Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ (4)


Συνέχεια από : Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013 

Henri de Lubac

Ο ΝΙΤΣΕ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΗΣ (ΜΥΣΤΙΚΟΣ)

Εδώ αναδύεται μία ολόκληρη σειρά ερωτήσεων, που στρατοί ολόκληροι σχολιαστών δεν κουράστηκαν να συλλέγουν εδώ και πενήντα χρόνια. Πώς μπόρεσε να πιστέψει ο Νίτσε στην καινοφάνεια της ανακαλύψεώς του; Πώς μπόρεσε να βρει μία πηγή ενθουσιασμού σε μία σκέψη που είναι τουλάχιστον απογοητευτική; Πώς και δεν είδε, αυτός που ήταν τόσο οξύνους, τις τόσες αντιφάσεις; Και πώς δεν είδε τουλάχιστον, πώς το ιδεώδες του υπερανθρώπου του, ενσαρκωμένο στον Ζαρατούστρα, ήταν σε αντίφαση με την πίστη του στην Αιώνια Επιστροφή;

          Είναι βέβαιο πώς εάν υπήρχε μία ιδέα που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί "φθαρμένη", ήταν ακριβώς αυτή. Ήταν μία ιδέα που μπορούσες να συναντήσεις παντού. Δεν μπορεί να μην την είχε συναντήσει ο Νίτσε στους στοχαστές της αρχαίας Ελλάδος που την είχαν λατρεύσει από τους πρώτους: ένας Αναξίμανδρος, ένας Ηράκλειτος, ακόμη και ένας Πυθαγόρας. Ο Λουκρήτιος την ύμνησε τόσο πολύ που αποτέλεσε το θεμέλιο της Στωϊκής κοσμολογίας. Στην Ινδία βρισκόταν παντού και ο αναγνώστης του Deusseu και του Oldenberg το γνώριζε καλά. Δεν την είχε διαβάσει στον Γκαίτε; Την είχε διαβάσει στον Guyau. Τελευταίως μάλιστα είχε βρει ακόμη και μία επιστημονική δικαίωση στην νέα της δυναμική έκδοση από τον Vogt, ο οποίος εξηγούσε ολόκληρο το σύμπαν βασιζόμενος στην επ'άπειρον εναλλαγή της διαλύσεως και της συμπυκνώσεως. Πώς να παρακάμψουμε λοιπόν τον Henri Bois, ο οποίος στα 1881-1883, μιλούσε ήδη για ένα φαινόμενο παραμνησίας ή κρυπνομνησίας; Πώς να μην επαναλάβουμε μαζί με τον π.Sertillanges: "Εκείνο το πυρακτωμένο μυαλό καίει τις αναμνήσεις; Αμέσως μόλις ξαφνιάζεται από ένα καινούργιο κύμα της εσωτερικής φλόγας;"

          Νέα ή όχι μία παρόμοια ιδέα δεν ήταν ίσως ικανή να αποθαρρύνει την δραστηριότητα του ανθρώπου; Όχι μόνον μας πείθει πώς ό,τι να κάνω, πρέπει να το ξανακάνω επ'άπειρον αλλά με διδάσκει ταυτοχρόνως πώς ήδη, στο παρελθόν, το έχω επαναλάβει ανυπολόγιστες φορές. Επομένως είναι αδύνατον να φανταστώ πώς εγώ μπορώ να δημιουργήσω ή να αλλάξω τον εαυτό μου σε τίποτα, να πάρω την παραμικρή πρωτοβουλία, να επεξεργαστώ την ελάχιστη πραγματική πρόοδο. Είμαι, μέσα σ'ένα μέλλον που ανανεώνεται επ'άπειρον, σκλάβος ενός παρελθόντος το οποίο με την σειρά του απομακρύνεται στο άπειρο. Σε όλα τα όντα τα οποία έχουν πιαστεί σ'αυτόν τον κύκλο της κολάσεως, που δεν αφήνει τίποτε έξω από αυτόν, πρέπει να πούμε : "Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα".

          Δεν είναι όμως εξίσου δυνατόν, χάρη στον Θεό, να δείξουμε χωρίς ιδιαίτερο κόπο πώς ένας κύκλος αυτού του  είδους είναι εντελώς φανταστικός; Μπορούμε να το αποδείξουμε μέσω της επιστήμης, είτε δεχόμαστε, είτε αποκλείουμε την ιδέα του απείρου αριθμού. Και πώς θα ήταν διακριτοί οι ταυτόσημοι κόσμοι; Και ο Νίτσε ο οποίος κήρυξε με τόση επιμονή την αρχή της διατηρήσεως της ενέργειας, πώς θα δεχόταν σήμερα την αντίθετή της αρχή της μειώσεως της ενέργειας; Είναι δυνατόν να αποδειχθεί και μέσω της ψυχολογίας, καθότι γεγονότα της συνειδήσεως μπορούν να είναι τα ίδια, μόνον εάν συνδέονται στην ίδια συνείδηση: όμως δεν είναι η ίδια συνείδηση η οποία επανεμφανίζεται από την μία περίοδο στην άλλη, από την στιγμή που θα ήταν απαραίτητη για να υπολογίσουμε στα σοβαρά μία τέτοια υπόθεση.

