμα του δωματίου.
Πολλά περιστατικά δείχνουν πως τον π. Βησσαρίωνα τον μετακινούσε, πολλές φορές, η χάρις του Θεού.
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, πήγαινε στα Νοσοκομεία της Λαμίας. Από κρεβάτι σε κρεβάτι, έβλεπε όλους τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους βοηθούσε.
DSC01577Κάποτε στο νοσοκομείο της Λαμίας συνάντησε έναν βαρειά άρωστο άνθρωπο με προχωρημένο καρκίνο, σχεδόν στα τελευταία του. Πήγε κοντά του και κάθισε δίπλα του.
“Τι κάνεις παιδί μου;”, τον ρώτησε
“Δεν είμαι καλά παππούλη, πεθαίνω”.
“Παιδί μου έχω ένα φάρμακο που θα σε κάνει καλά”.
“Τι φάρμακο, παππούλη; Όλα τα πήρα και καμιά  ωφέλεια δεν είδα”
“Αυτό το φάρμακο που έχω εγώ, δεν το πήρες. Θέλεις να σου το φέρω;”
“Φέρτο μου, παππούλη”.
Τον εξομολόγησε και πήγε και του έφερε την θεία Κοινωνία. Ανασηκώθηκε ο ασθενής, έκαμε τον σταυρό του κλαίγοντας και Κοινώνησε.
“Παιδιά μου, είπε ο Γέροντας, ο άνθρωπος αυτός έγινε καλά! Τελείως καλά και πήγε γερός στο σπίτι του”.
Το σώμα του ήταν ασθενικό. Προσβάλλονταν εύκολα από κρυολογήματα.
Ένα γερό κρυολόγημα, στα 83 του χρόνια, εξελίχθηκε σε πνευμονία που τον οδήγησε τελικά στο νοσοκομείο “Σωτηρία”. Ύστερα από 13 ημέρες νοσηλείας, έχοντας στο πλευρό του τον ηγούμενό του π. Γερμανό, ο π. Βησσαρίων, ο άγιος των πτωχών και των βασανισμένων, εκοιμήθη εν Κυρίω.
Πλήθος κόσμου τον αποχαιρέτισε με δάκρυα στα μάτια, παρά το δριμύ ψύχος.
Ο μακαριστός μητροπολίτης Δαμασκηνός τελείωσε τον σύντομο λόγο του, κατά την νεκρώσιμη ακολουθία, με τα παρακάτω λόγια: “Σήμερα χριστιανοί μου, κηδεύουμε έναν Άγιο”!
Μαρτυρίες χριστιανών και συμμοναστών του επιβεβαιώνουν την αγιότητά του, πριν επισφραγισθεί με την εκταφή του.
Μια μέρα, πριν το σαρανταήμερο μνημόσυνο, λέει ο π. Δαμασκηνός, μπήκα στο ιερό βήμα του καθολικού από τη νότια πύλη και βλέποντας προς το μέρος της Αγίας Τράπεζας, είδα στο απέναντι παρεκκλήσιο τον π. Βησσαρίωνα ολοζώντανο. Αγαλλίασε η ψυχή μου. “Πάτερ μου”, φώναξα, και κινήθηκα πίσω από την αγία Τράπεζα, για να πάω σιμά του. Όταν έφθασα, ο παππούλης δεν ήταν εκεί!
Μια άλλη μέρα ο Νίκος, δόκιμος στο μοναστήρι, μπήκε στο παρεκκλήσιο του αγίου Χαραλάμπους, όπου και το εξομολογητήριο που εξομολογούσε ο Γέροντας και είδε πάνω στην καρέκλα του ένα λευκό περιστέρι. Άπλωσε και το πήρε στα χέρια του χωρίς αυτό να ταραχθεί καθόλου. Το φίλησε στο κεφάλι και βγήκε έξω να το ελευθερώσει. Το περιστέρι χάθηκε από τα χέρια του, χωρίς να ακουστεί το φτερούγισμά του. Ο γέροντας Γερμανός είπε πως ήταν η ψυχή του Παππούλη.
Ένας ιερέας ανέβηκε στο μοναστήρι με κάποιους συγγενείς του. Προσκύνησαν την Παναγία και τον όσιο Αγάθωνα και μετά κατέβηκαν στον τάφο. Εκεί ο ιερέας θέλησε να διαβάσει ένα τρισάγιο. Φόρεσε το πετραχήλι του, αλλά επειδή είδε πως είχαν σωθεί τα καρβουνάκια, είπε: “Πάτερ, συγχώρεσέ με που θα διαβάσω χωρίς θυμίαμα”. Άρχισε το τρισάγιο και όταν έψαλε το “μετά πνευμάτων δικαίων και τετελειωμένων...”, ο τάφος του Γέροντα μοσχοβόλησε από μόνος του!
Πολλά γράμματα έφτασαν και φτάνουν στο μοναστήρι, στα οποία πολλοί συνάνθρωποί μας  εξιστορούν θαύματα που έκανε και κάνει ο π. Βησσαρίων σ' αυτούς.
Πηγές:
  1. Αρχ.  Δαμασκηνού Ζαχαράκη, Πώς έζησα τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον Αγαθωνίτη
  2. Αρχ. Δαμασκηνού Ζαχαράκη, Το χρονικό της εκταφής του αφθάρτου σκηνώματος του οσίου πατρός ημών Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτου
ppanopoulos
 
ΣΧΟΛΙΟ: Οση αλήθεια καί άν διεκδικούν οι Παλαιοημερολογίτες, όση συμφωνία τών Πατέρων καί άν εξασφαλίζουν, μετά τόσα χρόνια, δέν έχουν Αγίους. Λυπηρό γιά τούς αγωνιστές τής αλήθειας αλλά πραγματικό. Αλλού βρίσκεται η Σωτηρία τού Κυρίου. Ούτε στό διάβασμα. ούτε στό δίκαιο.
 
Αμέθυστος 
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Ο Άγιος Παίσιος μιλάει για τους ετοιμοθάνατους

- Γέροντα, μας ζήτησαν να ευχηθούμε για κάποιον που μέρες ψυχορραγούσε και δεν έβγαινε η ψυχή του. 
- Γιατί δεν έβγαινε η ψυχή του; Εξομολογήθηκε;
 - Όχι, δεν θέλησε να εξομολογηθή. Δηλαδή, Γέροντα, η ταλαιπωρία του ανθρώπου, όταν βγαίνη η ψυχή του, οφείλεται στην αμαρτωλότητά του;

 - Δεν είναι απόλυτο αυτό. Ούτε όταν βγαίνη η ψυχή του ανθρώπου ήρεμα, σημαίνει πως είναι σε καλή κατάσταση, αλλά ούτε και όσοι ταλαιπωρούνται στα τελευταία τους σημαίνει πως έχουν πολλές αμαρτίες. Είναι μερικοί που από μεγάλη ταπείνωση ζητούν επίμονα από τον Θεό να έχουν άσχημο τέλος, για να μείνουν μετά τον θάνατό τους στην αφάνεια.
 Ή μπορεί κάποιος να έχη άσχημο τέλος, για να ξεχρεώση λίγο χρέος. Επειδή λ.χ. τον εγκωμίαζαν οι άνθρωποι περισσότερο από όσο άξιζε, επιτρέπει ο Θεός να παρουσιάση παραξενιές την ώρα του θανάτου του, για να ξεπέση στα μάτια των ανθρώπων. 
 Άλλες φορές πάλι οικονομάει ο Θεός να έχουν μερικοί δυσκολία, όταν ψυχορραγούν, για να καταλάβουν όσοι είναι κοντά του πόσο δύσκολα είναι εκεί στην κόλαση, όταν δεν τακτοποιηθής εδώ. Ενώ, εάν είναι τα χαρτιά καλά, είσαι δηλαδή τακτοποιημένος, περνάς από την μια ζωή στην άλλη, χωρίς να σε πλησιάζουν καθόλου τα ταγκαλάκια. 

- Γέροντα, σε έναν ετοιμοθάνατο ή σε κάποιον που έχει μια σοβαρή αρρώστια είναι σωστό να μην πούμε την αλήθεια; 
- Ανάλογα και με το τι άνθρωπος είναι. Καμμιά φορά, με ρωτάει κανένας καρκινοπαθής: 
«Τι λες, Γέροντα, θα ζήσω ή θα πεθάνω;». 

Αν του πω «θα πεθάνης», θα πεθάνη εκείνη την ώρα από την στενοχώρια του. Ενώ, αν δεν του το πω, παίρνει κουράγιο και αντιμετωπίζει με θάρρος την αρρώστια του. Όταν ωριμάση, σηκώνει μόνος του τον σταυρό του και προχωράει. Έτσι μπορεί να ζήση μερικά χρόνια, να συμπαρασταθή στην οικογένειά του και να ετοιμασθή και αυτός και οι δικοί του. Δεν του λέω φυσικά ότι θα ζήση χίλια χρόνια ή ότι αυτό που έχει δεν είναι τίποτε, αλλά του λέω: 
«Ανθρωπίνως είναι δύσκολο να βοηθηθής. Φυσικά για τον Θεό δεν είναι τίποτε δύσκολο, αλλά εσύ κοίταξε να τακτοποιηθής».

- Μερικές φορές, Γέροντα, οι δικοί του διστάζουν να τον κοινωνήσουν, για να μην τον βάλουν σε λογισμούς. 
- Δηλαδή να πάη ακοινώνητος, για να μην καταλάβη ότι θα πεθάνη και στεναχωρεθή; Ας του πουν οι δικοί του: «Η Θεία Κοινωνία είναι φάρμακο. Θα σε βοηθήση. Καλά είναι να κοινωνήσης». Οπότε κοινωνάει, βοηθιέται και συγχρόνως ετοιμάζεται για την άλλη ζωή. 

- Γέροντα, στους ψυχορραγούντας πρέπει να κάνουν Ευχέλαιο;
 - Σε όσους δυσκολεύονται να ξεψυχήσουν, διαβάζουν την «Ακολουθία εις ψυχορραγούντα». Το Ευχέλαιο γίνεται για όλους τους αρρώστους, δεν γίνεται μόνο για όσους βρίσκονται στα τελευταία τους.

 - Αυτά που λέει, Γέροντα, κανείς, όταν ψυχορραγή, έχουν κάποια σχέση με την κατάστασή του; 
- Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα. Μπορεί κάποιος την ώρα που ξεψυχάει να πονάη, να ζορίζεται και το πρόσωπό του να έχη την έκφραση του πόνου, οπότε οι άλλοι νομίζουν ότι δεν είναι καλά ψυχικά. Διαφέρει όμως η πονεμένη έκφραση από την άλλη που είναι άγρια και τρομαγμένη. Εκείνος υποφέρει, έχει τον πόνο του ο καημένος και οι άλλοι μπορεί να λένε ότι παλεύει με τα δαιμόνια που ήρθαν να του πάρουν την ψυχή! 

- Γέροντα, μια ψυχή που φεύγει από αυτήν την ζωή τακτοποιημένη θα περάση από τα τελώνια; 
- Όταν μια ψυχή είναι τακτοποιημένη και ανεβαίνη στον Ουρανό, δεν μπορούν τα ταγκαλάκια να την πειράξουν. Ενώ, αν δεν είναι τακτοποιημένη, βασανίζεται από τα ταγκαλάκια. Μερικές φορές μάλιστα ο Θεός επιτρέπει να βλέπη τα τελώνια η ψυχή του ανθρώπου που έχει χρέη, την ώρα που ψυχορραγεί, για να βοηθήση εμάς που θα ζήσουμε ακόμη, ώστε να αγωνισθούμε να εξοφλήσουμε εδώ τα χρέη μας.
 Θυμάστε το γεγονός με την Θεοδώρα; Οικονομάει δηλαδή να βλέπουν μερικοί ορισμένα πράγματα, για να βοηθηθούν οι άλλοι και να μετανοήσουν.
 Στον βίο του Οσίου Ευφροσύνου λ.χ. διαβάζουμε ότι ο Ηγούμενος,μετά από το όραμα που είδε, βρέθηκε με τα μήλα στο χέρι, για να τα δουν οι άλλοι και να βοηθηθούν. Καμμιά φορά πάλι οικονομάει ο Θεός να έχη η ψυχή έναν διάλογο την ώρα που ξεψυχάει, για να μετανοήση ο ίδιος ο άνθρωπος που βρίσκεται στα τελευταία του ή αυτοί που τον ακούν. Βλέπεις, ο Θεός έχει πολλούς τρόπους που σώζει τον άνθρωπο. Πότε βοηθάει με Αγγέλους, πότε με δοκιμασίες ή με διάφορα σημεία. 

 Είχα γνωρίσει μια γυναίκα που φερόταν βάρβαρα στον άνδρα της και στην πεθερά της· τους έδερνε και τους δύο. Εκείνη γύριζε στις γειτονιές και κουβέντιαζε και την πεθερά της, που ήταν γριούλα, την έστελνε κάθε μέρα στο χωράφι. Πήγαινε η φουκαριάρα η γριά κάθε μέρα στο χωράφι, δυο ώρες δρόμο, σβαρνίζοντας τα πόδια της και δούλευε από το πρωί ως το βράδυ, χωρίς να παραπονιέται. Ώσπου μια μέρα, μόλις γύρισε στο σπίτι, πτώμα από την κούραση, έπεσε κάτω και έλεγε στην νύφη της:
 «Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μου παίρνει την ψυχή. Σκούπισε, παιδάκι μου, τα αίματα». 
«Ποια αίματα, γιαγιά;», την ρωτούσε με αγωνία η νύφη, γιατί δεν έβλεπε να έχη αίματα επάνω της.
 «Να, παιδάκι μου, τα αίματα που τρέχουν! Σκούπισέ τα, σκούπισέ τα!».
 Γυρίζει η νύφη να κοιτάξη, και η γιαγιά είχε ξεψυχήσει. Μετά από αυτό το περιστατικό συνετίσθηκε και άλλαξε ζωή· από θηρίο έγινε αρνί. Ήταν οικονομία Θεού να δη την πεθερά της να ξεψυχάη με αυτά τα λόγια, να πιστέψη ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ παίρνει τις ψυχές δήθεν με το σπαθί, για να φοβηθή και να μετανοήση. Της μίλησε δηλαδή ο Θεός με την γλώσσα που καταλάβαινε, για να συνέλθη, γιατί, φαίνεται, θα είχε καλή διάθεση.

 - Και όταν, Γέροντα, ο ετοιμοθάνατος φωνάζη κεκοιμημένους συγγενείς του, τι σημαίνει;
 - Πολλές φορές και αυτό γίνεται, για να παραδειγματίζoνται οι άλλοι που είναι κοντά στον ετοιμοθάνατο. Γνώρισα μια πλούσια κυρία, που ήταν αγία γυναίκα. Δεν είχε παντρευτή και έμενε με την αδελφή της, στην οποία είχε δώσει όλη την περιουσία της. Ο γαμπρός της, που πέθανε μετά από αυτήν, όταν ξεψυχούσε, την φώναζε: 
«Έλα, Δέσποινα, να συγχωρεθούμε. Να με συγχωρέσης…, πολύ σε ταλαιπώρησα, να με συγχωρέσης!».
 «Που είναι η Δέσποινα;», τον ρώτησαν. 
«Να, δεν την βλέπετε; να, εκεί είναι!» τους είπε και μετά ξεψύχησε.
 - Συγχωρούνται, Γέροντα, έτσι οι άνθρωποι, ακόμη και την τελευταία στιγμή της ζωής τους με κάποιον που έχει ήδη πεθάνει;
 - Επιτρέπει ο Θεός, έστω και έτσι να συγχωρεθούν, επειδή ο άνθρωπος, την ώρα που πεθαίνει, μετανοιώνει και αισθάνεται την ανάγκη να ζητήση συγγνώμη.
http://proskynitis.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html

Εφυγε ο «ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματα» Παναγιώτης Τέτσης

 Εφυγε ο «ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματα» Παναγιώτης Τέτσης
Tολμηρός κολορίστας και ακούραστος θεράπων της τέχνης ως την τελευταία στιγμή ο Παναγιώτης Τέτσης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, ύστερα από μακρά κι επίπονη μάχη με τον καρκίνο.

Δάσκαλος και ακαδημαϊκός, ο δημιουργός προτιμούσε να συστήνεται ως «ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματα», δεν υπέκυψε στη λογική των παραγγελιών. Αποθέωσε στους καμβάδες του την ιδιαίτερη πατρίδα του, τα βράχια και τη θάλασσα της Υδρας και τα πεύκα της αγαπημένης του Σίφνου.

Προσπάθησε να κρατήσει την φρεσκάδα των λουλουδιών μέσα από τον χείμαρρο των χρωμάτων που χειριζόταν με απίστευτη μαεστρία και την οικειότητα στα πρόσωπα των αγαπημένων του φίλων, χωρίς να μπει ποτέ (με μια νεανική εξαίρεση) στον πειρασμό να βάλει ο ίδιος τη δική του όψη στο χαρτί. Και επικύρωσε τη σημαντική θέση του στην εικαστική σκηνή όταν έδωσε μνημειακές διαστάσεις στην καθημερινότητα μέσα από τη «Λαϊκή Αγορά» του, χωρίς να χάσει σχεδόν ποτέ τον εφηβικό ενθουσιασμό του.