          Παρατηρήθηκε ήδη πώς η αίσθηση του τρόμου που δοκιμάζει ο Νίτσε μετά την έκστασή του, συνοδεύει συνήθως τις "ψευτοαναγνωρίσεις", τις ψευδοδιακρίσεις. [Σήμερα μία τέτοια ψευδοαναγνώριση κατέλαβε τον Ράμφο, με την αρχή της ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΕΩΣ που ανακάλυψε ξαφνικά μετά από τόσους αιώνες, ευτυχισμένης ζωής που διάγει στην λεγόμενη Δύση, στον τεχνολογικό πολιτισμό].

          Ακόμη περισσότερο όμως: ο Νίτσε δεν έβαλε χέρι σε όλες αυτές τις διαφορετικές αντιφάσεις, επιθυμώντας να συνδυάσει στην ιδέα της Αιωνίου Επιστροφής το όνειρο του για τον υπεράνθρωπο; Αλλά ούτε και αυτό ήταν καινούργιο. Ο Χέρντερ και ο Γκαίτε, το είχαν ήδη διαλαλήσει. Δεν είναι λοιπόν ξεκάθαρο πώς ανάμεσα στα δύο πράγματα πρέπει αναγκαίως να διαλέξουμε ; ή την παθητική αποδοχή ενός κύκλου ο οποίος θα επαναφέρει αναλλοίωτα τα ίδια στοιχεία, υποχρεώνοντας συνεχώς να ακολουθούν τις ταυτόσημες προόδους, ταυτόσημες μειώσεις, ή την προσπάθεια του όντος για ωρίμανση, για ανακάλυψη νέων αξιών, για να υπερβεί πάντοτε τον εαυτό του και για να επιβάλλει για πάντα τον δικό του νόμο;

          Μπορούμε να απαντήσουμε οπωσδήποτε, μαζί με τον Ernst Horneffer, πώς το να είμαστε μεγάλοι, δυνατοί, ευτυχείς, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από τον νόμο τής αιωνίου επιστροφής, από την στιγμή που δεν μπορούμε παρά να επιθυμήσουμε να ξαναβρούμε εκείνον τον δρόμο που μας ικανοποιεί. Έτσι ώστε ο άνθρωπος, στο μέτρο που κατορθώνει να υψωθεί μέχρις αυτού του ιδανικού βρίσκει τελικώς την προοπτική της αιωνίου αναγεννήσεως ενθουσιώδη και καθόλου καταπιεστική, πρόκειται όμως για μία επιφανειακή συμμαχία, η οποία δεν λογαριάζει το γεγονός πώς δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν μας και επί πλέον προϋποθέτει μία μικροπρεπή ιδέα του ιδανικού τού υπερανθρώπου που δημιούργησε ο Νίτσε. Ο Νίτσε σιχαινόταν κάθε μορφή ευδαιμονισμού, και γι'αυτό ο υπεράνθρωπος του δεν ήταν ένας ηδονιστής, ούτε με την πιο ευγενική έννοια του όρου. "Είναι ένα σημείο οπισθοδρομήσεως", έγραψε, "όταν οι αξίες του ευδαιμονισμού αρχίζουν να έρχονται στην επιφάνεια".