Μάστορας της ελαιογραφίας και κορυφαίος ακουαρελίστας, αλλά και χαράκτης, με το εξασκημένο και γεμάτο αθωότητα βλέμμα του, κατάφερνε να μετατρέπει το φως και το χρώμα – δυο αιώνιους αντιπάλους, καθώς κι ο ίδιος εκτιμούσε ότι ειδικά το έντονο ελληνικό φως ξεθωριάζει τα χρώματα – σε συμμάχους ικανούς να αναδείξουν την ομορφιά όπου κι αν μπορούσε να την εντοπίσει.

Οταν τον πρόσεξε ο Πικιώνης...

Γεννημένος στην Ύδρα το 1925 ο Παναγιώτης Τέτσης, ήταν μόλις 14 ετών όταν πρόσεξε τη δουλειά του ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης καθώς εντυπωσιάστηκε από τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο είχε ζωγραφίσει τα Σπίτια της Υδρας. Και έτσι απέκτησε έναν πολύτιμο φύλακα –άγγελο, ενώ γρήγορα τον ίδιο ρόλο ανέλαβαν τόσο ο Νίκος Χατζηκυριάκος –Γκίκας όσο και ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής δοκίμασε τις δυνάμεις του στην Νομική και αφού γρήγορα διαπίστωσε ότι δεν τον ενδιέφερε, γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλό του τον Κωνσταντίνο Παρθένη.

Τα μέσα της δεκαετίας του ’50 τον βρήκαν με υποτροφία να σπουδάζει στο Παρίσι, ενώ με την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, το 1957, βρήκε τη «φωλιά» του, που δεν αποχωρίστηκε ως το τέλος: το ατελιέ του στην οδό Ξενοκράτους. Εκεί που περνούσε ώρες πολλές καθημερινά για να φιλοτεχνήσει τα έργα για τις 90 και πλέον ατομικές του εκθέσεις. Για να συναντήσει τους φίλους του, οι οποίοι ξαπόσταιναν με ένα ποτήρι παγωμένο νερό κι ένα γλυκό του κουταλιού που πάντα είχε στο ντουλάπι του.

Και για να δημιουργήσει το εμβληματικότερο έργο του, τη Λαϊκή Αγορά, μια σύνθεση που ξεπερνά σε μήκος τα 50μ. γεμάτη κίνηση και χρώμα, έναν ύμνο στην καθημερινότητα όσων συνέβαιναν κάθε Παρασκευή έξω από την πόρτα του, παρασύροντας το βλέμμα του θεατή να πιστέψει πως βρίσκεται κι ο ίδιος εκεί, μέσα στη βουή και το αταίριαστο πλήθος, τα φρούτα και τα λαχανικά που μοιάζουν με ένα πανηγύρι, όπου τιμώμενος δεν είναι άλλος κανείς παρά η ζωή.

«Αποτινάξτε τον δάσκαλό σας... »

Δεύτερο αγαπημένο του στέκι η Σχολή Καλών Τεχνών στην οποία άρχισε να διδάσκει από το 1976 έως το 1991. Από το εργαστήριό του πέρασαν πολλοί από τους σημερινούς καταξιωμένους ζωγράφους κι εκείνος παρά τις τιμές και την αναγνώριση θεωρούσε ότι δεν υπάρχει καλύτερη φιλοφρόνηση από το να τον αποκαλούν «δάσκαλο», αν και ήταν ο ίδιος που τους παρότρυνε να κάνουν κάτι που θεωρούσε δύσκολο: να αποτινάξουν τον δάσκαλό τους και να βρουν τον δρόμο τους.

Τον χρωστήρα του δεν τον άφηνε εύκολα από το χέρι, κι όπου κι αν βρισκόταν, πάντα θα έβρισκε κάτι να κεντρίσει το καλά εξασκημένο βλέμμα του, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο πηγαίους, εκφραστικούς, ποιοτικούς και εν τέλει πιο σημαντικούς ζωγράφους της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.

Αλλά κι από τους πιο γενναιόδωρους, καθώς όχι μόνο έχει προσφέρει στην Εθνική Πινακοθήκη 210 έργα του, αλλά και το δικαίωμα το 20% εξ αυτών να μπορούν να πωληθούν ώστε να αγοραστούν έργα συναδέλφων του, τα οποία λείπουν από τις συλλογές του μουσείου, όπως έγινε γνωστό την περασμένη Δευτέρα, οπότε του απονεμήθηκε το νεοσύστατο βραβείο εικαστικών τεχνών «Γιάννης Μόραλης» από το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά η επιδείνωση της ήδη βεβαρημένης υγείας του δεν του επέτρεψε να παραστεί στην τελετή.

 http://www.tanea.gr/news/nsin/article/5340461/efyge-o-zwgrafos-me-ta-pinela-kai-ta-xrwmata-panagiwths-tetshs/#.VtoSVegc0ZQ.facebook

Άγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς), επίσκοπος Ζίτσης και Αχρίδος


O άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ο «Σέρβος Χρυσόστομος», γεν­νήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς, από φτωχούς, πολύτεκνους και ευλαβείς γονείς. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στην Μονή Τσέλιε και από την παιδική του ηλικία έδειξε έντονη κλίση για την προσευχή. Εισήλθε στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι και με υποτροφία της Εκκλησίας, συνέχισε ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, την Γερμανία και την Αγγλία. Ήταν φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάνθρωπος, φιλάδελφος, φιλομαθής και φιλάσθενος. Γνώριζε άριστα επτά γλώσσες και ήθελε να δείξει με την απασχόλησή του με διάφορα θέματα την υπεροχή της πίστεως και της ορθοδόξου πνευματικότητος. Το 1908, υποστήριξε με μεγάλη επιτυχία στην Βέρνη διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην Ανά­σταση του Χριστού, ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας». Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υποστήριξε άλλη διδακτορική διατριβή στην Γενεύη περί της φιλοσοφίας του Μπέρκλεϋ.
niklai12
Επιστρέφοντας στην πατρίδα του το 1909, προσεβλήθη από βαρεία μορφή δυσεντερίας. Μόλις ανάρρωσε, έγινε μοναχός, και αργό­τερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στην Μονή Ρακόβιτσα. Εξελέγη καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα, ενώ κήρυττε σε διάφορες εκκλησίες της σερβικής πρωτεύουσας. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε συμπαραστάτης του λαού, των πασχόντων και των άπορων. Το 1915, εστάλη στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ζητήσει την βοήθεια των Σέρβων μεταναστών.
Εξελέγη επίσκοπος Ζίτσης μετά τον πόλεμο (1919) και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην Αχρίδα (1921). Ερχόταν για πολλά χρόνια στο Άγιον Όρος. Κυρίως παρέμενε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος, όπου γνωρίσθηκε και συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου νωρίς αντελήφθη κι έκανε γνωστή την αγιότητα. Η επίδραση του Αγίου Όρους και των απλών μοναχών του και κυρίως του οσίου Σιλουανού ήταν αρκετά δυνατή επάνω του, μεγαλύτερη των λαμπρών σπουδών του, όπως έλεγε. Εδώ γνωρίσθηκε και με τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993), εξαιρετικό βιογράφο του οσίου Σιλουανού, τον οποίο και χειροτόνησε διάκονο. Η ποιμαντική δραστηριότητα στην επισκοπή του ήταν έντονη. Ανα­καίνισε πολλές κατεστραμμένες ή εγκαταλελειμμένες μονές και ίδρυσε ορφανοτροφεία για παιδιά.
Συνέγραψε πολυάριθμα έργα, ποιητικού και βαθυστόχαστου ύφους, τα όποια εκδόθηκαν σε είκοσι τόμους. Το πλέον αγαπητό ανάγνωσμα παραμένει ο «Πρόλογος της Αχρίδος», στο οποίο παραθέτει σύντομους Βίους των αγίων της κάθε ημέρας του έτους, μαζί με σχόλια και θέματα πνευματικού ενδιαφέροντος. Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, ύμνους και ακολουθίες. Σχετικά με αυτές τις τελευταίες, ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς δεν δίστασε να γράψει: «Ας με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά ο Νικόλαος τον ξεπέρασε». Άφησε περί τις τριακόσιες Ιεραποστολικές Επιστολές, οι οποίες απαντούν σε συγκεκριμένα ποιμαντικά ερωτήματα που έθεταν οι πιστοί. Τόση ήταν η επιρροή του στον λαό, ώστε θεω­ρούσαν κάθε λόγο του, γραπτό ή προφορικό, ισάξιο των Αποφθεγμάτων του Γεροντικού.
Το ενδιαφέρον του επεκτεινόταν για όλη την Εκκλησία. Επεδίωκε να διατηρεί καλές σχέσεις με τους Έλληνες και Βούλγαρους ορθοδόξους. Το 1930, έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στην Μονή Βατοπαιδίου στο Άγιο Όρος, στην οποία εξέφρασε το ορθόδοξο φρόνημα αντίθετος στην τάση προσαρμογής των παραδόσεων της Εκκλησίας στο πνεύμα του αιώνα. Κατήγγειλε τη συμφωνία με το Βατικανό, που ήταν έτοιμη να συνάψει η Γιουγκοσλαβία το 1937, η οποία καθιστούσε την χώρα πεδίο ιεραποστολής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Είχε προβλέψει ότι η ισχυρή Ευρώπη θα γινόταν συντρίμμια αν ανατρέπονταν τα χριστιανικά της θεμέλια. Έγραφε προφητικά: «Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από την χώρα των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της».
Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, προ­τίμησε να υποφέρει με τον λαό του Θεού παρά να αναζητήσει ασφάλεια. Διαμαρτυρήθηκε θαρραλέα εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο. Κατήγγειλε με αγανάκτηση την χριστιανική υποκρισία που δικαιολογούσε τα φοβερά εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον των ορθοδόξων Σέρβων της Κρο­ατίας. Αργότερα συνέθεσε έξοχη Ακο­λουθία προς τιμήν των Σέρβων νεομαρτύρων. Συνελήφθη από τους Γερ­μανούς το 1941 και έμεινε στις πιο αυστηρές φυλακές πάνω από 3 χρόνια, συγκρατούμενος με τον πατριάρχη Γαβριήλ, και μετά εγκλείστηκε στο στρα­τόπεδο θανάτου του Νταχάου το 1944. Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945, με την άφιξη των συμμάχων.
Μετά την απελευθέρωσή του, επειδή το άθεο καθεστώς τον θεωρούσε εχθρό του λαού, μετέβη στην Αμε­ρική (1946), όπου ανεδείχθη ποιμένας, διδάσκαλος, καθηγητής, κήρυκας, ομολογητής και όσιος και έγινε με αυτόν τον τρόπο νέος απόστολος της Ορθοδοξίας στον Νέο Κόσμο. Έγραφε τα πνευματικά του έργα στα αγγλικά και δίδασκε στην σερβική Ιερατική Σχολή της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στην θεολο­γική Ακαδημία Αγίου Βλαδίμηρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρντανβιλ (Νέας Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία). Εκεί στον Άγιο Τύχωνα, ο άγιος Νικόλαος παρέδωσε την γενναία του ψυχή στον Κύριο στις 5/18 Μαρτίου 1956, την ώρα πού ετοιμαζόταν να τελέσει την θεία Λειτουργία. Το 1991, τα τίμια λείψανα του μεταφέρθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Μονή Τσέλιε κι αναπαύονται δίπλα στον τάφο του εξαίρετου μαθητή του π. Ιουστίνου Πόποβιτς (+1979). Βιογράφος του καλός υπήρξε ο επίσης μαθητής του επίσκοπος Ράσκας Αρτέμιος Ραντοσάβλιεβιτς. Η επίσημη αναγνώρισή του από τη Σερβική Εκκλησία έγινε τον Μάϊο του 2003. Η μνήμη του τιμάται στίς 5 Μαρτίου.
 
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Η κατ' οικονομίαν Σωτηρία


       Όσιος Μάρκος ο ασκητής.                                             

Λοιπόν την αρχή τής κατά Θεόν ωφέλειάς σου, παιδί μου, οφείλεις να την κάνεις από αυτό το σημείο: πρέπει να μελετάς και να συλλογίζεσαι ακατάπαυστα χωρίς ποτέ να ξεχνάς, όλες τις οικονομίες τις διευθετήσεις και τους μυστηριώδεις τρόπους της θείας βουλής και τις ευεργεσίες που σου έκανε κι εξακολουθεί να σου κάνει ο Θεός για τη σωτηρία της ψυχής σου. όχι τυλιγμένος από τη λήθη που προκαλεί η κακία ή εξαιτίας της ραθυμίας να ξεχνάς τις πολλές και μεγάλες προς εσένα ευεργεσίες Του, και έτσι να περνάς τον υπόλοιπο καιρό σου χωρίς ωφέλιμα έργα και χωρίς ευχαριστία.Επειδή οι ακατάπαυστες αυτές ενθυμήσεις των ευεργεσιών του Θεού, κεντούν σαν το σουβλί την καρδιά, και την παρακινούν σε εξομολόγηση και σε δοξολογία, σε ταπείνωση, σε ευχαριστία με συντριβή ψυχής, σε κάθε αγαθή απασχόληση, σε προθυμία για να ανταποδώσει τις ευεργεσίες προς το Θεό με τρόπους και ήθη αγαθά και με όλη την αρετή που είναι σύμφωνη με το θέλημά Του. και την κάνουν να μελετά πάντοτε τον προφητικό λόγο: «Τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα, με όσα με έχει ευεργετήσει;.Ας αναλογιστεί ο άνθρωπος τις ευεργεσίες του φιλάνθρωπου Θεού από τον καιρό της γενννήσεως, ή από πόσους κινδύνους γλύτωσε, σε πόσες αμαρτίες έπεσε και σε πόσες παραβάσεις γλίστρησε θεληματικά, και εντούτοις δεν τον παρέδωσε για απώλεια και θάνατο, σύμφωνα με το δίκαιο, στα πονηρά πνεύματα που τον εξαπάτησαν, αλλά τον διαφύλαξε μακρόθυμα ο φιλάνθρωπος Κύριος, παραβλέποντας τις αμαρτίες του, περιμένοντας την επιστροφή του. 

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ 

 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς


π.ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ,
Ο ΝΕΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
 Μακαριστού Μητροπολίτη Πατρών κυρού Νικοδήμου