          Ακόμη και ο Daniel Halery, γράφει στην πρώτη του "Ζωή του Φρειδερίκου Νίτσε." Η αιώνια επιστροφή είναι μία σκληρή αλήθεια που καταπιέζει κάθε ελπίδα. Ο υπεράνθρωπος είναι μία ελπίδα- μία ψευδαίσθηση. Από το ένα στο άλλο δεν υπάρχει κανένα πέρασμα, ή αντίφαση είναι ολοκληρωτική. Εάν ο Ζαρατούστρα διδάσκει την Αιώνια επιστροφή, δεν μπορεί να προκαλέσει μέσα στις ψυχές μία φλογερή πίστη στην υπερανθρωπότητα. Και εάν διδάσκει τον Υπεράνθρωπο, δεν θα κατορθώσει να διαδώσει την ηθική τρομοκρατία της αιωνίου επιστροφής. Και όμως ο Νίτσε τού εμπιστεύεται αυτόν τον ρόλο. Η αταξία και η καθίζηση των σκέψεων του τον υποχρεώνουν να υποστηρίζει έναν παρόμοιο παραλογισμό. Σ'αυτό το δεδομένο στηρίζεται και η ανασφάλεια του Νίτσε, οι αλλαγές επιπέδου στο ποίημα του Ζαρατούστρα. Σε τελική ανάλυση, μετά από κάποιες μάταιες προσπάθειες να δικαιολογηθούν λογικά οι προφητείες, θα εγκαταλειφθούν, εκτός από την σποραδική εμφάνιση στην συνέχεια κάποιων προσπαθειών λογικής σαν λυρικό θέμα, ανάμεσα στις πράξεις αποκαθήλωσης των ειδώλων. Και πράγματι στον πρώτο Ζαρατούστρα δεν αναφέρεται καθόλου. Το νέο Ευαγγέλιο, δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1883, θα'πρεπε να αντικαταστήσει τόσο την ψεύτικη Χριστιανική ελπίδα, όσο και τον αρχαίο απελπιστικό μύθο. Η δεύτερη εμπειρία δεν επιβεβαίωσε αλλά πέταξε έξω και απείλεισε την πρώτη. Ο υπεράνθρωπος θα παρουσιαζόταν σαν ένα "σύμβολο μίας πραγματικής προόδου που τροποποιεί τα πράγματα, μία υπόσχεση μίας δυνατής φυγής από την τύχη και την μοίρα".

          …Αυτά τα ερωτήματα, αυτές οι κριτικές, αυτές οι αναλύσεις αποκαλύπτουν μία υπερβολική ψυχρότητα. Η Λού Σαλομέ μας είχε προειδοποιήσει πώς ο συνομιλητής της σκεπτόταν πώς "είχε βάλει μία πλατειά θάλασσα, φαινομενικώς χωρίς όχθες, ανάμεσα σ'αυτόν και σε κάθε δυνατότητα μίας ανανεωμένης διανοητικής κριτικής". Αισθανόταν "πέραν κάθε κριτικής…πώς είχε φθάσει σε σταθερή Γή". Οπωσδήποτε μπορούμε να αντικρούσουμε πώς πρόκειται για ένα συναίσθημα εντελώς υποκειμενικό, το οποίο δεν πρέπει να λογαριάσει μία αντικειμενική μελέτη. Η πεποίθηση του Νίτσε δεν τον απαλλάσσει από την κριτική περισσότερο από κάθε άλλον θνητό. Δεν θα μπορούσε όμως να είναι για μας ένα σημείο πώς δεν έχει γίνει κατανοητός όπως θα'πρεπε;

          Είναι εφικτό ίσως να κάνουμε μία επιπλέον προσπάθεια, ώστε η κριτική μας να μην εφαρμόζει πάνω σε ένα φάντασμα της στιγμής στην οποία πιστεύει πώς κατέκτησε την ιδέα του. Αυτή η στιγμή δεν είναι γι'αυτόν το αποτέλεσμα μίας επιστημονικής επεξεργασίας. Όπως γράφει ο Andler, "Όπως και στον Σπινόζα, η συναισθηματική πανθεϊστική κατάσταση προϋπήρχε του συστήματος και της γεωμετρικής του μορφής, έτσι και στον Νίτσε, η μυστικιστική έκσταση προηγείται του επιστημονικού συλλογισμού". Ψάχνει στην συνέχεια, τουλάχιστον για λίγο, στην επιστήμη κάτι που να την δικαιολογεί, να την φωτίζει. Αλλά ταυτοχρόνως, με οποιονδήποτε τρόπο και αν ξεκίνησε να υπεισέρχεται μυστικά μέσα του πρίν από τα οράματά του Sils Maria και του Rapallo, η ιδέα του είναι διαφορετικής τάξεως.