      Εις την πόλιν των Αθηνών, παρά τους παλαιούς στρατώνες και την πλατείαν Μοναστηρακίου υπήρχε ιδιωτικό παρεκκλήσιο, έπ' ονόματι τού Προφήτου Ελισαίου  εις την οδόν Άρεως 14. Αργότερο κατηδαφίσθη.
Eις το εκκλησάκι αυτό ελειτούργει ο απλούς τον τρόπο σεβάσμιος ιερέας Νικόλαος Πλανάς, εκ της νή­σου Νάξου καταγόμενος. Ακαταπόνητος, περίπου επί πεντηκονταετία (18841932) ετελούσε καθημερινά την θ. Λειτουργία, πλην Σαββάτων και Κυριακών και επισήμων εορτών, οπότε ιερούργει εις την ενορία του, τού Αγίου Πα­ντελεήμονος  Ιλισσού αρχικά και ακολούθως εις την τού Αγ. Ιωάννου τού Προδρόμου της οδού Βουλιαγμένης. Την δε Μ. Τεσσαρακοστή ετελούσε καθ' εκάστην Προηγιασμένας λειτουργίας.
 Την εποχή εκείνη που εχειροτονήθη (Διάκονος την 28ην Ιουλίου 1879 και Πρεσβύτε­ρος, μετά πενταετία την 2α Μαρτίου 1884, άγων το 33ο έτος της ηλικίας του) η πόλις των Αθηνών, κατά μαρτυρία τού ιδίου, έφθανεν από την Ακρόπολη ως την Παναγία Βλασαρού (παρά τον Άγιο Φίλιππο  Μοναστηρακίου). Και αι ενορίαι απηρτίζοντο από ελαχίστες οικογενείας (13 οικο­γενείας η τού Αγ. Παντελεήμο­νος και 8 οικογενείας η τού Αγ. Ιωάννου, αμφότερες διαδοχικά της εφημερίας τού π. Νικολάου Πλανού!).
 Απέριττος λειτουργός
 Ο απέριττος λειτουργός τού Θεού ήτο ησκημένος εις την λιτότητα. Ορφανός πατρός από της ηλικίας των 14 ετών, ήλθε εις Αθήνας μετά της μητρός του και της μό­νης αδελφής του, αφού εμοιράσθηκε μετά της αδελφής την πατρική περιουσία, αξιόλογο ίσως, άλλ' εδέησε να ενεχυριάση το μερίδιό του, χάριν εμπεριστάτου συμπατριώτου του, χωρίς ποτέ να την ανακτήση. Και διέμεινε πτωχός.
 Κατ' επιθυμία της μητρός του, δεκαεπταετής ενυμφεύθηκε την Ελένη το γένος Προβελεγγίου, εκ Κυθή­ρων. Και απέκτησε υιόν εξ αυτής, τον Ιωάννην· άλλ' η σύζυγος απέθανε κατά τον τοκετό. Ο ίδιος αφιέρωσε έκτοτε, νεαρώτατος, τον εαυτόν του εις τον Θεόν και την Εκκλησία. Και γενόμενος ιερέας ηρκείτο συνήθως εις τεμάχιο άρτου και ολίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε μόνος του, ενίοτε δε και εις ολίγον γάλα που τού προ­σέφεραν ποιμένες της περιοχής, ερημικής τότε, και σή­μερο πολυανθρωποτάτης και αστικής, εν μέσαις Αθήναις. Και τα ελάχιστα διδόμενα εις αυτόν χρήματα ή άλλο τι διέθετεν εις αγαθοεργίας. Ό,τι τού εδίδετο το έδιδε ευθύς, εις ορφανά, εις σπουδαστές, εις πτωχές οικογε­νείας, δια τον επιούσιο και τας ανάγκας που ανεκάλυπτε και εκάλυπτεν αθορύβως, αφανά και με πάσαν εχεμύθεια.
Πλούτος και θησαυρός του, και κέντρο και άξων της ζωής και της υπάρξεώς του ήτο η λει­τουργική ζωή της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ο ναός τού Θεού και τα τελούμενα εν αυτώ.
Προφανώς και κατ' αλήθεια εχαρακτηρίσθη ως ο λειτουργικώτερος ιερέας της εποχής μας, άνθρωπος της προσευχής, τού οποίου η ζωή υπήρξε συ­νεχής διακονία τού θυσιαστηρί­ου, αληθής μύστης της χάριτος, την οποία, δια των έργων και τού παραδείγματός του, μετέδιδε εις τους πιστούς (Θ. Η. Εγκυκλοπαίδεια, τ. 10, Ε. Ν. Τζιράκης). Κατά πλήρη εφαρμογή, θα προσθέσουμε, τού αποστολικού παραγγέλματος· τον κόπτωντα γεωργό δει πρώτον των καρπών μεταλαμβάνειν (Β' Τιμ. 2, 6).
 Από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός διέτριβεν εις τον Ναόν, κατά το ψαλμικό ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων· επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς τού Κυρίου (Ψαλ. 831).Ήρχιζε την ιερά Ακολουθία το πρωί και ετελίωνε τας μεταμεσημβρινάς και πολλάκις τας απογευματινάς ώρας! Κατά δε την ιερά Προσκομιδήν των Τιμίων Δώρων εμνημόνευεν σωρίαν ονομάτων. Διετήρει όλα τα κοινά λεγόμενα ψυχοχάρτια πού τού έφερον  έστω και με μία δραχμήν ή μία δεκάραν συνοδευόμενα  και τα εμνημόνευε συνεχώς και αδιαλείπτως, επί ώρας καθ' εκάστην. Λέγεται δε ότι, φειδόμενοι τού κόπου της αγάπης του, κάποτε εκ των υπη­ρετούντων αυτόν κατά την Θ. Λειτουργία, αφαιρούσαν μέρος εξ αυτών, δια να τον ανακουφίσουν.
 Ένθεος ζήλος
 Άλλ' όχι απλώς το μήκος και η διάρκεια της ιερουρ­γίας ήτο ενδεικτική τού ένθεου ζήλου του. Έτι μάλλον συνήρπαζε η κατάνυξη, η αίσθηση της αγιότητας τού ιερουργούντος και η μεταδιδομένη γαλή­νη και ο μετεωρισμός τού εκκλησιάσματος προς τα άνω ου ο Χριστός έστιν εν δεξιά τού Θεού καθήμενος (Κολ. 3, 1). Αναφέρο­νται μαρτυρίαι παιδιών ότι τον έβλεπο μετάρσιο, μη πατούντα επί της γης εν ώρα θ. Λειτουργίας!
 Ονομαστές και αλησμόνηται είναι αι αγρυπνίαι, τας οποί­ας ετελούσε εις τον ναόν τού Αγ. Ελισαίου. Ιερατικά συνέπραττε με αυτού ο ιερεύς της ενορίας μου (αγ. Νικολάου Πευκακίων  Αθηνών), π. Αντώνιος Νικηφόρος, εκ Θουρίας Καλαμών (1937). Κατ' επανάληψη δε τον ηκολούθησα, κατά τα μαθητι­κά μου χρόνια και μού εδόθη η ευκαιρία  η ευλογία μάλλον  να ιδώ ιερουργούντα τον μακαριστόν π. Νικόλαο Πλανάν.
Ήτο πολύ μικρός το δέμας. Και κυρτός πλέον σωματικά εκ της ηλικίας. Θα αναφέρω όμως όποιο σεβασμό και ευλάβεια ενέπνεε το πρόσωπόν του και η παρουσία του. Εις μία αγρυπνία μετέβημεν μαζί με την μητέρα μου. Αναγνώστης εγώ τότε  χειροθετημένος υπό τού προκατόχου μου μητροπολίτη Πατρών και έπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Παναγιωτοπούλου (+ 8.1.1962), τότε βοηθού επισκόπου Σταυρουπόλεως ανέγνωσα πολλάκις των ί. αναγνωσμάτων. Ενώ δε, πέρα το μεσονύκτιο, ανεγίνωσκον την ακολουθία της Θείας Μεταλήψης, εσημειώθηκε μικρά κίνηση τού εκκλησιάσματος διανοίγοντος δίοδον και υποκλινομένου ευλαβώς. Η μητέρα μου ενόμισε δτι εισήρχετο Αρχιερέας, ινα ιερουργήση και επί τη εισόδω του ο λαός έκυπτε την κεφαλή, δια να λάβη την ευλογία του. Άντ' αυτού όμως βλέπει μικρόσωμο ιερέα εισερχόμενο υπό την τόσον έκδηλο ευλάβεια των υποδεχομένων αυτόν χριστιανών. Ήτο ο π. Νικόλαος Πλανάς. Το κεντρικό πρό­σωπο της ιερουργίας. Με ταπεινή όψη και φωνή. Και με πανθομολογουμένη αγιότητα, ενώπιο της οποίας υπεκλίνοντο ευλαβώς οι γινώσκοντες αυτόν. Ηξιώθημεν να αγιασθούμε δια της ευλογούσης χειρός του· και να κοινωνήσουμε της χάρι­τος δια της ύπ' αυτού τελεσιουργηθείσης θείας Ευχαριστίας.
 Με τους δύο Αλεξάνδρους
 Παλαιότερο εις τας παννυχίδας αυτάς επλαισιώνετο από τούς γνωστούς διη­γηματογράφους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντην και Αλέξανδρο Μωραϊτίδην (έπειτα μοναχό Ανδρόνικον) άδοντας και ψάλλο­ντας εν τη καρδία αυτών τω Κυρίω, εις την εκκλησία τού Προφήτου Ελισαίου.[...]
 Όταν έφθασε εις ώριμο γήρας (ογδοηκοντούτης), εκάμφθη υπό το βάρος των κοπώσεων. Και μετά εννεάμηνο παροπλισμό του (από Ιουνίου 1931 μέχρι και Φεβρουαρίου 1932) εκτός ενεργού ιερατείας, λόγω εξαντλήσεως των σωματικών του δυνάμεων, εκοιμήθη εν Κυρίω την 2α Μαρτίου 1932, επέτειο της εις πρεσβύτερο χειροτονίας του.
 Το τέλος αυτού  γράφει ο μακαριστός Μητροπο­λίτης πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, διατελέσας πνευματικό τέκνο τού αοιδίμου γέροντος  υπήρξε τέλος όντως αγίου. Συνωμίλει μετά τού Σωτήρος Χρι­στού, ικετεύων αυτόν όπως λάβη την ψυχή αυτού και αναπαύση το βεβαρημένο σώμα του. Έζησε ως δίκαιος και εκοιμήθη ως άγιος τον ύπνο τού ανθρώπου τού Θεού ηρέμως...
 Η είδηση της κοιμήσεως αυτού διεδόθη αστραπιαί­ος εις την ενορία του και καθ' άπασαν την πόλιν των Αθηνών. Το σεπτό σκήνωμα του, μετακομισθέν εις τον ναόν τού Αγ. Ιωάννου (της οδού Βουλιαγμένης), ετέθη εις προσκύνημα επί τριήμερο, τη επιμόνω αξιώσει των ενοριτών αυτού  συνεχίζει ο πρ. Παραμυθίας Τίτος χωρίς να προηγηθή ουδεμία ταρίχευση αυτού ουδέ να υποστή αλλοίωσίν τινά.
 Χιλιάδες λαού στην κηδεία του
 Χιλιάδες λαού συνέρρευσαν, άνθρωποι πάσης ηλικίας και τάξεως, ίνα προσκυ­νήσουν το σεπτό αυτού σκήνωμα. Εκηδεύθηκε τη 5η Μαρτίου εν μέσω χιλιάδων λαού. Της κηδείας αυτού προέστη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Πα­παδόπουλος (+1938), ο οποίος εκφωνήσας επικήδειον λόγον, ανεφέρθηκε εις τας πολλάς και σπανίας αρετάς τού κοιμηθέντος... εξάρας δεόντως τα πολλά αυτού χαρίσματα και την εξαίρετο ιερατική αυτού δράσιν εν τω αμπελώνι τού Σωτήρος Χριστού. Ως απόδειξη δε της μεγάλης τιμής ηξιώθηκε ούτος εν τη Εκκλησία επεκαλέσθη το πλήθος των πιστών, όπερ παρηκολούθησε την κηδείαν αυτού. Κατόπιν ανεφέρθηκε εις την φήμην την αγαθή, ην απέκτησε ως εξομολόγος και παρωμοίασε αυτόν προς μεγάλον της Εκκλησίας ημών Πατέρα.
 Η κηδεία αυτού ενεθύμιζε ημέραν Μεγάλης Παρα­σκευής. Ως δ' εάν επρόκειτο περί κηδείας Πατριάρχου ή Βασιλέως, ο λαός είχε κατακλύσει την πλατείαν τού Ναού και τας παρόδους, η συγκοινωνία είχε διακοπή, επιμόνω δ' αξιώσει αυτού δεν ετάφη ευθύς αμέσως μετά την ακολουθία της κηδείας. Περαιωθείσης την 12ην μεσημβρινή ώραν, αλλά περί την 4ην απογευματινή, αφού περιεφέρθηκε επί των ώμων των ευσεβών αυτού ενοριτών το σκήνωμα αυτού εις τας κυριωτέρας οδούς της ενορίας ταύτης... Το τι επηκολούθησε κατά τας τέσσαρας ταύτας ώρας μέχρι της ταφής αυτού δεν περιγράφεται. Όλοι ωμίλουν περί γενομένης εις αυτούς εκ μέρους τού κοιμηθέντος καλωσύνης, βοηθείας, παρηγορίας, σωτηρίας. Τούς πάντας είχε ευεργετήσει καθ' όλη την μακρά ιερατική του υπηρεσία. Ετάφη εις ανοιγέντα τάφο παρά τω ιερώ βήματι τού ναού τούτου (Περιοδ. Εκκλησία έ. 1966, σελ. 632).
 Δημοσιεύματα εκκλησιαστικών εντύπων
 Έγραψαν σχετικά περί αυτού τα τότε εκδιδόμενα φύλλα: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ της 12ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων: Κατά τα υπερπεντήκοντα έτη της υπηρεσίας του ο αείμνηστος ιερεύς Νικόλαος δια της εξομολογήσεως εγνωρίσθη ευρύτατα, χιλιάδες δε πιστών προσήρχοντο προς αύτόν. Ήσκει έπ' αυτών, δια της ιεροπρεπείας του και των μεγάλων αρετών ύφ' ων περιεκοσμείτο ευεργετικώτατη επίδρασιν.
 Ο ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ της 1ης Απριλίου 1932 έγραφεν:  Ο  παπα-Νικόλαος των αγρυπνιών τού Αγίου Ελισαίου απεδήμησε εις την αιώνιο χαρά... Λέ­γων προσευχές εφαινόταν εμπνευσμένος. Ο πλούτος του ήτο η ευτέλεια της πε­ριβολής του η δόξα του, η καλωσύνη και η προθυ­μία του να εξυπηρετεί τούς ζητούντας την φωτισμένη διάνοιάν του η εξωτερική του εμφάνισις, συγκριτικά προς τας επιδεικτικές εμφανίσεις, ήτο ανυπαρξία αξίας τινός, αλλά δια μέσου αυτής της ανυπαρξίας εφαινόταν το μεγαλείον της εσωτερικής αγιότητος... Ήτο φοβερό φαινόμενο εξουθενητού της επιδεικνυομένης πορφύρας και βύσσου, τού χρυσού και τού αργύρου... Δίκαιο είναι να κληθή ζωντανή εικών μακαρίου πτωχού τω πνεύματι χριστιανού άξιου της βασιλείας των ουρανών, καθώς ο Κύριος ρητώς εδίδαξε και εχαρακτήρισε.
 Οι ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ έγραψαν: ...Ο αείμνηστος ιερεύς ήτο τύπος σεμνού και ευσεβεστάτου κληρικού, κεκοσμημένου όλων των αρετών, διο και απήλαυε τού γενικού σεβασμού και της αγάπης εκ μέρους της κοινωνίας. Η εφημερίς ΕΣΠΕΡΙΝΗ της 7ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων, γράφει: ... Είναι άπειροι εκείνοι πού εσώθησαν από την ελεημοσύνη τού ιερέα αυτού... Υπολογίζεται ότι από της προχθές παρήλασαν προ της σορού του και το ησπάσθηκαν περισσότεροι των οκτώ χιλιάδων....
Η αυτή δε εφημερίς της 6ης Μαρτίου 1932 δημοσίευ­σε στην 1ην σελίδα την φωτογραφία τού αγίου ανδρός υπό τους τίτλους «Τα σπάνια ανθρώπινα φαινόμενα της εποχής μας. Ένας άγιος ιερέας που απέθανε πάμπτω­χος. Τον θρηνούν χιλιάδες πιστών. Ο Νικόλαος Πλανάς και το χριστιανικώτατο έργον του. Υπήρξε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων πτωχών. Παν ότι συνέλεγε το εμοίραζε αμέσως. Η αυτοθυσία του θα μείνη αλησμόνητος. Τα οράματα που είδε προ τού θανάτου του. Ήλθε ένας άγγελος και εκάθησε παρά το προσκέφαλό του».
 Θαυμαστοί ιάσεις ασθενών
 Τελευταίο πρέπει να μνημονεύσουμε ότι και θαύμα­τα μαρτυρούνται τελεσθέντα δια των ευχών και της ενώ­πιο τού Κυρίου παρρησίας του. Εις εκδοθέν περί αυτού βιβλίο, υπό τον τίτλο ‘Ο παπα-Νικόλαος Πλανάς:  ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων» (Εκδ. Οίκος Αστήρ Α.Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1965. Πρόλο­γος Φ. Κόντογλου, Επίλογος Άρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου) η συγγραφέας μοναχή Μάρ­θα, εκ τού αμέσου περιβάλ­λοντος τού μακαριστού Γέ­ροντος και τακτική συνοδός αυτού, διηγείται τινά εκ των θαυμάτων των ύπ' αυτού συντελεσθέντων υπό της Χάρι­τος τού Θεού. Περί ενός δ' εξ αυτών (μνημονευομένου εν σελ. 37-38) ο προδιαληφθείς Μητροπολίτης πρ. Παραμυ­θίας Τίτος βεβαιεί ότι έτυχε να είναι παρών ότε συνέβη τούτο, επαληθεύσαντος τού λόγου τού Σωτήρος Χριστού· καν θανάσιμό τι πίωση, ου μη αυτούς βλάψη (Μαρκ. 16, 18). Πρόκειται δε δια το φάρμακον με το οποίον ετέλεσε τη θεία Λειτουργία, όπερ κατά λά­θος παρέλαβε μεθ' εαυτού, αντί τού νάματος (Περιοδ. Εκκλησία, ένθ. άνωτ., έτ. 1966, σ. 631).
 Εν δε τω περιοδικώ ‘Ενορία’ τού Ανδρέου Κεραμίδα, αρθρογραφών περί αυτού ο ιερέας Ιωάννης Αδαμόπου­λος  εφημέριος τού Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου Ομονοί­ας, Αθηνών γνωρίσας προσωπικά τον αείμνηστον τω 1930 και συνδεθείς στενά με αυτού ως διάκονος, γράφει το και ανωτέρω μνημονευθέν, ότι παιδάκια αθώα  κατά τας μαρτυρίας πολλών  τον έβλεπαν ιστάμενο υψηλότερο τού εδάφους όταν ιερουργούσεν. Ιστορεί δε και τέσσερα εκ των γνωσθέντων θαυμάτων αυτού, λία χαρακτηριστικά, δύο θαυμαστές ιάσεις ασθενών, θαυμαστήν κάλυψη στρατιώτου εν πολέμω και ημέρωσιν αποθηριωθέντος αμαξηλάτου μετά θεραπείας τού ημιθανούς ίππου του και ανανήψης και μετανοίας τού βλασφήμου εκείνου, όστις εφεξής αφωσιώθηκε εις τον γέ­ροντα και τον πηγαινοέφερνε από το σπίτι του εις τον Προφήτην Ελισαίον. (Περιοδ. Ενορία έ. 1949, σελ. 296 και 313-14). Ικανά ταύτα, νομίζουμε, και ενδεικτικά της αγιότητας τού ανδρός.
 Εν όψει δε πάντων των ανωτέρω, εκ των οποίων διαπιστούται η γενική έξωλθε μαρτυρία της αγιότητας τού ιερέα Νικολάου Πλανά ουδεμία ουδαμόλθε υπήρξε διαμφισβήτηση αυτής. Νωπαί δε είναι εξ άλλου εις τας ακοάς ημών μαρτυρίαι φθάσασαι μέχρις ημών δια στόματος πολλών επιζώντων μέχρι πρότινος πνευματικών αυτού τέκνων και άλλων εκ τού κύ­κλου τού περιβάλλοντος και της με αυτού ανάστροφης ειδότων την αυτού θεάρεστον βιωτήν και πολιτείαν, ευλαβώς εισηγούμεθα την υπό της καθ' ημάς αγιωτάτης Εκκλησίας ανομολόγησιν της αγιότητας αυτού και την ενέργεια των δεόντων δια την υπό της Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, επίσημο ανακήρυξη ταύτης και καθορισμό της εορτίου μνήμης αυτού τη 2α Μαρτί­ου εκάστου έτους, επετείω της τε χειροτονίας αυτού ως πρεσβυτέρου και της μακαρίας κοιμήσεως αυτού εν Κυρίω.
  Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση προς τη διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος γύρω από της αναγνωρίσεως της αγιότητας τού οσίου Νικολάου τού Πλανά.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Ο μύθος της "κοινής κουλτούρας" στην εκπαίδευση


Της Natacha Polony, Γαλλίδας εκπαιδευτικού, από το εξαιρετικό της βιβλίο «Τα Χαμένα Παιδιά μας», (“Nos Enfants Gâchés”), στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις.
- Αλήθειες για το «μοντέρνο» (νεοταξικό) εκπαιδευτικό σύστημα που περιφρονεί την κληρονομιά, την παράδοση και την αυθεντία, στερώντας από τους μαθητές την Παιδεία και υπηρετώντας τα σχέδια της παγκόσμιας ελίτ. Η «κοινή κουλτούρα» (culture commune) ορίστηκε επίσημα ως εκπαιδευτικός στόχος στην Γαλλία, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 και έκτοτε έχει γίνει ο επίσημος εκπαιδευτικός λόγος – σχεδόν σλόγκαν. Ο λόγος που προτάθηκε αυτή η έννοια είναι επειδή κρίθηκε περισσότερο «συναινετική» σε μια όλο και εντονότερα πολυπολιτισμική γαλλική κοινωνία, ιδίως στον χώρο των σχολείων, λόγω της μαζικής μετανάστευσης. Στην χώρα μας, (ως προοίμιο της "κοινής κουλτούρας"), έχει υιοθετηθεί ο όρος "διαπολιστιμική εκπαίδευση". Εκεί γίνεται λόγος για "ευάλωτες κοινωνικές ομάδες" και υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη "οι τοπικές συνθήκες και οι κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες της κάθε ομάδας στόχου" και να δίδεται "ιδιαίτερη βαρύτητα στην αποδοχή της διαφορετικότητας, την αλληλοκατανόηση, το σεβασμό και την εξάλειψη των στερεοτύπων και προκαταλήψεων, με στόχο την καλλιέργεια ενός πολυπολιτισμικού πνεύματος που θα διακατέχει το σχολείο του 21ου αιώνα".

Αποσπάσματα - με ελάχιστες παρεμβάσεις

«Το κυρίαρχο πάθος είναι να ζεις για τη στιγμή - να ζεις για τον εαυτό σου, όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου. Χάνουμε γοργά την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια διαδοχή γενεών που ξεκίνησαν από το παρελθόν και προεκτείνονται στο μέλλον» - Christopher Lash, «Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού. Η αμερικανική ζωή σε μία εποχή μειούμενων προσδοκιών».

Ήδη από το 1979 ο Αμερικάνος ιστορικός και κοινωνιολόγος Christopher Lash (1932–1994) είχε διαγνώσει την αρρώστια των σύγχρονων κοινωνιών μέσα από τη μορφή του ναρκισσιστικού ατόμου, που είναι ανίκανο να τοποθετήσει τον εαυτό του στον κατακόρυφο άξονα ενός γενεαλογικού δέντρου, ανίκανο να δει πιο πέρα από τη δική του ζωή. Του ατόμου-μονάδα, που ταξιδεύει μόνο του στον ακύμαντο ωκεανό της καταναλωτικής κοινωνίας. Αυτό το άτομο, που το παρουσιάζουμε σαν πρότυπο στους νέους, ξέρει μόνο τον οριζόντιο άξονα του δικτύου. Αξίες του είναι το «σήμερα» και η «ισότητα». Όχι οι κάθετες γραμμές, η διαδοχή, η κληρονομιά. Το αίσθημα της κληρονομιάς του είναι άγνωστο. Ιστορικό παράδοξο, αν σκεφτούμε ότι μέχρι τώρα ο άνθρωπος ζούσε πάντα συνεχίζοντας και ξαναδιαβάζοντας το παρελθόν του. Το κείμενο του Georges Duby με τίτλο ακριβώς «Κληρονομιά» [L’Heritage], το οποίο κλείνει το βιβλίο του Fernand Braudel για τη Μεσόγειο, αποτελεί ύμνο στην «ανθρώπινη τελείωση», στην «υπερηφάνεια και την ευτυχία να είσαι άνθρωπος» που γεννιούνται από τον «ασυγκράτητο τροπισμό», την ασυνείδητη έλξη που νιώθει κάθε άνθρωπος για το πολιτιστικό λίκνο στο οποίο γεννήθηκε. Είναι ένας ύμνος στη μετάδοση της κουλτούρας ως «μαγιάς δημιουργίας». Δεν νοείται μέλλον χωρίς παρελθόν. Ούτε εκσυγχρονισμός χωρίς δεύτερη ανάγνωση, επανερμηνεία όσων προηγήθηκαν και ένταξή τους στις νέες παραστάσεις και αξίες.
Η έννοια της κληρονομιάς είναι αναμφίβολα από τις πιο προβληματικές, αλλά και από τις λέξεις που αποφεύγονται περισσότερο σήμερα. Αφού φτάνουμε να αντικαθιστούμε αυτή τη μιαρή λέξη με την πιο συμβατική, καθότι πιο αόριστη, «κοινή κουλτούρα». Λέμε δηλαδή ότι πρέπει να δώσουμε στους νέους μια «κοινή κουλτούρα» για τον ωραίο και απλό λόγο ότι θεωρείται απαράδεκτο να θέλουμε να τους χαρίσουμε μια κληρονομιά. Είναι γιατί η λέξη αυτή μυρίζει κοινωνική αναπαραγωγή και ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων. Για σκεφτείτε το, η αρχική έννοια της λέξης είναι «τα αγαθά που κληροδοτεί ο πατέρας», που συμβολίζει μια απεχθή πατριαρχική παράδοση. Για να απαλλαγούμε από την καταπίεση πρέπει, για άλλη μια φορά. να καταργήσουμε και το ελάχιστο ίχνος που τη θυμίζει, και άρα να κάψουμε τα χλωρά μαζί με τα ξερά. … Στο όνομα ενός ευγενούς σκοπού, του «σεβασμού στη διαφορετικότητα»-διαφορετική προέλευση, διαφορετική κοινωνική καταγωγή ή απλώς ιδιοπροσωπία, μοναδικότητα του καθενός απογυμνώνουμε μια ολόκληρη γενιά και διευρύνουμε ένα κενό που θα είναι πολύ δύσκολο να καλυφθεί..

Ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να εντάξει τη «διαφορετικότητα» στο πρόγραμμά του, αλλά να βοηθήσει όλους τους μελλοντικούς πολίτες, όσο διαφορετικοί κι αν είναι, να συναντηθούν γύρω από κάποιες γνώσεις που χειραφετούν και ταυτόχρονα ενώνουν, που επιτρέπουν σε κάθε άτομο να τοποθετηθεί στην ανθρώπινη γενεαλογία, στη διαδοχή ανθρώπων και ιδεών, και γνώσεων που είναι ανθρώπινες γιατί κληροδοτήθηκαν από άλλους ανθρώπους. Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να μην περιορίζουμε τους μαθητές εκ των προτέρων σε ό,τι τους προσδιορίζει, δηλαδή στην ταυτότητα της προέλευσής τους, που τους δίνει η οικογένεια, ή ακόμα στην ταυτότητα του «νέου». Γιατί στις δυτικές κοινωνίες μας, κι αυτό αποτελεί καινοτομία, η νεότητα θεωρείται μια ιδιαίτερη ταυτότητα, ενώ σε όλους τους πολιτισμούς ήταν μόνο ένα στάδιο της ζωής, ένα πέρασμα προς τον ενήλικο βίο. Γιατί αυτή η μυθοπλασία; Να είναι τάχα συνδυασμός του μαζικού καπιταλισμού που αναζητεί νέες αγορές και μιας γενιάς του baby boom που κουβαλά τα τραύματα του πολέμου, και η οποία δεν αναγνωρίζει στους γονείς της το δικαίωμα να την καθοδηγήσει;… Προσομοιώνοντας τους νέους με κοινωνική τάξη ή, τουλάχιστον, με μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, καλλιεργούμε το μύθο μιας οντότητας αποκομμένης από το κοινωνικό σύνολο, που είναι προορισμένη να διαρκεί για πάντα. Δημιουργούμε μάλιστα ένα καταπληκτικό αγοραστικό κοινό στο οποίο πρέπει να δώσουμε τη δυνατότητα να εκφράσει τη «διαφορετικότητά» του..

Κάποτε ούτε καν ετίθετο ζήτημα: ζούσαμε σε ένα κοινωνικό κόσμο. Η Εκκλησία, η οικογένεια, το κράτος και όλοι οι θεσμοί είχαν αναλάβει να παρέχουν τα κλειδιά που επέτρεπαν την ανάγνωση του κόσμου, την αίσθηση του ανήκειν σε μια ομάδα, σε μια κοινότητα και μέσα από εκεί σε ολόκληρη την ανθρωπότητα… Το να ζητάμε από το σχολείο να αντικαταστήσει τους άλλους παράγοντες κοινωνικής συνοχής, ενώ ακόμα και στο ίδιο απαγορεύουμε να παίξει το ρόλο αυτού που ενώνει το έθνος, κι από πάνω να απαιτούμε πρακτική αποτελεσματικότητα, είναι μια ενέργεια καταδικασμένη σε αποτυχία….

Αξιοσημείωτο παράδοξο: συχνά εν ονόματι ακριβώς του «ανοίγματος στον άλλο» και της «ανεκτικότητας», απαγορεύσαμε το σχολείο να γίνει όχημα μιας κληρονομίας η οποία αντιθέτως μας εισάγει στις παγκόσμιες αξίες…. Χαρακτηριστικό περιστατικό, στην Γαλλία, το 2003, ένας επιθεωρητής του υπουργείου Παιδείας συνέταξε μια αναφορά κατά ενός καθηγητή ιστορίας, ο οποίος είχε τολμήσει να εξηγήσει στους μαθητές ότι το μάθημά του είχε σκοπό να «τους μεταδώσει τη συλλογική μνήμη και να τους αναπτύξει το συναίσθημα ότι ανήκουν σε ένα σύνολο, στους Γάλλους, στον δυτικό κόσμο». Τι φρίκη! Άκου να τους μιλάει στους μαθητές για «τους προγόνους μας τους Γαλάτες»; Όποιος αποτολμήσει κάτι τέτοιο, θα παρομοιαστεί με τον Τεν-Τεν που έκανε μάθημα στους μικρούς Κονγκολέζους: οι χειρότερες στιγμές της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Για να είμαστε σίγουροι λοιπόν ότι αποφεύγουμε αυτόν το σκόπελο, λέμε να αποκλείσουμε την ιστορία από τη λίστα με τα βασικά μαθήματα, και αφήνουμε μόνο όση λογοτεχνία χρειάζεται για να περιγράφει έννοιες που εμείς κρίνουμε χρήσιμες.
Την επομένη της δημοσίευσης της έκθεσης Thelot, (για το μέλλον της εκπαίδευσης), ο Γάλλος φιλόσοφος, ακαδημαϊκός και θεωρητικός του μαρξισμού Regis Debray (Ρεζίς Ντεμπρέ) οδηγήθηκε σε παραίτηση από το νεοσύστατο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Θρησκειολογίας, βλέποντας ότι η μελέτη του θρησκευτικού φαινομένου είχε εξαφανιστεί τυπικά και ουσιαστικά από τους στόχους του σχολείου του μέλλοντος. Ο Ντεμπρέ (ο οποίος στα νιάτα του είχε περάσει δέκα χρόνια στη Λατινική Aμερική, πολεμώντας μαζί με τον Tσε Γκεβάρα) δήλωσε στην καθολική εφημερίδα La Croix στις 4 Νοεμβρίου 2004 ότι «δεν υπάρχει ούτε καν μνεία στη σκοπιμότητα και το όφελος μιας κριτικής διδασκαλίας των θρησκειών ως στοιχείων του πολιτισμού. Προφανώς δεν έχουν θέση σε ένα όραμα του κόσμου που θέλει τον άνθρωπο κυρίως οικονομικό ον, αποκομμένο από τις συμβολικές διαστάσεις του». Η κοινή κουλτούρα σήμερα είναι χαζοσήριαλ και χαζοεκπομπές στην τηλεόραση. Αυτό που ενώνει τον πληθυσμό είναι μια ανοχή ανάμεικτη με αδιαφορία και στηριγμένη στο σύμβολο της πίστεως της εποχής μας: «είναι επιλογή μου».

Με άλλα λόγια, η παντελής έλλειψη κουλτούρας -με την πιο κλασική και την πιο παλιομοδίτικα ελιτίστικη έννοια της λέξης - μιας όλο και αυξανόμενης μερίδας μιας ολόκληρης γενιάς οδηγεί σε γενική αποδοχή αυτού του φαινομένου, που προμηνύει μια ελάχιστη διάθεση αντίδρασης απέναντι σε κάθε είδους κίνδυνο που δεν ορίζεται επίσημα ως τέτοιος. Το να αντιδρά κανείς στον «φασισμό», που θεωρείται κακός, είναι εύκολο. Η αντίσταση όμως στην υποδούλωση που μπορεί να επιφέρει το μοντέρνο θα αποδειχθεί προνόμιο των λίγων συνειδήσεων που ως εκ θαύματος θα παραμείνουν άγρυπνες..

πηγή 
 
ΣΧΟΛΙΟ: Η κοινή κουλτούρα δέν είναι μύθος. Γίνεται μιά προτεσταντική απομυθοποίηση τού πολιτισμού,στά χνάρια τής απομυθοποιήσεως τού ευαγγελίου.Τί έμεινε από τά Ευαγγέλια μετά τήν Γερμανική απομυθοποίηση; Μπορούμε νά τό δούμε καθαρά στά ρετάλια τής ορθόδοξης εκκλησίας πού επιβιώνουν ακόμη στήν Γερμανία. Η ένδοξη ψαλμωδία μας είναι πιά ένα φολκλόρ τουριστικού ενδιαφέροντος. Υπάρχει ένας παγκόσμιος πρωτόγονος καί βάρβαρος πολιτισμός καί μερικοί τοπικοί, εθνικοί ανώτεροι πολιτισμοί, κλάδοι τού Ελληνικού πολιτισμού. Αλλά ακόμη καί αυτή η μία παγκόσμια κουλτούρα εκμηδενίζεται από τήν μουσουλμανική λαίλαπα. Σάν τά κινηματογραφικά Allien  οι νεο-μογγόλοι τής εποχής μας  προσκολλώνται στούς πολιτισμένους φορείς, όπου φωλιάζουν καί γεννούν τά αυγά τους. Καί δυστυχώς, μέ τήν συγκατάθεση τού καφενείου πού μάς κυβερνά σήμερα, οι Ελληνες επιλέχθηκαν σάν ο ιδανικός βιότοπος αναπαραγωγής αυτής τής σύγχρονης ακρίδας, διότι είναι ο ιδανικός τρόπος εκμηδενίσεως τής ρίζας τού πολιτισμού, πού μέ τήν ανθοφορία του σκεπάζει ακόμη τήν οικουμένη, καλλιεργώντας τήν ψυχή τής ανθρωπότητος, η οποία δέν επέτρεπε μέχρι σήμερα τήν πλήρη υποταγή τού ανθρώπου στό ανθρωπόμορφο θηρίο τής εξουσίας.
 
Αμέθυστος 
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/