          Εκείνο το είδος ευγενούς επιστημονισμού πού κάποια στιγμή φαινόταν να μπορεί να καθορίσει ολόκληρη την σκέψη του Νίτσε, υπερβαίνεται τώρα πλέον. Εάν η επιστήμη δεν του δίνει καμία επιβεβαίωση, ο Νίτσε θα προχωρήσει χωρίς την επιστήμη ή θα την ανακρίνει με διαφορετικό τρόπο. Σ'αυτό το σημείο, πάντοτε στην Ιστορία, ο πιστός (δηλαδή χωρίς κανένα λογικό περιεχόμενο) εγκαταλείπει χωρίς δυσκολία κάθε απολογητικό σύστημα, εξωτερικό εξάλλου της εσωτερικής του βεβαιότητος, μόλις αποκαλύπτεται ανεπαρκές ή ξεπερασμένο. Η πίστη του δεν εξαρτάται από αυτό, ανάμεσα στα δύο δεν υπάρχει κοινό μέτρο. Τι σημασία μπορούν να έχουν λοιπόν οι απογοητεύσεις, που κατόρθωσε να φορτώσει στην πλάτη του αυτή η επιστήμη, για τον Νίτσε; Η σκέψη του δεν δυσκολεύεται καθόλου. Το γεγονός είναι πώς στην "λαμπρή της ετερότητα", εκείνη η σκέψη δεν μοιάζει με τίποτε άλλο και δεν ακουμπά σε τίποτε άλλο. Ας δούμε για τι πράγμα πρόκειται, στ'αλήθεια.

Συνεχίζεται

Σχόλιο: Ας προσέξουμε σ'αυτό το σημείο μερικά πράγματα που φανερώνονται ! Ο Πλάτων είχε μιλήσει για ιδέες, για δεσμούς ιδεών οι οποίες αποτελούν τον νοητό κόσμο. Οι οποίες κατάγονται και γεννιούνται, προέρχονται οντολογικά από μία ιδέα η οποία υπάρχει επέκεινα της νοήσεως, της ουσίας και είναι το ΑΓΑΘΟ. Στην Δύση, μέσω του σχολαστικισμού, ο Πλάτων ταυτίστηκε με τις ιδέες, καθώς ταύτισαν το αγαθό με τον Θεό. Ο οποίος πήρε την θέση της ιδέας. Του αγαθού. Έγινε η ιδέα του Θεού, η οποία εισήλθε στην τρικυμία της ιστορίας και προσπαθεί να επιβιώσει με το σωσίβιο του προσώπου. Ο Μυστικισμός, και η νέα θρησκεία που θα φέρει την Ειρήνη, είναι η απόκτηση ΜΙΑΣ ιδέας πέραν του ορίου και του ορίζοντος του νοητού κόσμου, χωρίς αυτόν όμως. Απευθείας. Η οποία ιδέα, χωρίς τον νοητό κόσμο που είναι ο εαυτός, η ανθρώπινη Φύσις, ταυτίζεται με τον Εαυτό πλέον, με το αληθινό ΕΓΩ. Χωρίς τον νοητό κόσμο όμως, τον ΝΟΥ, είναι η ετερότης καθ'αυτή. Επέκεινα κάθε ουσίας, ομοιότητος, η ενσάρκωση του αγαθού στο εκάστοτε υπέρ-ΕΓΩ. Αυτό το Εγώ παλεύει σήμερα στην ιστορία να βρεί οπαδούς για να δράσει και να δημιουργήση την χαμένη ενότητα, στην ετερότητα, στους άλλους, στους οπαδούς. Η να την επιβάλλει, όπως ο Οικουμενισμός, κάτω από τον αλάθητο Πάπα. Αυτή την ιστορία εισήγαγε στην Ορθοδοξία ο Ζηζιούλας την ενσάρκωσε στην Εκκλησία, ακολουθώντας τα βήματά του Φλωρόφσκυ, ο οποίος νομιμοποίησε τον μυστικισμό, στην θέση της αγιότητος, αποδεχόμενος αυτή την ιδέα στο κέντρο του προσώπου, της θεολογίας. Αυτή την ιδέα την είχε δανειστεί από τον Σέλλινγκ όπως και οι υπόλοιποι Ρώσοι Θεολογούντες. Είναι η ουσία του ιδεαλισμού, και αναγνωρίζεται στην Φιλοσοφία με το όνομα νοητική διαίσθηση, μία μυστική αίσθηση, η οποία ταυτίζεται και με την πίστη του Σολόβιεφ και δίνει την έννοια Sobornost. Τον Ρώσικο ορισμό της Εκκλησίας, που εισήχθη στην Ελλάδα σαν Σύναξη. Και είχε σαν τραγική συνέπεια να θεωρείται η Εκκλησία σαν αδιάκοπη προέκταση της ενσαρκώσεως.Μιά αιώνια επανάληψη. Εγκαταλείποντας τους Αγίους, για τους Μυστικιστές, ο πρύτανης των οποίων είναι χωρίς αμφιβολία ο Νίτσε. Σήμερα διάφοροι επαγγελματίες της λατρείας επαναλαμβάνουν αδιάκοπα αυτές τις κενολογίες, σαν να εξηγούν το Ευαγγέλιο.

Αμέθυστος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου